Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Λαϊκά ομόλογα

Οπως διαβάζουμε στο "Βήμα":

"Λαϊκά ομόλογα εκδίδει η Καταλονία - Απευθύνονται σε ιδιώτες μικροεπενδυτές

Για τρίτη φορά το τελευταίο 12μηνο η αυτόνομη περιφέρεια της Καταλονίας πρόκειται να εκδώσει ομόλογα τα οποία θα διατεθούν σε ιδιώτες μικροεπενδυτές και όχι σε θεσμικούς και άλλους επενδυτές των διεθνών χρηματαγορών.

Τα ομόλογα διάρκειας ενός και δύο ετών θα διατεθούν μέσω τραπεζών (CaixaBank, CatalunyaCaixa και Banco de Sabadell) και θα αποδίδουν αντιστοίχως επιτόκιο 4,75% και 5,25%. Η έκδοση των τίτλων στις 24 Οκτωβρίου θα συμπέσει με την πληρωμή κουπονιού των πρώτων «λαϊκών ομολόγων» που είχε εκδώσει την περασμένη χρονιά η τοπική κυβέρνηση.

Από την πώληση εκτιμάται ότι θα αντληθούν τρία έως τέσσερα δισ. ευρώ καθώς θεωρείται πιθανόν να εκδηλωθεί ενδιαφέρον αναχρηματοδότησης από τους κατόχους των περσινών 12μηνων ομολόγων.

Εκτός όμως από τα χρήματα που θα εισρεύσουν στο ταμείο της δεύτερης πιο χρεωμένης περιφέρειας της χώρας (με χρέος 38,5 δισ. ευρώ) το πραγματικό όφελος θα προέλθει από το μειωμένο επιτόκιο που θα καταβάλει η Βαρκελώνη στους αγοραστές των ομολόγων.

Πολλές από τις περιφέρεις της χώρας μεταξύ των οποίων και η Καταλονία έχουν υποβαθμιστεί από τους οίκους αξιολόγησης και αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα δανεισμού στις αγορές. Είναι ενδεικτικό ότι το επιτόκιο των 10ετών ομολόγων της Ισπανίας βρίσκεται πάνω από το 5%.

Παράλληλα η Καταλονία, της οποίας τα οικονομικά μεγέθη αντιστοιχούν σε αυτά της Πορτογαλίας, σχεδιάζει την πώληση ακινήτων υψηλής εμπορικής αξίας προκειμένου να αντλήσει 550 εκατ. ευρώ μέχρι το τέλος του έτους και να παρουσιάσει μικρότερο έλλειμμα.

Ο υπουργός Οικονομικών της Καταλονίας Αντρέου Μας δήλωσε στο ισπανικό κανάλι TV3 ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να απευθύνεται στους πολίτες της περιφέρειας και τις εγχώριες τράπεζες προκειμένου να εξασφαλίσει χρηματοδότηση με ευνοϊκό επιτόκιο τονίζοντας ότι το ενδιαφέρον των τραπεζών για τις προηγούμενες εκδόσεις αποδεικνύει τη φερεγγυότητα της τοπικής διοίκησης".

Αμετάβλητα επιτόκια, παροχή ρευστότητας και αλλαγή φρουράς στην Ε.Κ.Τ.

Οπως αναφέρει το "Βήμα":

"Αμετάβλητο στο 1,50% διατήρησε την Πέμπτη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το παρεμβατικό της επιτόκιο, όπως άλλωστε αναμενόταν από την αγορά και η προσοχή στράφηκε στη συνέντευξη Τύπου του Ζαν-Κλοντ Τρισέ, την τελευταία που παραχωρεί ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης ως πρόεδρος της ΕΚΤ, καθώς από την 1η Νοεμβρίου αναλαμβάνει επικεφαλής ο Ιταλός Μάριο Ντράγκι.

Ο κ. Τρισέ ανακοίνωσε μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας, ξεκινώντας την παροχή 12μηνων και 13μηνων δανείων προς τις τράπεζες και την επαναγορά καλυμμένων ομολόγων ύψους 40 δισ. ευρώ.

Ειδικότερα, η ΕΚΤ θα προσφέρει στις τράπεζες 12μηνο δάνειο, αρχής γενομένης απ' αυτό το μήνα και ένα δεύτερο δάνειο, διάρκειας 13 μηνών, τον Δεκέμβριο.

Τελευταία φορά που προσέφερε ρευστότητα στις τράπεζες για περίοδο 12 μηνών ήταν στα τέλη του 2009.

Πρόκειται για δύο νέα προγράμματα πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης. Και τα δύο θα έχουν σταθερό επιτόκιο.

Επίσης, θα προχωρήσει από το Νοέμβριο σε αγορά «καλυμμένων» ομολόγων (τα ομόλογα με εγγύηση στεγαστικά ή άλλα δάνεια) ύψους 40 δισ. ευρώ, επανενεργοποιώντας το πρόγραμμα ύψους 60 δισ. ευρώ που εφάρμοσε μεταξύ του 2009 και του 2010.

Ο κ. Τρισέ ανέφερε είπε ότι η τράπεζα θα δαπανήσει 40 δισ. ευρώ από το Νοέμβριο και για 12 μήνες, με αγορές τόσο στην πρωτογενή όσο και στη δευτερογενή αγορά, εκτιμώντας ότι η κίνηση αυτή θα διασφαλίσει την ανεμπόδιστη παροχή ρευστότητας στις αγορές.

Το προηγούμενο πρόγραμμα αγορά καλυμμένων ομολόγων διήρκεσε από τον Ιούνιο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2010, με το μηνιαίο ύψος των αγορών να είναι σταθερά γύρω στα 5 δισ. ευρώ.

Η αλλαγή φρουράς στην προεδρία της ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από την αλλαγή στρατηγικής της κεντρικής τράπεζας προς μία πιο ευέλικτη κατεύθυνση, την ίδια ώρα που εντείνονται οι πιέσεις για μείωση των επιτοκίων.

Ο κ. Τρισέ κατηγορήθηκε ότι άλλαζε εύκολα θέσεις για πολύ σημαντικά θέματα, με αποτέλεσμα οι πράξεις του να διαψεύδουν τα λεγόμενα του, αν και οι συνθήκες στην Ευρωζώνη τα δύο τελευταία χρόνια είναι πολύ δύσκολες και προφανώς απαιτούν και τη λήψη έκτακτων μέτρων.

Στο επίκεντρο της κριτικής είναι και το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, το οποίο προκάλεσε και τις παραιτήσεις των Γερμανών «γερακιών», Άξελ Βέμπερ και Γιούργκεν Σταρκ. Ο κ. Βέμπερ θεωρείτο ο επικρατέστερος διάδοχος του Τρισέ στην προεδρία της ΕΚΤ.

Η ΕΚΤ έχει δαπανήσει 160 δισ. ευρώ σε αγορές ομολόγων της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Πολλοί αναλυτές και οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για «χαμένα λεφτά», καθώς, παρά την πρόσκαιρη ανακούφιση, δεν προσέφεραν κάτι ιδιαίτερο στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους.

Καθώς επιδεινώνεται η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη και εντείνονται οι φόβοι για ενδεχόμενη ελληνική πτώχευση, η ΕΚΤ πιέζεται να στηρίξει την αγορά ομολόγων είτε απευθείας είτε μέσω του μηχανισμού ευρωστήριξης EFSF.

Η ΕΚΤ έχει αυξήσει δύο φορές εφέτος το παρεμβατικό της επιτόκιο. Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι μέχρι το τέλος του έτους θα προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων, κατά τουλάχιστον 0,25%".

Ανάλυση περί της κρίσης

Γράφει, σε άρθρο του, ο καθηγητής στο Fletcher School of Law and Diplomacy κ. Ibrahim Warde (αναδημοσίευση στην "Ελευθεροτυπία"):

"Κρίση: Τρία χρόνια που συγκλονίζουν τον κόσμο
Οι χρηματοοικονομικές ελίτ παραμένουν πρωταγωνίστριες - Χλομή η Ανοιξη στη Βόρεια Αφρική

Ακόμα και η μείωση της μεγέθυνσης στην Κίνα και τη Γερμανία δεν διακόπτει τη σκλήρυνση των πολιτικών λιτότητας. Την ώρα που οι ισπανοί σοσιαλιστές σκοπεύουν να θεσμοθετήσουν συνταγματικά τη μείωση του δημόσιου χρέους, η γαλλική δεξιά συνεχίζει να περικόπτει τις δημόσιες δαπάνες. Κι όμως, μετά το χρηματοπιστωτικό κραχ του Σεπτεμβρίου του 2008, όλοι μιλούσαν για την επιστροφή του Κέινς.

