Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Κα πάλι για την επιχειρηματικότητα ανάγκης

Με το θέμα της "επιχειρηματικότητας ανάγκης" (και την "επιχειρηματικότητα ευκαιρίας") έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενες αναρτήσεις. Επί του ιδίου ζητήματος, διαβάζουμε στο "Βήμα":

"Επιχειρείν από 1,6 εκατ. Ελληνες σε μικρομάγαζα


Πάνω από 1,6 εκατομμύρια είναι οι έλληνες επιχειρηματίες, οι οποίοι ωστόσο ασχολούνται κυρίως με... περίπτερα, ψιλικά, καφετέριες, ρούχα και φαγάδικα. Παράλληλα, οι νέοι επιχειρηματίες νομίζουν ότι έχουν βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, αλλά τρέμουν την αποτυχία.

Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ που αναφέρεται στο 2009, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι μικρές σε μέγεθος και με ελάχιστους εργαζομένους, χωρίς προοπτική εξαγωγών και χωρίς ροπή στις νέες τεχνολογίες γι΄ αυτό άλλωστε και κλείνουν σχετικά εύκολα. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, περίπου 180.000 άτομα έβαλαν λουκέτο στη δουλειά που είχαν ή στην οποία συμμετείχαν. Οι επιχειρηματικοί τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται οι Ελληνες είναι το εμπόριο και η παροχή υπηρεσιών. Ως κύρια αιτία (45,7%) για την αναστολή της δραστηριότητάς τους προβάλλεται η έλλειψη επαρκούς κερδοφορίας.

Οι κυριότερες καινούργιες δουλειές που ανοίγουν ή θα ανοίξουν στο άμεσο μέλλον είναι οι καφετέριες, τα περίπτερα και τα είδη ψιλικών, το γρήγορο φαγητό και οι κάθε λογής επιχειρήσεις εστίασης, οι εμπορικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με γυναικεία ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, είδη δώρων και παιδικά είδη, το εμπόριο τροφίμων και ο ευρύτερος τομέας του τουρισμού, από τα καταλύματα ως τις εκδρομές.

Λόγω του σταδιακού αποκλεισμού διορισμών στο Δημόσιο, περίπου 1,2 εκατ. άτομα, δηλαδή περίπου το 17% του συνολικού πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών, δηλώνουν ότι σκοπεύουν να ανοίξουν δική τους επιχείρηση μέσα στα επόμενα τρία χρόνια".



Σαφώς και αποτελεί ενδεικτικό της όλης αντίληψης που επικρατεί σχετικά με το επιχειρείν, την ανάπτυξη, την εργασία και την επένδυση.

Επί του θέματος, διαβάζουμε στο "Κέρδος":

"
Ποια επιχειρηματικότητα;

Στον προβληματικό δημόσιο τομέα και στην ανάγκη για μία τεράστιας έκτασης δημοσιονομική εξυγίανση είναι στραμμένο το κέντρο βάρους της προσπάθειας της οικονομίας για έξοδο από την κρίση. Ομως, ποιος και πώς θα απαντήσει στην ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση της ανάπτυξης; Πρόκληση που δεν αφορά στο μέλλον αλλά στο παρόν και προβάλλει επιτακτικά ως μοναδική προϋπόθεση για την επιβίωση της οικονομίας μακροπρόθεσμα.

Είναι γεγονός ότι μαζί με την κρίση κατέρρευσε και το μοντέλο ανάπτυξης που ακολούθησε όλα τα τελευταία χρόνια η χώρα. Μαζί του φαίνεται ότι πλέον αμφισβητείται και το κυρίαρχο μοντέλο της επιχειρηματικότητας, το οποίο αποδεικνύεται αδύναμο να επιβιώσει και να στηρίξει την προσπάθεια εξόδου από τη βαθιά ύφεση.

Ομως, το νέο μοντέλο ανάπτυξης που προκρίνεται ως μονόδρομος και στηρίζεται στην εξωστρέφεια, τη γνώση, την καινοτομία, την ποιότητα και την υψηλή παραγωγικότητα, απαιτεί συρρίκνωση του μεγέθους του κράτους και ανάπτυξη ενός επιχειρηματικού τομέα σύγχρονου, δυναμικού, ικανού να προσαρμόζεται και να μην αρκείται να επιβιώνει προμηθεύοντας το κράτος, αλλά να προσπαθεί συνεχώς να αναπτύσσεται και να είναι ανταγωνιστικός με διεθνή κριτήρια.

Δυστυχώς, το προφίλ του ελληνικού επιχειρείν και του Ελληνα επιχειρηματία, όπως προκύπτει από έρευνα του ΙΟΒΕ, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές. Η ελληνική επιχειρηματικότητα είναι ρηχή, στερείται καινοτομίας, είναι εσωστρεφής, ενώ αν και υπάρχει το επιχειρηματικό «δαιμόνιο» οι Ελληνες το περιορίζουν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, που ούτε μπορούν να ανοίξουν δρόμους σε τομείς με προοπτικές, ούτε να δημιουργήσουν απασχόληση, ούτε να είναι ανταγωνιστικές.

Και ταυτόχρονα, οι Ελληνες επιχειρηματίες, ιδιαίτερα οι νέοι με χαμηλό επίπεδο γνώσεων, βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης αναφορικά με τον φόβο της αποτυχίας, κάτι που προφανώς τους αποτρέπει από το να πάρουν τα αναγκαία ρίσκα που πίσω τους είναι οι πραγματικές ευκαιρίες.

Στο κρίσιμο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε σήμερα, θα πρέπει να υπάρξει άμεσα μία ξεκάθαρη στρατηγική ανάπτυξης με σαφείς κατευθύνσεις. Μία στρατηγική που να υποστηρίζεται από στοχευμένες πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν την εξωστρεφή και σύγχρονη επιχειρηματικότητα, θα εμπνεύσουν και θα καθοδηγήσουν τους Ελληνες επιχειρηματίες σε νέους δρόμους, θα ενθαρρύνουν τη μετεξέλιξη του ελληνικού επιχειρείν παράλληλα με τη μετεξέλιξη της οικονομίας. Μόνον έτσι θα έχουν μέλλον και ο Ελληνας επιχειρηματίας και η οικονομία".

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Χρέος Ισπανίας - Πορτογαλίας


(click στην εικόνα για μεγέθυνση)




..και για να μην ξεχνιόμαστε:


Περί τουρισμού



Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γεώργιου Α. Προβόπουλου με θέμα «Τουρισμός και ελληνική οικονομία» στο 9ο Συνέδριο του ΣΕΤΕ


Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα στο μέσο μιας μεγάλης, πρωτοφανούς, προσπάθειας που μπορεί να σημάνει την εκκίνηση μιας νέας πορείας ανόδου. Η εξέλιξη όμως αυτή δεν είναι ακόμη δεδομένη. Όλα θα εξαρτηθούν από τη συνέπεια και τη συνέχεια που θα επιδείξει η οικονομική πολιτική αλλά και από την ενεργό συμμετοχή όλων των παραγωγικών δυνάμεων σ’ αυτή την προσπάθεια.

Τρεις είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις επιτυχίας:

Πρώτον, η σχολαστική τήρηση των στόχων της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη και πρόοδος.

Δεύτερον, η διεύρυνση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, με την εφαρμογή μίας ολοκληρωμένης και συνεκτικής αναπτυξιακής πολιτικής.

Τρίτον, η κινητοποίηση των επιχειρηματικών δυνάμεων που πρέπει τώρα να δουν πέρα από την κρίση και να αναλάβουν πρωτοβουλίες με τόλμη και διορατικότητα.

* * *

H κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα αποκάλυψε, εκτός των άλλων, ότι το πρότυπο ανάπτυξης που ακολουθήσαμε στο παρελθόν ήταν στρεβλό και γι’ αυτό αδιέξοδο. Ως αποτέλεσμα αυτού του στρεβλού προτύπου, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει δύο σοβαρές ανισορροπίες, τη δημοσιονομική και την εξωτερική. Οι δύο αυτές ανισορροπίες είναι βεβαίως αλληλένδετες, στο βαθμό που το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα συνδέεται στενά με το χρόνιο υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ενώ το μέγεθος και η επιμονή της εξωτερικής ανισορροπίας υποδηλώνουν επίσης την ύπαρξη σημαντικών διαρθρωτικών προβλημάτων. Από το 2000 και μετά, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διογκώθηκε σημαντικά, γεγονός που αντανακλά την ανεπάρκεια της εγχώριας αποταμίευσης. Ταυτόχρονα, οι δείκτες ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους καταγράφουν για την Ελλάδα, από την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, σωρευτική απώλεια ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους της τάξεως του 20-25%.

Η ελληνική οικονομία καλείται σήμερα να επιτύχει την έξοδο από την κρίση μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από σύνθετες προκλήσεις. Η αναμενόμενη για το 2010 ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας, ακολουθώντας τις παρούσες τάσεις, θα επιβραδυνθεί το 2011 τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες.

Μέσα σε ένα αβέβαιο ακόμη διεθνές περιβάλλον, καλείται η χώρα να αναζητήσει νέους δρόμους. Καλούμεθα δηλαδή να αποφασίσουμε συλλογικά τί θέλουμε να πετύχουμε τα επόμενα χρόνια. Να σταθμίσουμε τις δυνατότητές μας. Να επιλέξουμε τα μέσα που θα μας οδηγήσουν στο στόχο. Και κυρίως να διδαχθούμε από τα λάθη μας. Λάθη που μας οδήγησαν σε μία εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Εκείνο που απαιτείται είναι ένα συνεκτικό σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη, το οποίο θα βαδίζει παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή, θα εξειδικεύει τις διαρθρωτικές πολιτικές που έχουν δρομολογηθεί με το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής, θα τις συμπληρώνει με νέες και θα ιεραρχεί αυστηρά και θα συντονίζει όλες τις δράσεις των δημόσιων φορέων που ενισχύουν την ανάπτυξη χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους.

Το σχέδιο αυτό, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί, θα εκπέμψει το ηχηρό μήνυμα στις αγορές ότι η ελληνική οικονομία αναπροσανατολίζεται, μετασχηματίζεται, ανοίγεται σε δυναμικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, γίνεται εξωστρεφής και αξιοποιεί την ευκαιρία που παρέχει ο μηχανισμός στήριξης, προκειμένου να ανακάμψει σύντομα.

Το νέο πρότυπο ανάπτυξης πρέπει να στηρίζεται στις επενδύσεις και σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που θα ενισχύσουν την παραγωγική βάση και θα συντελέσουν σε ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών προϊόντων και παραγωγικών συντελεστών. Έτσι θα αυξηθούν η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα και η οικονομία θα αποκτήσει μια δυναμική εξωστρέφεια, βελτιώνοντας ουσιαστικά τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία. Ταυτόχρονα, το νέο πρότυπο οφείλει να υπηρετεί ως επιδιώξεις την προστασία του περιβάλλοντος και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Οι αλλαγές θα πρέπει, με άλλα λόγια, να ενσωματωθούν σε μια πολυδιάστατη, "ολιστική" προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει:

Πρώτον, στοχευμένη αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και συγκεκριμένα μεσοπρόθεσμα σχέδια με σαφείς στόχους και μέσα πολιτικής για την εξωστρεφή ανάπτυξη. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Είναι επίσης απαραίτητο να τεθούν προτεραιότητες όσον αφορά την κατανομή των δημόσιων πόρων και την αναβάθμιση των υποδομών σε κρίσιμους τομείς.