Πριν από τρία χρόνια ζήσαμε μια στιγμή απίστευτης αβεβαιότητας: τα πάντα κλονίζονταν και κανείς δεν αμφέβαλλε όλα θα καταρρεύσουν. Στις 7 Σεπτεμβρίου του 2008, η αμερικανική κυβέρνηση έθεσε υπό την κηδεμονία του κράτους τη Fannie Mae και τη Freddie Mac, τους δύο γίγαντες των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων. Στις 15 του ίδιου μήνα, η αξιοσέβαστη επιχειρηματική τράπεζα Lehman Brothers ανήγγειλε τη χρεοκοπία της. Στις 16, εισακούοντας την έκκληση για βοήθεια που απηύθυνε η εφημερίδα «Wall Street Journal», η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον εξαγόρασε την American International Group (AIG), τη μεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρεία της χώρας. Ολοι έμειναν αποσβολωμένοι και τα χρηματιστήρια άρχισαν να κατρακυλούν. Οι αμερικανικές αρχές κρατικοποίησαν σημαντικό τμήμα της αυτοκινητοβιομηχανίας της χώρας και διοχέτευσαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια στην οικονομία. Στο προσκήνιο βρέθηκαν ξανά ο Κέινς, το Νιου Ντιλ και το κράτος ως υπεύθυνο για τη χάραξη στρατηγικής στην οικονομία.

Σε ολόκληρη τη Δύση, η αστική τάξη των επιχειρηματιών, μετανοημένη και συντετριμμένη, ορκίζεται ότι «στο εξής, τίποτε δεν θα είναι πλέον όπως πριν». Ο γάλλος πρωθυπουργός, Φρανσουά Φιγιόν, περιγράφει «έναν κόσμο στο χείλος του γκρεμού». Στο εξώφυλλο του -σχεδόν τρομοκρατημένου- «Newsweek» φιγουράρει ο τίτλος «Τώρα είμαστε όλοι σοσιαλιστές». Το «Time» καλεί «να ξανασκεφθούμε τον Μαρξ» για να «βρούμε τα μέσα που χρειαζόμαστε ώστε να σώσουμε τον καπιταλισμό». Ομως για την «Washington Post», αυτή η υπόθεση φαίνεται τόσο αμφίβολη που το κύριο άρθρο της φέρει τον εξής τίτλο: «Μήπως ο καπιταλισμός είναι νεκρός;»(1).

ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Βέβαια, υπήρξε ένα σύντομο μεσοδιάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου οι άλλοτε ένδοξες πολιτικές και χρηματοοικονομικές ελίτ, οι οποίες οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία ένα βήμα πριν από την καταστροφή, γνώρισαν στιγμές μεγάλης δυσμένειας - πράγμα που τους επέτρεψε στη συνέχεια να εμφανιστούν ως θύματα διώξεων. Ωστόσο, πολύ σύντομα ξαναβρήκαν την παλιά τους αλαζονεία. Υπήρξαν βαρύγδουπες δηλώσεις και φιέστες γεμάτες υποσχέσεις, οι οποίες παρέμειναν υποσχέσεις. Ψηφίστηκαν και ορισμένοι νόμοι, όμως η πρακτική εφαρμογή τους -είτε επρόκειτο για τις νέες δομές επιτήρησης του χρηματοοικονομικού τομέα, για την ενίσχυση των κανόνων προληπτικής εποπτείας, για τον περιορισμό των μπόνους ή για την προστασία του καταναλωτή- αποδείχθηκε εξαιρετικά ανεπαρκής(2).

Το αποτέλεσμα ήταν να ξαναβρεθεί η παγκόσμια οικονομία στο χείλος του γκρεμού. Το καλοκαίρι του 2011 θυμίζει από πολλές απόψεις το φθινόπωρο του 2008. Αρχίζει με ορισμένες καλές ειδήσεις, καλές για τις αγορές ασφαλώς. Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, στην οποία είχε ανατεθεί η αξιολόγηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού τομέα σε περίπτωση κρίσης, καταλήγει σε μια καθησυχαστική γνωμοδότηση: Τα 82 από τα 90 ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υποβλήθηκαν σε τεστ αντοχής πέτυχαν εξαιρετικά αποτελέσματα. Μερικές ημέρες αργότερα, η Ελλάδα διασώθηκε από τη χρεοκοπία χάρη σε ένα σχέδιο το οποίο συνδυάζει θυσίες στις οποίες πρέπει να υποβληθεί ο πληθυσμός της χώρας και διάσωση με χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων. Μάλιστα, η συγκεκριμένη συμφωνία θα αποτρέψει την ενεργοποίηση των συμβολαίων αντιστάθμισης του κινδύνου της στάσης πληρωμών, των περίφημων credit default swaps (CDS), γεγονός το οποίο θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τις τράπεζες.

ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΠΑΝΤΟΥ

Κι όσον αφορά το μέλλον, ορκίζονται ότι θα επιβάλουν λιτότητα και υπόσχονται ότι θα καθιερώσουν τον «χρυσό κανόνα» της δημοσιονομικής λιτότητας στις δεκαεπτά χώρες της ζώνης του ευρώ. Στις δε Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και η αντιπολίτευση των Ρεπουμπλικάνων κατέληξαν, πραγματικά την τελευταία στιγμή, λίγο πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 2ας Αυγούστου, σε έναν συμβιβασμό που προβλέπει το πετσόκομμα των κρατικών δαπανών, αλλά δεν περιλαμβάνει αύξηση των φόρων.

Παρ' όλα αυτά, όλες οι παραπάνω καλές ειδήσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Ο οίκος αξιολόγησης Standard & Poor's αποφασίζει να υποβαθμίσει τη βαθμολογία του αμερικανικού χρέους, η οποία περνάει από το ΑΑΑ στο ΑΑ+. Αν και η γνωμοδότηση στηρίχθηκε σε κάθε άλλο παρά αξιόπιστους αριθμούς [στο δημοσιονομικό έλλειμμα των επόμενων δέκα ετών ο οίκος πρόσθεσε κατά λάθος το ποσό των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (1,389 τρισ. ευρώ)], η απόφαση προκάλεσε νέο πανικό στις αγορές. Κατά εντελώς ακατανόητο τρόπο, στο στόχαστρο βρέθηκαν οι κυριότερες ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες είχαν χαρακτηριστεί υγιείς έναν μήνα νωρίτερα...

Η κυριαρχία του χρηματοοικονομικού τομέα είναι τόσο ισχυρή, ώστε η αντιστροφή της τάσης αυτής μοιάζει αδύνατη. Από την άλλη πλευρά, ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στα κράτη και τις αγορές αποδεικνύεται, για τα πρώτα, δυσμενέστερος απ' όσο ποτέ άλλοτε. Ταυτόχρονα, τα δόγματα που κυριάρχησαν έπειτα από τρεις και πλέον δεκαετίες απορύθμισης του χρηματοοικονομικού τομέα, φαίνονται ακλόνητα. Σχεδόν όλες οι δημόσιες παρεμβάσεις έχουν ως πρωταρχικό στόχο τον καθησυχασμό των αγορών και την προστασία του χρηματοοικονομικού τομέα, ο οποίος επιτίθεται στα κράτη και στους τίτλους του κρατικού χρέους τους. Η αποτυχία των στρατηγικών αυτών δεν εμποδίζει τα κράτη να επανέρχονται συνεχώς με τις ίδιες μεθόδους. Γιατί, οι ίδιες ιδέες, οι οποίες έπρεπε να είχαν εξουδετερωθεί και να είχαν καταστεί ακίνδυνες για να αντικατασταθούν από άλλες, ορθότερες, επανέρχονται διαρκώς σαν τα ζόμπι στις ταινίες τρόμου για να διαπράξουν και νέες καταστροφές(3).

Σήμερα, το σύστημα ελέγχεται από τα ίδια άτομα που κρατούσαν το τιμόνι το 2008, τα οποία στηρίζονται στο ίδιο ιδεολογικό οπλοστάσιο. Οι γίγαντες του χρηματοοικονομικού τομέα, οι οποίοι διασώθηκαν επειδή ήταν «υπερβολικά μεγάλοι ώστε να αφεθούν να καταρρεύσουν» («too big to fail»), είναι σήμερα μεγαλύτεροι απ' όσο ποτέ άλλοτε, ενώ παράλληλα εξακολουθούν να παραμένουν ευάλωτοι. Ο οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν υπογραμμίζει το εξής γεγονός: «Τα διδάγματα της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 ξεχάστηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και οι ίδιες ακριβώς ιδέες, οι οποίες προκάλεσαν την κρίση («κάθε νομοθετική ρύθμιση είναι ολέθρια, αυτό που είναι καλό για τις τράπεζες είναι καλό και για την Αμερική, η πανάκεια συνίσταται στη μείωση της φορολογίας») κυριαρχούν και πάλι στον δημόσιο διάλογο(4).