Δεύτερον, εξειδίκευση και γρήγορη εφαρμογή των οριζόντιων αλλαγών που ενισχύουν το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Στη νέα αυτή πορεία κάθε τομέας θα πρέπει να παίξει ρόλο ανάλογο με τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα και τις αναπτυξιακές του δυνατότητες. Ο τουρισμός και συγκριτικά πλεονεκτήματα διαθέτει και έχει επιδείξει αξιόλογες αναπτυξιακές επιδόσεις. Γι’ αυτό και συνέβαλε σταθερά στην άμβλυνση των χρόνιων εξωτερικών ανισορροπιών.

Όπως όμως συνέβη και σε άλλους τομείς έτσι και στον τουρισμό η ανάπτυξη στηρίχθηκε σε δεδομένα που δεν υπάρχουν πια και σε πολιτικές που δεν είναι πλέον εφαρμόσιμες. Πρέπει συνεπώς και εδώ να επανεξετάσουμε την πορεία μας και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κλάδου, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα.

Το πρώτο δεδομένο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο σταθερά εντεινόμενος ανταγωνισμός τόσο από τους παραδοσιακούς όσο και από τους νέους ανταγωνιστές μας. Στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας έχουμε ήδη καταγράψει απώλειες: Σύμφωνα με τον Ταξιδιωτικό και Τουριστικό Δείκτη Ανταγωνισμού, που καταρτίζει το World Economic Forum, η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος στον τομέα των τουριστικών υπηρεσιών έχει υποχωρήσει: το 2009 βρέθηκε στην 24η θέση σε σύνολο 133 χωρών, ενώ βρισκόταν στην 22η θέση το 2008 και το 2007. Ενδεχομένως η υποχώρηση κατά δύο θέσεις να μη θεωρηθεί τόσο σημαντική. Υπήρξε όμως ανησυχητική χειροτέρευση στον επιμέρους δείκτη της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές. Το 2009 η Ελλάδα βρέθηκε στην 114η θέση, ενώ βρισκόταν στην 103η το 2007. Τη σπουδαιότητα της αδύναμης ανταγωνιστικότητας επιβεβαιώνει και σχετική πρόσφατη μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος. Από αυτή τη μελέτη προκύπτει ότι ο αριθμός των ατόμων που έρχονται στη χώρα για αναψυχή επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημά τους και το σχετικό κόστος ζωής – δηλαδή τις σχετικές τιμές. Οι εμπειρικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αύξηση του σχετικού κόστους ζωής κατά 1% συνεπάγεται, μακροχρόνια, μείωση του αριθμού των τουριστών κατά 3% περίπου.

Η δεύτερη εξέλιξη που πρέπει να μας προβληματίσει είναι ότι η μείωση των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες, που καταγράφεται, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση της δαπάνης ανά επισκέπτη και της μέσης διάρκειας παραμονής. Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2010, αν και οι αφίξεις τουριστών αυξήθηκαν κατά 1,5%, τα έσοδα είναι σημαντικά μειωμένα (κατά 7,3%). Ειδικότερα, στους κρίσιμους θερινούς μήνες οι ταξιδιωτικές εισπράξεις μειώθηκαν με ετήσιο ρυθμό 12,1% τον Ιούνιο, 4,7% τον Ιούλιο και 6,3% τον Αύγουστο. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει τη δύσκολη διεθνή συγκυρία, αλλά ταυτόχρονα υποδηλώνει ότι υποχωρεί το μέσο εισοδηματικό επίπεδο των τουριστών – κι αυτό είναι σαφώς ανησυχητικό. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι δεν αρκεί να βελτιώσουμε μόνο την ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές. Οφείλουμε να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί και ως προς την ποιότητα.

Το τρίτο δεδομένο είναι η διαφαινόμενη σταδιακή αλλαγή στη σύνθεση των επισκεπτών μας. Την τελευταία δεκαετία ο κύριος όγκος των εισπράξεων από την παροχή τουριστικών υπηρεσιών προέρχεται από κατοίκους χωρών-μελών της ΕΕ των 27, με πιο σημαντικές αγορές αυτές της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο το μερίδιό τους μειώνεται από το 2007. Τα 2/3 περίπου των εισπράξεων αφορούν κατοίκους της ζώνης του ευρώ. Όμως, οι εισπράξεις και από τις χώρες αυτές επιδεικνύουν πτωτική τάση. Από την άλλη πλευρά, καταγράφεται άνοδος των αφίξεων από τις αναδυόμενες οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης και ιδίως από τη Ρωσία. Η άνοδος αυτή δεν έχει μέχρι στιγμής αντισταθμίσει τις απώλειες από τις παραδοσιακές αγορές, αποκτά όμως αυξανόμενη σημασία για τον τουρισμό ορισμένων περιοχών της χώρας. Σε μία πιο μακροχρόνια προοπτική, θα πρέπει ασφαλώς να εντάξουμε στο σχεδιασμό μας και τον πολλαπλασιασμό των αφίξεων από χώρες, που έχουν σήμερα μικρή παρουσία (π.χ. Τουρκία, Κίνα, Ιαπωνία).

Το τέταρτο δεδομένο είναι η ταχεία ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς κρουαζιέρας. Την τελευταία δεκαετία ο αριθμός των τουριστών που επιλέγουν αυτή τη μορφή διακοπών έχει υπερδιπλασιαστεί. Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα έτη. Η Ελλάδα όμως δεν έχει ως τώρα εκμεταλλευθεί επαρκώς αυτή τη μορφή τουρισμού, παρόλο που θεωρείται ένας κατάλληλος προορισμός. Ως λιμένας αφετηρίας η Ελλάδα προσελκύει μόνο το 10% των τουριστών αυτής της κατηγορίας και κατατάσσεται 4η, πίσω από την Ιταλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Βεβαίως, το 20% περίπου των Ευρωπαίων επιβατών κρουαζιερόπλοιων επισκέπτονται ελληνικούς προορισμούς. Είναι γνωστό όμως ότι η δαπάνη των επιβατών στον αφετήριο λιμένα υπερτερεί σημαντικά εκείνης στους λιμένες προσέγγισης. Ο πρόσφατος νόμος για την εκτέλεση περιηγητικών πλόων από πλοία με σημαία τρίτων χωρών με αφετηρία ελληνικό λιμένα (cabotage) αποτελεί, επομένως, ένα θετικό βήμα.

Το πέμπτο στοιχείο είναι ότι η χρηματοδότηση του τουρισμού από εθνικούς πόρους θα είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη τα επόμενα χρόνια, καθώς η εγχώρια αποταμίευση παραμένει πολύ χαμηλή και ο τραπεζικός δανεισμός θα είναι σχετικά συμπιεσμένος υπό τις παρούσες συνθήκες ρευστότητας. Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον θα πρέπει, πρώτον, να χρησιμοποιηθούν με πιο αποδοτικό τρόπο οι διαθέσιμοι εθνικοί πόροι και, δεύτερον, να προσελκυστούν επαρκή κεφάλαια από το εξωτερικό.

* * *

Τα νέα δεδομένα που ανέφερα αποκαλύπτουν τις αλλαγές που συντελούνται στο χώρο των τουριστικών υπηρεσιών. Στις αλλαγές αυτές πρέπει να ανταποκριθούν με ευελιξία και διορατικότητα κράτος και ιδιωτικοί φορείς. Βασικός στόχος προς τον οποίο πρέπει να κατατείνουν όλες οι προσπάθειες είναι η διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος, ώστε να προσφέρεται ποικιλία ποιοτικών υπηρεσιών, που θα καλύπτουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα της μεταβαλλόμενης παγκόσμιας ζήτησης. Σταθερό σημείο αναφοράς είναι τα ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της γεωγραφικής μας θέσης, των κλιματικών συνθηκών, της ιστορίας και του φυσικού κάλλους. Αυτά τα πλεονεκτήματα πρέπει να αξιοποιήσουμε, αλλά με νέους, ευφάνταστους και αποτελεσματικούς τρόπους. Είναι απόλυτη ανάγκη να αποδεσμευθούμε από λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος, όπως ο ευκαιριακός τουρισμός χαμηλού κόστους. Η επιλογή αυτή στηρίχθηκε στην ανορθόλογη επιδότηση, βάσει "αναπτυξιακών" νόμων, που ευνοούσαν τη δημιουργία ξενοδοχειακών μονάδων οπουδήποτε και την ίδρυση μικρών επιχειρήσεων ενοικίασης δωματίων. Αυτή η επιλογή μαζί με την έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού οδήγησαν, σε πολλές περιπτώσεις, στην αλλοίωση του φυσικού ή και του παραδοσιακού οικιστικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, ευνόησαν μια μορφή υπηρεσιών που είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις συνέπειες των διακυμάνσεων της διεθνούς οικονομίας.

Αν αναβαθμίσουμε το τουριστικό προϊόν, θα προσελκύσουμε επισκέπτες υψηλοτέρου εισοδηματικού επιπέδου, η συμπεριφορά των οποίων θα επηρεάζεται λιγότερο από τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις των εισοδημάτων και των τιμών των υπηρεσιών και περισσότερο από την ποιότητα. Πρέπει συνεπώς να επιδιωχθεί η ανάπτυξη του τουρισμού υψηλής ποιότητας, που, μεταξύ άλλων, προϋποθέτει:

  • Ενθάρρυνση της μόνιμης, ή εποχικής διαμονής εύπορων συνταξιούχων από άλλες χώρες, αλλά και εργαζόμενων ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίοι στην εποχή του διαδικτύου μπορεί να έχουν τόπο διαμονής την Ελλάδα αλλά να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ηλεκτρονικά σε επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλες χώρες.
  • Ενθάρρυνση του συνεδριακού τουρισμού,
  • Διευκόλυνση της κρουαζιέρας,
  • Προσέλκυση ξένων επισκεπτών και στην ηπειρωτική και ορεινή Ελλάδα.

* * *

Για να υποστηριχθεί η τουριστική ανάπτυξη στο μέλλον οι περιορισμένοι δημόσιοι πόροι θα πρέπει να κατανεμηθούν πιο αποδοτικά, με βάση τις συγκεκριμένες προτεραιότητες. Η κρατική χρηματοδότηση οφείλει επίσης να στραφεί στη δημιουργία των απαραίτητων βασικών υποδομών, όπως:

α. Προστασία και ανάδειξη των παραδοσιακών οικισμών, καθώς και ενίσχυση του ορεινού τουρισμού. Αναβάθμιση ορισμένων "βασικών υποδομών", όπως είναι οι υπηρεσίες που παρέχονται στα μουσεία και σε χώρους μεγάλης επισκεψιμότητας, αλλά και η προστασία χώρων φυσικού κάλλους.

β. Σύγχρονες υποδομές στις συγκοινωνίες, στις επικοινωνίες και στις υπηρεσίες υγείας, που είναι απολύτως απαραίτητες για την ανάπτυξη του συνεδριακού τουρισμού και την ενθάρρυνση της μόνιμης ή εποχικής διαμονής στη χώρα μας ξένων ηλικιωμένων συνταξιούχων ή νεότερων στην ηλικία ελεύθερων επαγγελματιών.

γ. Επαρκείς και σύγχρονες υποδομές στα λιμάνια (ώστε να προσελκυστούν οι μεγάλες εταιρίες που οργανώνουν κρουαζιέρες), στα αεροδρόμια και σε κομβικά σημεία του οδικού δικτύου.

Η κρατική χρηματοδότηση θα είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη τα αμέσως επόμενα χρόνια, την περίοδο δηλαδή της δημοσιονομικής προσαρμογής. Για να εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι πόροι, θα πρέπει επομένως να εξεταστούν όλες οι εναλλακτικές δυνατότητες, όπως η:

- Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Σε όλη τη χώρα υπάρχουν διάσπαρτες εκτάσεις του Δημοσίου, πολλές απ’ αυτές σε τουριστικά προνομιούχες περιοχές, που παραμένουν ανεκμετάλλευτες.