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΩΤΗΡΕΣ

Από αυτήν την άποψη, η διαδρομή των «ηρώων» της εποχής πριν από την κρίση είναι αποκαλυπτική. Ο Αλαν Γκρίνσπαν, ο Ρόμπερτ Ρούμπιν και ο Λόρενς Σάμερς (αντίστοιχα, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, υπουργός και υφυπουργός Οικονομικών τον Φεβρουάριο του 1999, όταν το διάσημο πλέον εξώφυλλο του «Time» ανακήρυξε το τρίο ως «επιτροπή που θα σώσει τον κόσμο») γνώρισαν ένα σύντομο σκαμπανέβασμα της καριέρας τους. Ο πρώτος ήταν Ρεπουμπλικάνος, οι άλλοι δύο Δημοκρατικοί, και οι τρεις συμβόλιζαν την υπεροχή της χρηματοοικονομικής σφαίρας πάνω στον πολιτικό κόσμο.

Πράγματι, λίγο μετά την εκλογή του στην προεδρία, το 1992, ο Μπιλ Κλίντον αποφάσισε να συμμορφωθεί με τις προσταγές της αγοράς των ομολόγων. Η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη της οικονομίας που ακολούθησε έμοιαζε να επιβεβαιώνει τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η κυρίαρχη θέση που αποκτούσε ο χρηματοοικονομικός τομέας στην οικονομία. Η συγκεκριμένη εξέλιξη ενθάρρυνε τα δύο κόμματα της χώρας να επιδοθούν σε μια ξέφρενη πλειοδοσία: ανταγωνίζονταν για το ποιο από τα δύο θα έκανε περισσότερα δώρα στον κλάδο, καθώς και για το ποιο θα συγκέντρωνε τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Η κυβέρνηση των Δημοκρατικών ήταν εκείνη που προώθησε, το 1999 και το 2000, τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που άνοιξαν τον δρόμο για τη δημιουργία των «τοξικών χρηματοοικονομικών προϊόντων» τα οποία οδήγησαν στην κατάρρευση του χρηματοοικονομικού τομέα(5). Και η κυβέρνηση των Ρεπουμπλικάνων, του Τζορτζ Μπους, η οποία ήταν ακόμα περισσότερο φιλικά διακείμενη προς τη Γουόλ Στριτ, έσπευσε να διαλύσει ό,τι απέμενε από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, διορίζοντας στις θέσεις-κλειδιά ένθερμους οπαδούς της απορύθμισης του χρηματοοικονομικού τομέα. Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε η υποταγή των κυβερνήσεων στις αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης(6).

Μετά τον πανικό του φθινοπώρου του 2008, όσο κι αν οι ελίτ του χρηματοοικονομικού τομέα έγιναν δακτυλοδεικτούμενες ως υπεύθυνες για την καταστροφή, η πραγματική τους εξουσία δεν μειώθηκε. Τον Οκτώβριο του 2008, ο Αλαν Γκρίνσπαν, ο αδιαμφισβήτητος ήρωας της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης των προηγούμενων χρόνων, καταθέτοντας, εμφανώς καταβεβλημένος, σε μια επιτροπή της Γερουσίας, ομολόγησε ότι μόλις είχε συνειδητοποιήσει ότι οι πεποιθήσεις του για την οικονομία στηρίζονταν πάνω σε ένα «λάθος». Η μετάνοια υπήρξε σύντομη και δίχως καμία άλλη συνέπεια. Δυόμισι χρόνια αργότερα, είχε ξαναβρεί το υπεροπτικό του ύφος και κατακεραύνωνε τη νομοθετική ρύθμιση Ντοντ-Φρανκ, η οποία προσπαθούσε -αν και με πολύ δειλό τρόπο- να επαναφέρει λίγη τάξη μέσα στο σύστημα(7). Οσον αφορά τον Ρούμπιν, διατήρησε στενούς -και ιδιαίτερα επικερδείς- δεσμούς με το χρηματοοικονομικό κατεστημένο, γεγονός που δεν τον εμπόδισε διόλου να απευθύνει στους συμπατριώτες του οικονομικές συμβουλές μέσα από τις στήλες των «Financial Times»(8). Ο δε Σάμερς, ποτέ δεν εγκατέλειψε το προσκήνιο της εξουσίας. Την εποχή των προεδρικών εκλογών του 2008 ήταν ένας από τους σημαντικότερους συμβούλους του υποψήφιου Ομπάμα. Σε αντάλλαγμα, μόλις ο τελευταίος ανέλαβε τα προεδρικά καθήκοντα, του ανέθεσε την προεδρία του Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου. Μετά δε την παραίτησή του, στα τέλη του 2010, ξαναβρήκε την έδρα του στο Χάρβαρντ ως καθηγητής Οικονομικών. Οπως εξηγεί ο δημοσιογράφος Μάικλ Χιρς, ακόμα και μετά την πτώση του χρηματοοικονομικού τομέα, «το προηγούμενο καθεστώς και τα ιδεολογικά του οικοδομήματα -ένα μείγμα φριντονισμού(9), γκρινσπανισμού και ρουμπινισμού- εξακολουθούσαν να κυριαρχούν, έστω κι αν οι εμπνευστές τους δεν ήταν πλέον παρόντες(10)».

ΤΑ ΜΠΟΝΟΥΣ ΜΕΝΟΥΝ

Ετσι, ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις καταργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό το κοινωνικό συμβόλαιο που τους συνέδεε με τον πληθυσμό τους ή με τους εργαζόμενους (όπως συνέβη πρόσφατα στην Ελλάδα ή στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας), ο Σάμερς, ως σύμβουλος του Ομπάμα, εξηγούσε ότι ήταν αδύνατον να καταργηθούν τα κολοσσιαία μπόνους που έδινε στα στελέχη της η (χρεοκοπημένη και διασωθείσα από το κράτος) ασφαλιστική εταιρεία AIG: «Είμαστε κράτος δικαίου. Τα μπόνους προβλέπονται από συμβάσεις. Η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να τις καταργήσει με το έτσι θέλω(11)».

Ο Τζον Κάσιντι, δημοσιογράφος που καλύπτει το οικονομικό ρεπορτάζ στον «New Yorker», στο βιβλίο του «Γιατί οι αγορές αποτυγχάνουν», βλέπει σε αυτήν την ιδεολογία όχι την ολοκλήρωση του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού, αλλά τη διαστροφή του. Υπενθυμίζει ότι «η ιδέα ότι οι χρηματαγορές είναι ορθολογικές και έχουν την ικανότητα να αυτορυθμίζονται και να διορθώνουν τα σφάλματά τους, είναι μια επινόηση των τελευταίων σαράντα ετών(12)». Εάν ο χρηματοοικονομικός τομέας επιθυμεί να εμφανίζεται ότι ακολουθεί τις διδαχές του Ανταμ Σμιθ -του πατέρα της κλασικής οικονομίας, τον οποίο πολλοί δηλώνουν ότι λατρεύουν χωρίς ωστόσο και να τον έχουν διαβάσει- τότε παραβιάζει χωρίς κανέναν ενδοιασμό τις αρχές που αυτός έθεσε όσον αφορά τη θέσπιση ρυθμίσεων για τον χρηματοοικονομικό τομέα.

Μερικά χρόνια πριν από την έκδοση του διάσημου έργου του «Ερευνα της φύσης και των αιτίων του πλούτου των εθνών» (1776), ο Σμιθ είχε γίνει μάρτυρας του σκασίματος μιας χρηματοοικονομικής φούσκας η οποία οδήγησε στην κατάρρευση τις 27 από τις 30 τράπεζες του Εδιμβούργου. Συνεπώς, γνώριζε ότι, εάν ο χρηματοοικονομικός τομέας αφεθεί στο έλεος των δυνάμεων της αγοράς, τότε εγκυμονούνται σοβαρότατοι κίνδυνοι για ολόκληρη την κοινωνία. Οσο κι αν πίστευε στο «αόρατο χέρι της αγοράς», είχε διατυπώσει ρητά την άποψη ότι η λογική της ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς δεν έπρεπε να επεκταθεί στη χρηματοοικονομική σφαίρα και ότι ο τραπεζικός τομέας έπρεπε να εξαιρεθεί από την ελευθερία του επιχειρείν και του εμπορεύεσθαι και να υπάγεται σε ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο: «Αυτοί οι κανονισμοί θα μπορούσαν, από ορισμένες απόψεις, να εκληφθούν ως μια παραβίαση της φυσικής ελευθερίας ορισμένων ατόμων. Ομως αυτή ακριβώς η ελευθερία ορισμένων ατόμων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια ολόκληρης της κοινωνίας. Οπως συμβαίνει και στην περίπτωση της οικοδόμησης τοίχων οι οποίοι εμποδίζουν την εξάπλωση των πυρκαγιών, οι κυβερνήσεις, τόσο στις ελεύθερες όσο και στις δεσποτικές χώρες, είναι υποχρεωμένες να θεσπίζουν ρυθμίσεις για το εμπόριο των τραπεζικών υπηρεσιών»(13).