- Συγχρηματοδότηση έργων υποδομής με τη μορφή συμπράξεων με ιδιωτικούς φορείς.

- Ενθάρρυνση της συλλογικής συμμετοχής επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων, που απαιτούνται για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και την αύξηση του αριθμού των αφίξεων. Επιχειρηματικές μονάδες θα μπορούσαν π.χ. να συμβάλουν συλλογικά στο κόστος νέων αεροπορικών συνδέσεων σε περιφερειακά αεροδρόμια.

Όσον αφορά την προβολή, η εμπειρία δείχνει ότι η αποδοτικότητα των πόρων που κατευθύνονται εκεί έχει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Σε στενή συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, το κράτος πρέπει να αναπροσανατολίσει την πολιτική του, εστιάζοντας την προσοχή του:

α) στη μέγιστη δυνατή διάχυση των μηνυμάτων με τη χρησιμοποίηση πολλαπλών μέσων πέραν των παραδοσιακών. Και βέβαια αναφέρομαι στο διαδίκτυο και στις μεγάλες δυνατότητες επικοινωνίας που αυτό παρέχει.

β) στη διαφοροποίηση των μηνυμάτων ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθύνονται. Μονοθεματικές εκστρατείες προβολής κρίνονται ως απρόσφορες. Αν στόχος είναι να προσφέρουμε μια μεγάλη ποικιλία υπηρεσιών, ανάλογη ποικιλία πρέπει να υιοθετήσουμε και για την προβολή τους.

Όσον αφορά την εκπαίδευση θα σημειώσω ότι οφείλουμε να εμπλουτίσουμε το ανθρώπινο κεφάλαιο, να διευρύνουμε τις γνώσεις και τις δεξιότητές του. Πέραν από την αναγκαία βελτίωση της κατάρτισης που παρέχουν οι Σχολές Τουριστικών Επαγγελμάτων, θα ήταν σκόπιμο να εξετασθεί η εισαγωγή τουριστικών σπουδών και στα πανεπιστήμια. Η επιλογή αυτή θα πρέπει να έχει μακρόπνοη στόχευση: να δημιουργήσει στη χώρα ένα κέντρο τουριστικής εκπαίδευσης για την ευρύτερη περιοχή.

Όπως όμως όλες οι επιχειρήσεις, έτσι και οι τουριστικές, για να λειτουργήσουν αποδοτικά χρειάζονται ένα πλαίσιο που δεν θα δημιουργεί εμπόδια στην ίδρυση και τη λειτουργία τους. Ένα πλαίσιο που ορίζεται από σταθερό φορολογικό σύστημα, ελαχιστοποίηση των διοικητικών εμποδίων, σαφείς κανόνες για τη λειτουργία των αγορών και του ανταγωνισμού. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη δρομολογηθεί αλλαγές, πολλά όμως είναι αυτά που απομένουν. Ιδιαίτερη σημασία έχει η καθιέρωση χωροταξικού σχεδίου για τουριστικές επενδύσεις, ώστε να απλοποιηθούν οι ισχύουσες γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Όπως ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, μια βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της μεγάλης προσπάθειας, που έχει αναλάβει η χώρα, είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για τις επιχειρήσεις του τουριστικού τομέα, οι οποίες, καθώς είναι εξ ορισμού εξωστρεφείς, έχουν περισσότερες δυνατότητες να παρακάμψουν τα προβλήματα που δημιουργεί η ύφεση στην εγχώρια αγορά. Οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει τώρα να προχωρήσουν σε κινήσεις, που θα εξασφαλίσουν τη βελτίωση της ανταγωνιστικής τους θέσης. Αυτό προϋποθέτει:

α. Παρακολούθηση των αλλαγών στην παγκόσμια αγορά και άμεση ανταπόκριση σε αυτές.

β. Ενδυνάμωση του μεγέθους των επιχειρήσεων για να εκμεταλλευθούν τις οικονομίες κλίμακας. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα και αύξηση του μεγέθους των μονάδων.

γ. Επιχειρηματικές συνεργασίες τόσο μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων όσο και επιχειρήσεων από όλη την αλυσίδα παραγωγής του τουριστικού προϊόντος: μεταφορά – διαμονή – εστίαση – αναψυχή.

δ. Απομάκρυνση από τη μυωπική λογική του εύκολου και γρήγορου κέρδους και προσανατολισμός των δραστηριοτήτων και του οικονομικού σχεδιασμού τους σε μακρύτερους χρονικούς ορίζοντες.

* * *

Τελειώνοντας θα ήθελα να επαναλάβω την πεποίθησή μου ότι η δύσκολη πορεία την οποία διανύουμε σήμερα απαιτεί από τον καθένα να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Κράτος, εργαζόμενοι και επιχειρήσεις έχουμε ένα κοινό στόχο: Να επαναφέρουμε το συντομότερο δυνατόν την οικονομία σε ανοδική και βιώσιμη πορεία. Κοινή συνεπώς πρέπει να είναι και η προσπάθεια. Αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας και αντιμετωπίσουμε τη σημερινή συγκυρία με διορατικότητα, τόλμη και συνέπεια είμαι βέβαιος ότι δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για ένα αισιόδοξο μέλλον.

Το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας είναι τεράστιο. Ήδη η κατάσταση βαίνει βελτιούμενη, ωστόσο ο δρόμος είναι μακρύς και δεν δικαιολογείται εφησυχασμός. Η σημερινή κρίση μπορεί να γίνει ο καταλύτης που θα αναμορφώσει την οικονομία, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα και την ευημερία της χώρας εντός της ζώνης του ευρώ. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα.