Η ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΡΑΝΤ

Είναι πολύ πιθανόν ότι αυτός ο δίχως καμία εμπειρική βάση φονταμενταλισμός που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή παντού, έχει επηρεαστεί σημαντικά από τη σκέψη της Αϊν Ραντ (Ayn Rand, 1905-1982)(14). Στους μαθητές αυτής της δογματικής και σεκταρίστριας ρωσοαμερικανίδας διαφημίστριας και συγγραφέως, η οποία θεωρούσε τον εγωισμό ως υπέρτατη αρετή και ήταν σφοδρή πολέμια ακόμα και της παραμικρής κρατικής παρέμβασης, περιλαμβανόταν κάποιος Γκρίνσπαν. Ο οποίος, ήδη από το 1963, απέρριπτε την ιδέα ότι εάν αφήνονταν ανεξέλεγκτοι οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να πουλήσουν επικίνδυνα τρόφιμα ή φάρμακα, οικοδομές κακής ποιότητας ή χρηματοοικονομικούς τίτλους που θα εξαπατούσαν τους αγοραστές τους. Θεωρούσε ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες που προέρχονταν από όσους προωθούν τους «κολεκτιβιστικούς μύθους». Αντίθετα, υποστήριζε ότι «είναι προς το συμφέρον κάθε επιχειρηματία να πουλάει ποιοτικά προϊόντα και να θεωρείται έντιμος». Τον Μάιο του 2005, λίγο πριν από τη λήξη της θητείας του στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα, ο Γκρίνσπαν δεν είχε αλλάξει γνώμη γι' αυτό το ζήτημα: «Η προληπτική εποπτεία εξασφαλίζεται πολύ καλύτερα από τον ιδιωτικό τομέα, μέσα από την αξιολόγηση και τον έλεγχο των επιμέρους στοιχείων που αποτελούν τη βάση κάθε συναλλαγής. Αντίθετα, η κυβερνητική παρέμβαση υπονομεύει ένα σύστημα το οποίο είναι, σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό, ηθικό. Γιατί, κάτω από μια στοίβα εντύπων που πρέπει να συμπληρωθούν, καραδοκεί πάντα η απειλή ενός όπλου»(15). Κι ο αυταπόδεικτος συλλογισμός που προκύπτει από όλα αυτά εξακολουθεί να έχει πολλούς οπαδούς ακόμα και σήμερα: εάν η αγορά δεν λειτουργεί σωστά, αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει αρκετή ελεύθερη αγορά.

ΓΝΩΣΤΕΣ ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ

Οι πύρινοι λόγοι που ακούγονται σήμερα και κατακεραυνώνουν τις «υπερβολές» του χρηματοοικονομικού τομέα, παρ' όλο που προσφέρουν στους πολιτικούς έναν ανέξοδο τρόπο για να ευθυγραμμιστούν με την οργή των πολιτών, ακούγονται ως αποδείξεις της αδυναμίας τους. Ετσι, στις 17 του περασμένου Αυγούστου, μετά τη μίνι διάσκεψη κορυφής που ήταν αφιερωμένη στην κρίση του χρέους, ο Νικολά Σαρκοζί και η Αγκελα Μέρκελ ανήγγειλαν, με μια αινιγματική φρασεολογία, τη θέσπιση ενός φόρου πάνω στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, τον περιβόητο φόρο Τόμπιν, που έκανε τον χρηματοοικονομικό τομέα να φρίττει(16). Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόφαση η οποία πρέπει καταρχήν να επικυρωθεί και από τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι πολύ λιγότερο τολμηρή απ' όσο φαίνεται. Ο στόχος της δεν είναι να εμποδιστεί η κερδοσκοπία του χρηματοοικονομικού τομέα, ούτε και η χρηματοδότηση ενός ταμείου το οποίο θα είναι αφιερωμένο στην παροχή αναπτυξιακής βοήθειας. Επιδιώκεται απλώς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ώστε να αναγκαστούν οι τράπεζες να πληρώσουν ένα απειροελάχιστο τμήμα των ποσών που θα απαιτηθούν και πάλι για τη διάσωσή τους στο μέλλον.

Γιατί, όπως το έχουμε ήδη διαπιστώσει, δεν θα αργήσουν να κάνουν εκ νέου την εμφάνισή τους καινούρια φαινόμενα κατάρρευσης του κλάδου...

1. Αντίστοιχα, «Newsweek», Νέα Υόρκη, 16 Φεβρουαρίου 2009. «Time», 2 Φεβρουαρίου 2009. «The Washington Post National Weekly Edition», 27 Οκτωβρίου 2008.

2. «Α year later, Dodd-Frank delays are piling up» και «Wall Street continues to spend big on lobbying», «The New York Times», 22 Ιουλίου και 1η Αυγούστου 2011.

3. Βλέπε, Serge Halimi, «4 χρόνια μετά», «Le Monde diplomatique»-«Κ.Ε.», 29-5-11, [http://monde-diplomatique.gr/spip.php?article301]. Βλέπε επίσης John Quiggin, «Zombie Economics: How Dead Ideas Still Walk Among Us», Princeton University Press, 2010.

4. Paul Krugman, «Corporate cash con», «The New York Times», 3 Ιουλίου 2011.

5. Ιδιαίτερα η κατάργηση του νόμου Glass-Steagall, το 1999, ο οποίος καθιέρωνε φραγμούς ανάμεσα στις εμπορικές και τις επιχειρηματικές τράπεζες, και η υιοθέτηση, το 2000, του Commodity Futures Modernization Act, ο οποίος επέτρεπε στα πλέον παράτολμα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα να ξεφεύγουν από οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση.

6. Βλέπε «Ces puissants officiers qui notent les Etats», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 1997.

7. Alan Greenspan, «Dodd-Frank fails to meet test of our times», «Financial Times», Λονδίνο, 30 Μαρτίου 2011.

8. Robert Rubin, «America's dangerous budget track», «Financial Times», 29 Ιουλίου 2011.

9. Δόγμα του νεοφιλελεύθερου οικονομολόγου Μίλτον Φρίντμαν.

10. Michael Hirsh, «Capital Offense. How Washington's Wise Men Turned America's Future Over to Wall Street», Wiley, Νέα Υόρκη, 2010.

11. Alan Beattie και Julie Macintosh, «Summers "outrage" at AIG bonuses», «Financial Times», 15 Μαρτίου 2009.

12. John Cassidy, «How Markets Fail: The Logic of Economic Calamities», Farrar, Strauss and Giroux, Νέα Υόρκη, 2010.

13. Βιβλίο ΙΙ, κεφάλαιο ΙΙ.

14. Βλέπε Francois Flahault, «Ni dieu, ni maitre, ni impots» και «Parabole du genie entrave par des parasites», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 2008 και Ιούνιος 2010.

15. David Corn, «Alan shrugged», Mother Jones, Σαν Φρανσίσκο, 24 Οκτωβρίου 2008.

16. Βλέπε «Le projet de taxe Tobin, bete noire des speculateurs, cible des censeurs», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 1997".

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Host-to-host epidemic (*)

Αναφέρει σε άρθρο του ο κ. Joseph Stiglitz:

"Η μεταδοτική ασθένεια των κακών ιδεών

Η Μεγάλη Ύφεση του 2008 μεταμορφώθηκε σε Βορειοατλαντική Ύφεση: κυρίως η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες, και όχι οι αναδυόμενες αγορές, έχουν βαλτώσει σε μια κατάσταση χαμηλής ανάπτυξης και υψηλών ποσοστών ανεργίας. Και πάλι η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι που οδεύουν, μαζί και μόνες, προς την τελευταία πράξη μιας μεγαλειώδους κατάρρευσης.

Η φούσκα που έσκασε, οδήγησε σε ένα τεράστιο κεϋνσιανό πακέτο τόνωσης το οποίο απέτρεψε μια πολύ βαθύτερη ύφεση, αλλά παράλληλα τροφοδότησε μεγάλα δημόσια ελλείμματα. Η απάντηση - μαζικές περικοπές δαπανών - εξασφαλίζει ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν, πιθανώς για χρόνια, απαράδεκτα υψηλά ποσοστά ανεργίας, γεγονός που αποτελεί τεράστια σπατάλη ανθρώπινων πόρων και προκαλεί υπερπροσφορά από βάσανα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύτηκε επιτέλους να βοηθήσει τα μέλη της που βρίσκονται σε δεινή χρηματοπιστωτική θέση. Δεν είχε άλλη επιλογή: με την χρηματοπιστωτική αναταραχή να απειλεί να εξαπλωθεί από μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, σε μεγαλύτερες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, η ίδια η επιβίωση του ευρώ τέθηκε σε αμφισβήτηση. Οι ευρωπαίοι ηγέτες αναγνώρισαν ότι τα χρέη των χωρών που αντιμετώπιζαν δυσκολίες δεν θα ήταν διαχειρίσιμα, εάν δεν μπορούσαν οι οικονομίες τους να σημειώσουν ανάπτυξη, και ότι δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί ανάπτυξη, χωρίς οικονομική υποστήριξη.

Όμως, παρόλο που υποσχέθηκαν βοήθεια, οι ευρωπαίοι ηγέτες επέμειναν στην πεποίθηση τους πως και οι χώρες που δεν πλήττονται άμεσα από την κρίση πρέπει να περικόψουν τις δαπάνες τους. Η λιτότητα που θα προκύψει θα ανακόψει την ευρωπαϊκή ανάπτυξη και συνεπώς θα επηρεάσει αρνητικά ακόμη περισσότερο τις οικονομίες των χωρών που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες: εξάλλου τίποτε δεν θα βοηθούσε περισσότερο την Ελλάδα από την εύρωστη ανάπτυξη των εμπορικών της εταίρων. Η χαμηλή ανάπτυξη θα πλήξει και τα φορολογικά έσοδα, υπονομεύοντας την επίτευξη του στόχου της δημοσιονομικής σταθεροποίησης.

Οι προ της κρίσης συζητήσεις έδειξαν πόσο λίγα είχαν γίνει για την εξυγίανση θεμελιωδών οικονομικών δομών. Η σθεναρή αντίθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σε κάτι που θεωρείται ουσιώδες για κάθε καπιταλιστική οικονομία - την αναδιάρθρωση του χρέους αποτυχημένων ή ατελέσφορων επιχειρήσεων, και τώρα κυβερνήσεων - αποτελεί απόδειξη για το πόσο πιο εύθραυστο γίνεται μέρα με την μέρα το δυτικό τραπεζικό σύστημα.

Η ΕΚT υποστήριξε ότι ολόκληρο το χρέος της Ελλάδας θα έπρεπε να καλυφθεί από τους φορολογούμενους, από φόβο ότι οποιαδήποτε ανάμειξη του ιδιωτικού τομέα θα πυροδοτούσε ένα «πιστωτικό γεγονός», το οποίο θα οδηγούσε στην μαζική αποπληρωμή των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS), πιθανώς πυροδοτώντας έτσι ακόμη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική αναστάτωση. Αν όμως αυτός ήταν ο πραγματικός φόβος της ΕΚΤ - -και δεν λειτουργεί απλά προς όφελος των ιδιωτών πιστωτών - τότε σίγουρα θα απαιτούσε από τις τράπεζες να συγκεντρώσουν περισσότερα κεφάλαια.

Παρομοίως, η ΕΚΤ θα έπρεπε να αποτρέψει τη συμμετοχή των τραπεζών στην ριψοκίνδυνη αγορά των CDS, όπου κρατούνται όμηροι των οίκων αξιολόγησης σχετικά με το τι συνιστά «πιστωτικό γεγονός». Πράγματι, ένα επίτευγμα των ευρωπαίων ηγετών στη σύνοδο των Βρυξελλών ήταν η εκκίνηση μιας διαδικασίας περιορισμού της ισχύος τόσο της ΕΚΤ, όσο και των αμερικανικών οίκων αξιολόγησης.

Πράγματι, η πιο περίεργη πτυχή της στάσης που τήρησε η ΕΚΤ ήταν η απειλή της πως δεν πρόκειται στο μέλλον να ενεχυριάζει τα αναδιαρθρωμένα κρατικά ομόλογα, σε περίπτωση που οι οίκοι αξιολόγησης αποφάσιζαν πως η αναδιάρθρωση τους αποτελούσε «πιστωτικό γεγονός». Μα αυτός είναι ο σκοπός που γίνονται οι αναδιαρθρώσεις - να εξαφανίσουν ένα μέρος του χρέους και να το καταστήσουν το υπόλοιπο πιο διαχειρίσιμο. Αν η Τράπεζα δεχόταν ως ενέχυρο τα ομόλογα πριν την αναδιάρθρωση, σίγουρα πρέπει να τα δέχεται και μετά από αυτήν, όταν είναι ακόμη ασφαλέστερα.

Το επεισόδιο αυτό έρχεται να μας υπενθυμίσει πως οι κεντρικές τράπεζες είναι πολιτικοί θεσμοί, με πολιτικές «ατζέντες», και ότι οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες τείνουν να υποτάσσονται - τουλάχιστον υποσυνείδητα - στις ιδιωτικές τράπεζες που υποτίθεται ότι ελέγχουν.

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Εκεί η ακροδεξιά απείλησε να οδηγήσει σε «λουκέτο» την αμερικανική κυβέρνηση επιβεβαιώνοντας όσα προβλέπει η θεωρία των παιγνίων: όταν εκείνα τα άτομα ή οι δυνάμεις που είναι παράλογα ταγμένες στην καταστροφή αντιμετωπίσουν άτομα ή δυνάμεις που ακολουθούν την λογική, συνήθως υπερισχύει το παράλογο.

Ως αποτέλεσμα, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα συγκατατέθηκε υπέρ μιας ανισόρροπης στρατηγικής μείωσης των δαπανών, που δεν συνοδεύεται από καμία αύξηση στην φορολογία - ούτε καν στην φορολογία των εκατομμυριούχων που τόσο καλά τα έχουν πάει τις τελευταίες δυο δεκαετίες, ούτε καν καταργώντας τα φορολογικά «παράθυρα» υπέρ των πετρελαϊκών κολοσσών.

Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι ο βραχυπρόθεσμος μακροοικονομικός αντίκτυπος της συμφωνίας για αύξηση του ορίου του χρέους των ΗΠΑ και αποτροπή της χρεοκοπίας θα είναι περιορισμένος - περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια σε περικοπές δαπανών τον ερχόμενο χρόνο. Όμως οι μειώσεις στον φόρο μισθοδοσίας (payroll tax) που έβαλαν συνολικά περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον στις τσέπες των απλών Αμερικανών, δεν ανανεώθηκαν, και οι αρνητικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος στην κατανάλωση και τον δανεισμό από τις τράπεζες είναι βέβαιο πως θα αναδειχθούν το επόμενο διάστημα.

Με τις τιμές των ακινήτων να πέφτουν συνεχώς, την οικονομική ανάπτυξη να «σκοντάφτει» και την ανεργία να παραμένει πεισματικά σε υψηλά επίπεδα, αυτό που απαιτείται είναι ένα ακόμη μεγαλύτερο πακέτο τόνωσης της οικονομίας, και όχι μέτρα λιτότητας - ιδίως αν η εξισορρόπηση του προϋπολογισμού είναι ο στόχος. Μακράν ο σημαντικότερος παράγοντας στην διεύρυνση των ελλειμμάτων είναι τα μειωμένα φορολογικά έσοδα, σαν αποτέλεσμα της χαμηλής απόδοσης της συνολικής οικονομίας. Και μακράν η καλύτερη «θεραπεία» θα ήταν να ξαναδώσουμε δουλειά στην Αμερική . Η πρόσφατη συμφωνία για το όριο του χρέους αποτελεί κίνηση προς τη λάθος κατεύθυνση.

Επικρατεί μεγάλη ανησυχία σχετικά με τη μετάδοση των χρηματοοικονομικών προβλημάτων μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Αλλωστε η χρηματοοικονομική κακοδιαχείριση της Αμερικής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πυροδότηση των προβλημάτων της Ευρώπης, και η χρηματοπιστωτική αναταραχή στην Ευρώπη δεν θα μπορούσε να είναι καλή για τις ΕΙΠΑ - ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πόσο εύθραυστο είναι το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα, αλλά και τον συνεχιζόμενο πρωταγωνιστικό του στην αδιαφανή αγορά των CDS.

Όμως, το πραγματικό πρόβλημα πηγάζει από μια άλλη μορφή μετάδοσης: οι κακές ιδέες μετακινούνται εύκολα πέρα από τα σύνορα και οι λανθασμένες οικονομικές αντιλήψεις που έχουν επικρατήσει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού αλληλοενισχύονται. Το ίδιο θα ισχύσει όμως και για την οικονομική αποτελμάτωση, που θα επιφέρουν αυτές οι πολιτικές".