Ισοζύγιο Πληρωμών Σεπτεμβρίου 2010

Οπως διαβάζουμε σε ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδος:


" Ισοζύγιο Πληρωμών: Σεπτέμβριος 2010

Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

Το Σεπτέμβριο του 2010 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 1.311 εκατ. ευρώ, δηλαδή εμφάνισε μείωση κατά 169 εκατ. ευρώ ή 11,4% έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2009. Η βελτίωση αυτή οφείλεται κυρίως στον περιορισμό του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και δευτερευόντως στην άνοδο του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών. Οι εξελίξεις αυτές αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την αύξηση των ελλειμμάτων των ισοζυγίων τρεχουσών μεταβιβάσεων και εισοδημάτων.

Ο περιορισμός του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου οφείλεται στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος εκτός καυσίμων και πλοίων κατά 734 εκατ. ευρώ, ενώ οι καθαρές πληρωμές για αγορά καυσίμων και πλοίων αυξήθηκαν κατά 270 και 147 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Ειδικότερα, οι εξαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων αυξήθηκαν έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2009 κατά 6,2%. Σημειώνεται ότι μέχρι και τον μήνα Ιούνιο ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των εξαγωγών εκτός καυσίμων και πλοίων ήταν αρνητικός ενώ τους δύο επόμενους μήνες παρουσίασε μόνο οριακή άνοδο. Οι εισαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων μειώθηκαν κατά 23,3% έναντι του Σεπτεμβρίου 2009.

Το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών αυξήθηκε κατά 108 εκατ. ευρώ λόγω της ανόδου των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες μεταφορών κατά 142 εκατ. ευρώ και της μείωσης των καθαρών πληρωμών για «λοιπές» υπηρεσίες κατά 41 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, οι καθαρές εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες περιορίστηκαν κατά 75 εκατ. ευρώ σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2009. Σημειώνεται ότι τόσο οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες όσο και οι πληρωμές για ταξιδιωτικές υπηρεσίες εμφάνισαν μείωση κατά 5,1% και 4,1% αντίστοιχα έναντι του Σεπτεμβρίου 2009. Αντίθετα, οι εισπράξεις από υπηρεσίες μεταφορών (κυρίως από την εμπορική ναυτιλία) συνέχισαν και το Σεπτέμβριο να αυξάνονται με υψηλό ρυθμό (18,6%).

Το έλλειμμα του ισοζυγίου εισοδημάτων αυξήθηκε κατά 88 εκατ. ευρώ, λόγω της αύξησης των καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη.

Τέλος, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών μεταβιβάσεων αυξήθηκε κατά 168 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το Σεπτέμβριο του 2009 λόγω της μείωσης των μεταβιβαστικών εισπράξεων του τομέα της γενικής κυβέρνησης (κυρίως από την ΕΕ) και δευτερευόντως λόγω της αύξησης των μεταβιβαστικών πληρωμών του ίδιου τομέα προς την ΕΕ. (Υπενθυμίζεται ότι οι ακαθάριστες τρέχουσες μεταβιβάσεις από την ΕΕ περιλαμβάνουν κυρίως τις καταβολές από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) καθώς και τις καταβολές από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, ενώ οι τρέχουσες μεταβιβάσεις προς την ΕΕ περιλαμβάνουν τις αποδόσεις-πληρωμές της Ελλάδος στον Κοινοτικό Προϋπολογισμό.)

Το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2010 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά 2,9% ή 511 εκατ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η μείωση, σε ετήσια βάση, άρχισε να καταγράφεται από τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους. Συγκεκριμένα, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε εμφανίσει μέση ετήσια αύξηση 0,4% κατά το εξάμηνο Ιανουαρίου-Ιουνίου, τον Ιούλιο μειώθηκε κατά 11,6%, τον Αύγουστο κατά 44,5% και τον Σεπτέμβριο κατά 11,4% έναντι των αντίστοιχων μηνών του 2009. Η εξέλιξη κατά το εννεάμηνο αντανακλά κυρίως τη μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και την αύξηση του πλεονάσματος του ισοζυγίου των υπηρεσιών. Αντίθετα, την ίδια περίοδο, το πλεόνασμα του ισοζυγίου των τρεχουσών μεταβιβάσεων περιορίστηκε αισθητά, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου των εισοδημάτων παρουσίασε οριακή αύξηση.

Ο περιορισμός του συνολικού ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου κατά 923 εκατ. ευρώ οφείλεται κυρίως στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος εκτός καυσίμων και πλοίων κατά 2,5 δισεκ. ευρώ. Ειδικότερα, οι πληρωμές για εισαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων μειώθηκαν κατά 2,7 δισεκ. ευρώ ή 11,4%, ενώ οι εισπράξεις από τις αντίστοιχες εξαγωγές μειώθηκαν κατά 209 εκατ. ευρώ ή 2,5%. Αντίθετα, οι καθαρές πληρωμές για εισαγωγές καυσίμων αυξήθηκαν κατά 1,3 δισεκ. ευρώ ή 23,2%, ενώ οι καθαρές πληρωμές για αγορές πλοίων αυξήθηκαν κατά 209 εκατ. ευρώ ή 8,2%.

Η άνοδος του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών κατά 376 εκατ. ευρώ οφείλεται κυρίως στην άνοδο των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες μεταφορών και δευτερευόντως στη μείωση των καθαρών πληρωμών για λοιπές υπηρεσίες. Οι ακαθάριστες εισπράξεις από υπηρεσίες μεταφορών (κυρίως από την εμπορική ναυτιλία) παρουσίασαν άνοδο κατά 15,6% και, παρά την αύξηση των αντιστοίχων πληρωμών κατά 18,4%, οι καθαρές εισπράξεις της κατηγορίας αυτής αυξήθηκαν κατά 621 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, οι καθαρές εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες περιορίστηκαν κατά 484 εκατ. ευρώ, καθώς οι ταξιδιωτικές δαπάνες στην Ελλάδα από μη κατοίκους μειώθηκαν κατά 636 εκατ. ευρώ ή 6,9%, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες στο εξωτερικό από κατοίκους Ελλάδος μειώθηκαν κατά 152 εκατ. ευρώ ή 8,3%. Τέλος, οι καθαρές πληρωμές για «λοιπές» υπηρεσίες περιορίστηκαν κατά 239 εκατ. ευρώ.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου των εισοδημάτων αυξήθηκε οριακά (κατά 36 εκατ. ευρώ ή 0,5%) σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009, αντανακλώντας την αύξηση των καθαρών πληρωμών για αμοιβές, ενώ οι καθαρές πληρωμές για τόκους, μερίσματα και κέρδη έμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες.