Μόνο μια μικρή σημείωση: ο κ. Stiglitz θεωρεί την ποσοτική χαλάρωση (τα "πακέτα" του quantitative easing) ως "κεϋνσιανό πακέτο τόνωσης". Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρόκειται για μια τεράστια παρεξήγηση. Θα ήθελα, όμως, να αναλύσετε εσείς το ζήτημα.


(*): επιδημία που προκαλείται από επαφή μεταξύ ξενιστών.

Ενα άρθρο προς ενδελεχή μελέτη

Σημειώνει, σε άρθρο του στο "Βήμα" ο κ. Περικλής Γκόγκας (Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών Οικονομικών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης):

"Η Χρυσή Παγίδα του Ευρώ και η Εσωτερική Ανατίμηση

Η υιοθέτηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος για τις συμμετέχουσες στην ευρωζώνη χώρες χαιρετίστηκε από πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και ανθρώπους των επιχειρήσεων ως ένα πολύ σημαντικό βήμα προς το ιδανικό της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης μέσω δημιουργίας μιας Άριστης Νομισματικής Περιοχής όπως την οραματίστηκε Robert A. Mundell. Το νέο νόμισμα ήταν πολύ πιο επιτυχημένο από ότι περίμεναν πολλοί οικονομολόγοι. Στην διεθνή οικονομική πραγματικότητα έχει καταφέρει να γίνει το δεύτερο, μετά το δολάριο, αποθεματικό νόμισμα για τις κεντρικές τράπεζες και περίπου τριάντα χώρες τον κόσμο επέλεξαν να συνδέσουν το νόμισμά τους με το ευρώ. Το νέο νόμισμα έχει εξαλείψει τον συναλλαγματικό κίνδυνο και ελαχιστοποίησε τα συναλλακτικά κόστη μέσα στην ευρωζώνη, ενισχύοντας το ενδοευρωπαϊκό εμπόριο και την αποτελεσματική κατανομή κεφαλαίων.

Οι επιπτώσεις από την χρήση του νέου νομίσματος δεν ήταν ομοιόμορφη στις χώρες μέλη. Ένα σημαντικό τέτοιο παράδειγμα ήταν η Ελλάδα όπου η υιοθέτηση του ευρώ οδήγησε σε σημαντικές αυξήσεις τιμών καθώς οι καταναλωτές δεν είχαν καμία σχετική εμπειρία και ελάχιστη πληροφόρηση για την μετάβαση από την δραχμή. Αγαθά τα οποία κόστιζαν 100 δραχμές (ή €0.29) με το ευρώ πλέον «στρογγυλοποιήθηκαν» στο €1. Έτσι ουσιαστικά, παρά το ότι η επίσημη ισοτιμία είχε κλειδώσει στις 340,75 δραχμές ανά ευρώ, η μετατροπή στην ελληνική εσωτερική αγορά έγινε με 100 δραχμές στο ευρώ. Αυτό ήταν ισοδύναμο με μια de facto ανεπίσημη ανατίμηση της δραχμής κατά 240%. Σε διαφορετικούς βαθμούς συνέβη το ίδιο και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Στην Ελλάδα, αυτή η απότομη αύξηση των τιμών αντιμετωπίστηκε από τους καταναλωτές ως αυτό που ονομάζουν οι οικονομολόγοι ένα «προσωρινό σοκ» ή μια «παροδική επίδραση στο εισόδημα». Έτσι, αντιμετωπίστηκε –λανθασμένα- ως μια προσωρινή μείωση στο πραγματικό τους εισόδημα. Σύμφωνα με την «υπόθεση του μονίμου εισοδήματος» του Milton Friedman, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιδρούν σε ένα τέτοιο προσωρινό σοκ προσπαθώντας να αφομοιώσουν την επίδρασή του μέσω του δανεισμού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, στους καταναλωτές δεν αρέσουν απότομες βραχυπρόθεσμες αλλαγές (και προς τα κάτω αλλά και προς τα πάνω) στην κατανάλωσή τους και προσπαθούν να την αντισταθμίσουν διασπείροντας το αποτέλεσμα της προσωρινής μεταβολής σε πολλές περιόδους στο μέλλον έτσι ώστε να υπάρχει μικρή μεταβολή στην καταναλωτική συμπεριφορά. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα. Τα νοικοκυριά άρχισαν αν συσσωρεύουν χρέος ελπίζοντας να το αποπληρώσουν όταν οι οικονομικές συνθήκες βελτιωθούν. Η αισιοδοξία από την συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη, η σταθερή ανάπτυξη και άλλοι καθαρά συναισθηματικοί και ψυχολογικοί παράγοντες όπως η ανάληψη από την Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δημιούργησαν ένα διάχυτο αίσθημα σιγουριάς ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Αυτή η κατάσταση τροφοδοτήθηκε περισσότερο από την άνευ προηγουμένου πιστωτική επέκταση στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αυτή η πιστωτική ανάπτυξη υποστηρίχθηκε από την ευκολία με την οποία τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια από την ευρύτερη και πλέον ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίου. Τα πιστωτικά ιδρύματα έτσι μεγέθυναν τους ισολογισμούς τους μέσω της χρηματοοικονομικής μόχλευσης (leveraging).

Ως αποτέλεσμα όλοι στην Ελλάδα ζούσαν μια αδικαιολόγητη ευφορία. Οι καταναλωτές δεν μείωσαν ποτέ την κατανάλωσή τους: μπορούσαν μάλιστα τώρα να καταναλώνουν ακόμη περισσότερο χρησιμοποιώντας την ατελείωτη λίστα καταναλωτικών προϊόντων με ποικίλα ονόματα κοινού συνθετικού το «–δάνειο» (διακοποδάνειο, εορτοδάνειο, κλπ). Αυτή η κατάσταση αποδείχθηκε όπως είδαμε πρόσφατα καταστροφική. Η Ελλάδα όπως και άλλες περιφερειακές οικονομίες της ευρωζώνης αντιμετώπισαν ένα χάσμα παραγωγικότητας σε σχέση με τις κεντρικές οικονομίες. Για να είναι επιτυχημένη η νομισματική ένωση στο σύνολό της, η οικονομική σύγκλιση ήταν απαραίτητη τόσο στα κρατικά οικονομικά (έλλειμμα, χρέος) όσο και στην οικονομική απόδοση του ιδιωτικού τομέα (παραγωγικότητα, καινοτομία). Η αδικαιολόγητη ευφορία που ακολούθησε την εισαγωγή του ευρώ με το «εύκολο χρήμα» (εύκολο αλλά δανεικό) δημιούργησε μια ψευδαίσθηση πλούτου που αποπροσανατόλισε τόσο τον ιδιωτικό τομέα όσο και τις κυβερνήσεις από το να εστιάσουν στην ανάπτυξη και την μείωση του χάσματος παραγωγικότητας από τους ευρωπαϊκούς μας εταίρους. Ακόμα χειρότερα, οι διαφορές στην παραγωγικότητα και οι ασύμμετροι επιχειρηματικοί κύκλοι αντιμετωπίστηκαν όχι δομικά και ουσιαστικά αλλά με νέο δανεισμό.

Σε μια ενιαία νομισματική περιοχή, όπως η Ε.Ε., το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής έχει χαθεί από τις χώρες μέλη. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ είναι αναγκαστικά σχεδιασμένη να εξυπηρετεί τις μεγάλες χώρες της ΕΕ καθώς αυτές παράγουν συντριπτικά το μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Στον βαθμό που κάποιες από τις μικρότερες οικονομίες όπως αυτή της Ελλάδας αντιμετωπίζουν δυσμενείς μεταβολές στο ΑΕΠ τους που δεν είναι συγχρονισμένες με τις λεγόμενες «μεγάλες» χώρες για τις οποίες και σχεδιάζεται η νομισματική πολιτική από την ΕΚΤ, το μόνο εργαλείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν είναι η δημοσιονομική πολική. Η Ελλάδα όπως και άλλες μικρές περιφερειακές οικονομίες στην ΕΕ προσπάθησε να αντιμετωπίσει αυτές τις ασυμμετρίες δημιουργώντας ελλείμματα και αυξάνοντας το δημόσιο χρέος.

Τα τρέχοντα προβλήματα της χώρας μας με το χρέος αλλά κυρίως την παραγωγικότητα έχουν να κάνουν κατά μεγάλο μέρος με το ό,τι ακολούθησε την εισαγωγή του ευρώ. Οι απότομες εγχώριες αυξήσεις τιμών ήταν ισοδύναμες με μια σημαντική ανατίμηση του εγχώριου νομίσματος όπως είδαμε παραπάνω και αυτό δημιούργησε δύο προβλήματα: πρώτα, οι καταναλωτές βασισμένοι την χαλαρή πιστωτική πολιτική δεν μείωσαν την κατανάλωσή τους αλλά απορρόφησαν τις ανατιμήσεις μέσω δανεισμού (ο οποίος ουσιαστικά έγινε από το εξωτερικό) και έπειτα, η ήδη χαμηλή παραγωγικότητα συνδυάστηκε με μια πολύ μεγάλη de facto ανατίμηση του εγχώριου νομίσματος (τιμών) που έκανε το ελληνικά αγαθά πολύ ακριβά οδηγώντας σε μείωση των εξαγωγών. Τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών που δημιουργήθηκαν, χρηματοδοτήθηκαν περαιτέρω με περισσότερο εξωτερικό δανεισμό".


Αναμένω την ενδελεχή μελέτη του άρθρου. Επίσης, αναμένω τις απορίες και παρατηρήσεις σας.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Συνέντευξη Ρόμπερτ Σόλοου

Η θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης οφείλει τα μέγιστα στον καθηγητή Ρόμπερτ Σόλοου (Robert Solow). Για την ακρίβεια, τα οικονομικά της ανάπτυξης θεμελιώθηκαν στην εργασία του κ. Solow και κάθε φορά που ανατρέχουμε στην θεωρία ανάπτυξης, αναπόφευκτα επικαλούμεθα το έργο του. Ως αναγνώριση της τεράστιας συμβολής του, ο καθηγητής τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.

Ακολουθεί η συνέντευξη του καθηγητή στον κ. Χρόνη Πολυχρονίου, στην "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία":

"ROBERT SOLOW (Νομπελίστας οικονομολόγος): «Οικονομική ανάκαμψη γίνεται μόνο μέσω των κρατικών δαπανών»

Τη στιγμή που η Ε.Ε. αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ιστορίας της εξαιτίας του δημοσίου χρέους κρατών-μελών της, οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρεπουμπλικανών και κυβέρνησης Ομπάμα για το όριο του αμερικανικού χρέους έφεραν στο προσκήνιο το θέμα του κρατικού χρέους των ΗΠΑ.

Μάλιστα, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ήρθε πολύ κοντά στο να κηρύξει άμεση στάση πληρωμών. Αλλά πόσο σοβαρό είναι πραγματικά το πρόβλημα του αμερικανικού χρέους; Κινδυνεύουν όντως οι ΗΠΑ να μετατραπούν σε Ελλάδα, όπως διατυμπανίζουν πολλοί ρεπουμπλικανοί πολιτικοί, και οι οποίοι επιθυμούν διακαώς ριζικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και μη αύξηση των φόρων για τους πλούσιους;

Η «Κ.Ε.» συνομίλησε για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και του δημοσίου χρέους της με έναν από τους κορυφαίους της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, τον ομότιμο καθηγητή Οικονομικών του ΜΙΤ Ρόμπερτ Σόλοου, βραβευμένο με Νόμπελ για τη συνεισφορά του γύρω από τα οικονομικά της ανάπτυξης και ίσως τον σημαντικότερο εν ζωή οικονομολόγο.

Ε Αρχικά, θα ήθελα τις απόψεις σας για το δράμα που παίχθηκε στην Ουάσιγκτον γύρω από το δημόσιο χρέος.

Α Ηταν ένα πολιτικό παιχνίδι το οποίο θα έχει συνέχεια. Οι Ρεπουμπλικανοί θέλουν να δουν το όλο ζήτημα να αναβιώνει ξανά πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2012 και αυτή τη στιγμή υπάρχει απλώς μια προσωρινή συμφωνία. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα χρησιμοποιεί την ικανότητά του να προκαλέσει πολιτική παραλυσία ώστε να εξαναγκάσει την κυβέρνηση να κάνει πράγματα που διαφορετικά δεν θα έκανε. Είναι μια μορφή πολιτικού εκβιασμού. Γενικά, η πολιτική διακυβέρνηση στις ΗΠΑ διανύει μια περίοδο σοβαρής δυσλειτουργικότητας, εξαιτίας της μεγάλης ρήξης που υπάρχει μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών, όπου είναι δύσκολο να παρθούν σημαντικές αποφάσεις.

Ε Οι απόψεις και οι πολιτικές των Ρεπουμπλικανών δεν συμβαδίζουν με τις επιθυμίες της πλειονότητας των αμερικανών πολιτών. Από πού λοιπόν αντλούν την πεποίθησή τους ότι μπορούν να προκαλέσουν την κυβέρνηση γύρω από το θέμα της αύξησης του χρέους χωρίς να ζημιωθούν πολιτικά;

Α Στις ΗΠΑ υπάρχει αυτή τη χρονική περίοδο μια πολύ δραστήρια μειονότητα, ενώ την ίδια στιγμή η πλειονότητα του κόσμου είναι πολιτικά απαθής. Αυτή η μειονότητα έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί πολύ φασαρία και να σπέρνει πανικό. Και το Κόμμα των Ρεπουμπλικανών έχει ενδώσει πλήρως προς αυτή τη μειονότητα. Αναφέρομαι φυσικά στο κίνημα του Tea Party. Ναι, η πλειονότητα των αμερικανών πολιτών δεν συμμερίζεται τις πολιτικές θέσεις των Ρεπουμπλικανών, αλλά τους απαθείς πολίτες δεν τους ακούει κανείς.

Ε Εχουν γραφτεί πολλά για το ύψος του αμερικανικού χρέους. Πώς ακριβώς έχει η κατάσταση;

Α Οταν αναφερόμαστε στο χρέος των ΗΠΑ, αυτό που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη είναι το ομοσπονδιακό χρέος. Το χρέος που κατέχει το Treasury δεν έχει καμία επίπτωση. Αυτό που μετράει είναι το ομοσπονδιακό χρέος, το οποίο το κατέχουν ιδιώτες επενδυτές και κυβερνήσεις χωρών. Το συνολικό ποσό αυτού του χρέους βρίσκεται περίπου στα 2/3 του ΑΕΠ, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 15 τρισ. δολάρια ετησίως. Το συνολικό δημόσιο χρέος είναι 10-11 τρισ. δολάρια ενώ άλλα 5 τρισ. δολάρια χρέους βρίσκονται στο Treasury, που όμως δεν έχει, όπως είπα, καμία απολύτως επίπτωση. Πρόβλημα δημοσίου χρέους υπάρχει μόνο όταν το χρέος αυξάνεται γρηγορότερα από το ΑΕΠ. Κι αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει στις ΗΠΑ από το 2008, δηλαδή από την περίοδο της έναρξης της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η αύξηση των πολεμικών δαπανών και οι περικοπές των φόρων προς τους πλουσίους επί κυβέρνησης Μπους συνέβαλαν επίσης δραματικά στην αύξηση του δημοσίου χρέους. Το δημόσιο χρέος είναι ένα πρόβλημα μακροπρόθεσμης έντασης και σε καμία περίπτωση δεν απειλούνται οι ΗΠΑ από το επίπεδο χρέους που έχει συσσωρευθεί - αν και αυτό πρέπει προφανώς να αντιμετωπιστεί σταδιακά με κάποιον τρόπο. Σίγουρα, πάντως, οι περικοπές σε δημόσιες δαπάνες και κοινωνικά προγράμματα σε μια περίοδο οικονομικής υποχώρησης δεν είναι ο τρόπος για την αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους και των ελλειμμάτων. Αυτή είναι μια άκρως διαστρεβλωμένη πολιτική που, αν ακολουθηθεί από την κυβέρνηση, θα αποδυναμώσει περαιτέρω την οικονομία - και οι Ρεπουμπλικανοί φαίνεται να ποντάρουν σε αυτό.

Ε Και η κατάσταση με τα ελλείμματα;

Α Τα ελλείμματα αντανακλούν την αδυναμία της αμερικανικής οικονομίας, που είναι απόρροια της χρηματοοικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 2008. Τρισεκατομμύρια δολάρια εξατμίστηκαν εξαιτίας της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η αδυναμία που εμφανίζει σήμερα η οικονομία των ΗΠΑ προέρχεται από τρεις κύριες πηγές: Κατ' αρχάς, έχει περιοριστεί σημαντικά η ζήτηση αφού οι καταναλωτές αποταμιεύουν πλέον τα χρήματά τους για να αναπληρώσουν τα χαμένα περιουσιακά τους στοιχεία. Οι αποταμιεύσεις των αμερικανικών νοικοκυριών ανέρχονταν σε μόλις 1% πριν από την κρίση και σήμερα έχουν αυξηθεί σε πάνω από το 5%. Δεύτερον, έχει πληγεί σημαντικά η δραστηριότητα στον τομέα των ακινήτων. Και, τρίτον, δεν υπάρχει αύξηση στις εξαγωγές, κυρίως λόγω της κρίσης στην Ευρώπη. Για να μειωθούν τα ελλείμματα, πρέπει να πάρει μπρος η οικονομία. Οταν συμβεί αυτό, το έλλειμμα θα μειωθεί στο μηδέν και θα πάψει να αυξάνεται το χρέος. Την περίοδο της κυβέρνησης Κλίντον, οι ΗΠΑ «έτρεχαν» μεγάλο πλεόνασμα και το χρέος ήταν περιορισμένο. Αλλά δεν αναμένω να συμβεί κάτι τέτοιο ξανά για τουλάχιστον μερικά ακόμα χρόνια.