Τέλος, το πλεόνασμα του ισοζυγίου των τρεχουσών μεταβιβάσεων μειώθηκε κατά 752 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Η μείωση αυτή προέκυψε δεδομένου ότι οι "λοιποί τομείς" (μεταναστευτικά εμβάσματα κ.λπ.) εμφάνισαν καθαρές μεταβιβαστικές πληρωμές ύψους 27 εκατ. ευρώ έναντι καθαρών εισπράξεων ύψους 373 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2009, ενώ οι καθαρές μεταβιβαστικές εισπράξεις του τομέα της γενικής κυβέρνησης (κυρίως από την ΕΕ) μειώθηκαν κατά 352 εκατ. ευρώ (η εξέλιξη αυτή οφειλόταν κατά τα 3/5 περίπου σε μείωση των εισπράξεων και κατά τα 2/5 σε αύξηση των πληρωμών).

Ισοζύγιο Κεφαλαιακών Μεταβιβάσεων

Το Σεπτέμβριο του 2010 το ισοζύγιο κεφαλαιακών μεταβιβάσεων παρουσίασε έλλειμμα 18 εκατ. ευρώ, έναντι 13 εκατ. ευρώ το Σεπτέμβριο του 2009. (Οι κεφαλαιακές μεταβιβάσεις από την ΕΕ περιλαμβάνουν κυρίως τις καταβολές από τα Διαρθρωτικά Ταμεία -- πλην του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου -- και το Ταμείο Συνοχής, βάσει του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης.)

Το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2010 το ισοζύγιο κεφαλαιακών μεταβιβάσεων εμφάνισε πλεόνασμα 769 εκατ. ευρώ, έναντι 1,5 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά σχεδόν αποκλειστικά τη μείωση των κεφαλαιακών μεταβιβάσεων από την ΕΕ προς τον τομέα της γενικής κυβέρνησης. Το συνολικό ισοζύγιο μεταβιβάσεων (τρεχουσών και κεφαλαιακών) παρουσίασε πλεόνασμα 1,5 δισεκ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 3,0 δισεκ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2009.

Συνολικό Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και Κεφαλαιακών Μεταβιβάσεων

Τον Σεπτέμβριο 2010 το συνολικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων (το οποίο αντιστοιχεί στις ανάγκες της οικονομίας για χρηματοδότηση από το εξωτερικό) παρουσίασε έλλειμμα 1,3 δισεκ. ευρώ, έναντι ελλείμματος 1,5 δισεκ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2009. Το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2010 το έλλειμμα του συνολικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων διαμορφώθηκε σε 16,3 δισεκ. ευρώ έναντι 16,1 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2009, δηλαδή αυξήθηκε κατά 1,5%.

Ισοζύγιο Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών

Τον Σεπτέμβριο του 2010 οι άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό από κατοίκους Ελλάδος κατέγραψαν καθαρή εκροή ύψους 82 εκατ. ευρώ. Η σημαντικότερη συναλλαγή της κατηγορίας αυτής αφορά την εκροή 36 εκατ. ευρώ για την συμμετοχή της Lamda Development ΑΕ Συμμετοχών και Αξιοποίησης Ακινήτων στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της εταιρίας Lamda Development (Ολλανδία). Εξάλλου, οι άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα από μη κατοίκους εμφάνισαν καθαρή εκροή μόνο 3 εκατ. ευρώ, χωρίς αξιοσημείωτες συναλλαγές.

Στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου καταγράφηκε καθαρή εκροή ύψους 187 εκατ. ευρώ, η οποία οφείλεται κυρίως στην μείωση των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια κατά 2,7 δισεκ. ευρώ και σε μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων κατά 133 εκατ. ευρώ (εκροή). Οι κινήσεις αυτές υπεραντιστάθμισαν τη μείωση κατά 2,6 δισεκ. ευρώ των τοποθετήσεων κατοίκων σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του εξωτερικού (εισροή).

Όσον αφορά τις ''λοιπές'' επενδύσεις, καταγράφηκε καθαρή εισροή ύψους 936 εκατ. ευρώ, η οποία οφείλεται κυρίως στον καθαρό δανεισμό του δημοσίου τομέα ύψους 9,05 δισεκ. ευρώ, στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελληνικής οικονομίας, αλλά και στη μείωση του υπολοίπου των δανείων που έχουν χορηγηθεί σε μη κατοίκους (εισροή ύψους 239 εκατ. ευρώ). Οι εξελίξεις αυτές αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την μείωση των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε καταθέσεις και repos στην Ελλάδα κατά 5,9 δισεκ. ευρώ (εκροή) και την αύξηση των τοποθετήσεων των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων και θεσμικών επενδυτών σε καταθέσεις και repos του εξωτερικού κατά 2,4 δισεκ. ευρώ (εκροή).

Το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2010 οι άμεσες επενδύσεις εμφάνισαν καθαρή εισροή ύψους 404 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, η καθαρή εισροή κεφαλαίων μη κατοίκων για άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα ανήλθε σε 1,1 δισεκ. ευρώ (έναντι καθαρής εισροής 1,8 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2009), ενώ σημειώθηκε εκροή ύψους 0,7 δισεκ. ευρώ για άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό από κατοίκους Ελλάδος.

Στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, την ίδια περίοδο, σημειώθηκε καθαρή εκροή ύψους 18,3 δισεκ. ευρώ (έναντι καθαρής εισροής 23,4 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2009). Ειδικότερα, σημειώθηκε εκροή κεφαλαίων λόγω μείωσης των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια (κατά 29,2 δισεκ. ευρώ), καθώς και σε μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων (κατά 1,3 δισεκ. ευρώ). Εκροή ύψους 1,2 δισεκ. ευρώ σημειώθηκε επίσης λόγω της αύξησης των τοποθετήσεων κατοίκων σε μετοχές του εξωτερικού. Οι εκροές αυτές αντισταθμίστηκαν μόνο εν μέρει από την εισροή κεφαλαίων λόγω μείωσης των τοποθετήσεων των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων και θεσμικών επενδυτών σε ομόλογα (κατά 13,1 δισεκ. ευρώ) και σε χρηματοοικονομικά παράγωγα του εξωτερικού (κατά 0,4 δισεκ. ευρώ).

Στην κατηγορία των "λοιπών'' επενδύσεων η καθαρή εισροή ύψους 34,9 δισεκ. ευρώ (έναντι καθαρής εκροής 7,5 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2009) οφείλεται κυρίως στον καθαρό δανεισμό του τομέα της γενικής κυβέρνησης ύψους 27,6 δισεκ. ευρώ, καθώς και στην αύξηση των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε καταθέσεις και repos στην Ελλάδα κατά 12,9 δισεκ. ευρώ (εισροή). Οι εξελίξεις αυτές αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την αύξηση των τοποθετήσεων των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων και θεσμικών επενδυτών σε καταθέσεις και repos στο εξωτερικό κατά 6,6 δισεκ. ευρώ (εκροή).

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2010 τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας διαμορφώθηκαν σε 4,4 δισεκ. ευρώ. (Υπενθυμίζεται ότι από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ τον Ιανουάριο του 2001 τα συναλλαγματικά διαθέσιμα, σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, περιλαμβάνουν μόνο το νομισματικό χρυσό, τη "συναλλαγματική θέση" στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τα "ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα" και τις απαιτήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σε ξένο νόμισμα έναντι κατοίκων χωρών εκτός της ζώνης του ευρώ. Αντίθετα, δεν περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις σε ευρώ έναντι κατοίκων χωρών εκτός της ζώνης του ευρώ, τις απαιτήσεις σε συνάλλαγμα και σε ευρώ έναντι κατοίκων χωρών της ζώνης του ευρώ, και τη συμμετοχή της Τράπεζας της Ελλάδος στο κεφάλαιο και στα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ).


Αναλυτικά το ισοζύγιο μπορούμε να δούμε εδώ (αρχείο .xls, "ανοίγει" με Excel).

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Αξιολόγηση χωρών

Στο παρακάτω link:

http://www.newsweek.com/2010/08/15/interactive-infographic-of-the-worlds-best-countries.html

μπορούμε να δούμε διαδραστικά (interactive) την κατάταξη των χωρών, σύμφωνα με το περιοδικό Newsweek.

Θα ήθελα να το "εξερευνήσετε" και να δώσετε βαρύτητα στην μεθοδολογία (και τις πηγές) της αξιολόγησης.

Αναμένω σχόλια και παρατηρήσεις!

Καταναλωτική εμπιστοσύνη

Οπως διαβάζουμε στην "Ναυτεμπορική":

"ΕΛΣΤΑΤ: 9,9% κάτω ο δείκτης όγκου λιανικών πωλήσεων τον Σεπτέμβριο


Κατά 9,9% μειώθηκε τον Σεπτέμβριο, σε ετήσια βάση, ο δείκτης όγκου των λιανικών πωλήσεων (μαζί με τα καύσιμα) έναντι μείωσης κατά 8,8% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2009 προς το 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε την Τρίτη η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).

Ο δείκτης όγκου χωρίς τα καύσιμα, το Σεπτέμβριο 2010, σε σύγκριση με το δείκτη του Σεπτεμβρίου 2009 σημείωσε μείωση 11,0%, έναντι μείωσης 10,0%, που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2009 προς το 2008.

Ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών, χωρίς τα καύσιμα, κατά το Σεπτέμβριο 2010, σε σύγκριση με το δείκτη του Σεπτεμβρίου 2009, σημείωσε μείωση 7,9%, έναντι μείωσης 7,7%, που καταγράφηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2009 προς το 2008.

Ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών, με τα καύσιμα, κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2010, σε σύγκριση με το δείκτη του Σεπτεμβρίου 2009, σημείωσε μείωση 3,9%, έναντι μείωσης 7,7%, που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2009 προς το 2008.

«Η κάμψη των λιανικών πωλήσεων συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, καθώς η πλήρης επίδραση των δημοσιονομικών μέτρων που εφαρμόστηκαν κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους σε συνδυασμό με τον υψηλό πληθωρισμό εξασθενούν το διαθέσιμο εισόδημα και την καταναλωτική εμπιστοσύνη. Η κάμψη της ιδιωτικής ζήτησης θα παραμείνει έντονη το τελευταίο τρίμηνο του έτους, καθώς θα επιβαρυνθεί από την αρνητική επίδραση σε ετήσια βάση της ζήτησης το τελευταίο τρίμηνο του 2009», δήλωσε στο Reuters ο κ. Νίκος Μαγγίνας, οικονομολόγος στην Εθνική Τράπεζα".


Θα ήθελα τις παρατηρήσεις σας, όσον αφορά στην μέση και οριακή ροπή προς κατανάλωση. Επίσης, να συνδέσετε το παραπάνω άρθρο με τις ενδεχόμενες συνέπειές της μείωσης της κατανάλωσης στο οικονομικό κύκλωμα (τόσο σε επίπεδο μικροοικονομικής, όσο και σε μακροοικονομική διάσταση -συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας οικονομικής).

Οικονομικές προβλέψεις Ευρωζώνης


(για μεγέθυνση, click σην εικόνα)