Ε Η κυβέρνηση Ομπάμα δεν δείχνει να έχει ξεκάθαρους στόχους όσον αφορά την ανάπτυξη της οικονομίας, ενώ σημαντικά στελέχη που είχε επιλέξει για το οικονομικό της επιτελείο εγκατέλειψαν το σκάφος και επέστρεψαν στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις (Λάρι Σάμερς στο Χάρβαρντ, Κριστίνα Ρόμερ στο Μπέρκλεϊ). Ποια είναι η δική σας γνώμη για τη στάση της κυβέρνησης Ομπάμα προς την οικονομία;

Α Συμφωνώ πως η κυβέρνηση Ομπάμα δεν φαίνεται να έχει χαράξει ξεκάθαρο δρόμο που θέλει να ακολουθήσει όσον αφορά την ανάπτυξη της οικονομίας. Η ανάκαμψη της οικονομίας περνάει αναπόφευκτα μέσα από κρατικές δαπάνες, ειδικά στους τομείς εκείνους που δημιουργούν μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας, όπως είναι η εκπαίδευση, οι υποδομές και οι μεταφορές. Η μείωση της ανεργίας πρέπει να είναι το μεγάλο ζητούμενο της οικονομικής πολιτικής, αλλά αυτό προϋποθέτει με τη σειρά του πολιτικές για την ανάκαμψη της ζήτησης, αύξηση των εξαγωγών, κ.λπ.

Ε Φαντάζομαι θα έχετε εκπλαγεί με το επίπεδο οικονομικής ανάλυσης όταν ακούτε και διαβάζετε να γίνονται συγκρίσεις μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ όσον αφορά το δημόσιο χρέος. Κάποιο σχόλιο περί αυτού του ζητήματος;

Α Υπάρχει μια πολύ βασική διαφορά (εντάξει, υπάρχουν πολλές!) μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας. Οι ΗΠΑ χρωστάνε σε δολάρια, ενώ η Ελλάδα χρωστάει σε ευρώ. Οι ΗΠΑ διαθέτουν το δικό τους νόμισμα και μπορεί να χρηματοδοτήσουν ανά πάσα στιγμή τις όποιες οικονομικές τους υποχρεώσεις. Αυτή είναι μια βασική οικονομική πραγματικότητα την οποίαν την λαμβάνουν πάντα υπόψη οι διάφοροι επενδυτές ομοσπονδιακών ομολόγων. Πάντως, το δημόσιο χρέος είναι κακό για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, επειδή περιορίζει τη διαθεσιμότητα του κεφαλαίου για τη βιομηχανία και, δεύτερον, επειδή μεγάλο χρέος σημαίνει πως μεγάλο ποσό χρημάτων από την εθνική οικονομία κατευθύνεται προς το εξωτερικό για την πληρωμή τόκων και την αποπληρωμή των χρεολυσίων. Ελπίζω η Ελλάδα να μπορέσει να ξεπεράσει γρήγορα τα προβλήματά της".

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Αύξηση επιτοκίων Ευρωζώνης

Σε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, σε 1,50% από 1,25%, προχώρησε την Πέμπτη 7/7/2011 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για δεύτερη φορά από την αρχή του χρόνου, στο πλαίσιο της άσκησης αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής για συγκράτηση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη.



Να σημειώσω ότι η αύξηση ήταν απολύτως αναμενόμενη από τους πάντες πλήν ημών (όπως αναφέραμε στο post για το Μεσοπρόθεσμο εδώ).

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Ghostbusters (ή, όπως λέει η παροιμία, "αλλού με ξύνεις δέσποτα κι αλλού έχω τον πόνο")

Γράφει σε άρθρο του ο κ. Λωράν Κορντονιέ (Στις 7 Απριλίου, η Επιτροπή για τη Νομισματική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συνεδρίασε στη Φραγκφούρτη και έλαβε την απόφαση να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο.

Δεν ήταν έκπληξη καθώς οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου της, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, και του μέλους του διευθυντηρίου της Γιούργκεν Σταρκ είχαν αφήσει να διαφανεί ότι θα συνέβαινε πολύ σύντομα. Δεδομένης της αύξησης της τιμής των πρώτων υλών και της ενέργειας, οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές επιθυμούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο της πυροδότησης ενός «πληθωριστικού φαύλου κύκλου», ο οποίος θα οφείλεται στην αύξηση της τιμής των εισαγόμενων πρώτων υλών. Στη γλώσσα των κεντρικών τραπεζιτών, η νομισματική πολιτική οφείλει να γίνει πιο «περιοριστική», για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να κάνουν την εμφάνισή τους «φαινόμενα δεύτερου γύρου».

Το ζητούμενο είναι να εμποδιστεί να περάσει ο εισαγόμενος πληθωρισμός στις μισθολογικές διεκδικήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν με τη σειρά τους την αύξηση των τιμών, δεδομένου ότι -όταν δεν παρατηρούνται αλλαγές στις συνθήκες του ανταγωνισμού- για να διατηρήσουν οι επιχειρήσεις τα περιθώρια κέρδους τους που απειλούνται από την άνοδο του εργατικού κόστους, μετακυλίουν την αύξησή του στις τιμές.

Απέναντι σε αυτήν την υποθετική απειλή, υποτίθεται ότι η άνοδος των επιτοκίων θα φρενάρει την αύξηση των τιμών, καθώς θα καταστήσει ακριβότερες τις πιστώσεις. Βέβαια, εξακολουθούμε να μην γνωρίζουμε σε ποιο οικονομικό δόγμα στηρίζονται οι νομισματικές αρχές, για να εξηγήσουν την αιτιώδη αυτή σχέση. Το μόνο βέβαιο είναι το γεγονός ότι η επιβράδυνση του ρυθμού με τον οποίο μεγεθύνεται η οικονομία, η οποία προκαλείται από την αύξηση του κόστους του χρήματος, έχει συνέπειες στις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Πράγματι, η ανεργία υποχωρεί με πιο αργό ρυθμό -ή και εξακολουθεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα-, γεγονός που επιτρέπει να αποθαρρυνθούν οι εξάρσεις των διεκδικήσεων των μισθωτών και, συνεπώς, δίνει τη δυνατότητα να τεθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο. Με λίγα λόγια, πρόκειται για τη χρησιμοποίηση της ανεργίας ως μεθόδου για τον έλεγχο των τιμών...

Πέρα από αυτή την -αρκετά άκομψη- μέθοδο, το πραγματικό ερώτημα είναι το κατά πόσον η καταπολέμηση του πληθωρισμού αποτελεί όντως το ζήτημα στο οποίο πρέπει αυτή τη στιγμή να δοθεί προτεραιότητα. Δεδομένου ότι η ανεργία εξακολουθεί να διατηρείται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα σε ολόκληρη την Ευρώπη, η απάντηση θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα αρνητική.

Οπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, παρατηρώντας τις τελευταίες στατιστικές, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κίνδυνος να πυροδοτηθούν «φαινόμενα δεύτερου γύρου». Για την ώρα, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Οσο κι αν ο ρυθμός με τον οποίο αυξάνονται οι τιμές (2,3% ετησίως) είναι ανώτερος από το στόχο για τον ετήσιο πληθωρισμό που έχει θέσει η ΕΚΤ (2% ετησίως), εάν δεν ληφθούν υπόψη οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, τότε ο πληθωρισμός ανέρχεται μόλις στο 1%! Συνεπώς, το μεγαλύτερο μέρος του πληθωρισμού μας είναι εισαγόμενο. Αυτός ο τύπος πληθωρισμού θα εξαφανιστεί μόλις σταθεροποιηθούν οι τιμές των πρώτων υλών και της ενέργειας. Και θα 'πρεπε να συνειδητοποιήσουμε ότι, όσο κι αν χρησιμοποιούμε το όπλο των επιτοκίων, δεν θα μας βοηθήσει διόλου να επιβραδύνουμε το ρυθμό με τον οποίο αυξάνεται η τιμή των δημητριακών ή του πετρελαίου!

Εδώ και περισσότερο από είκοσι χρόνια, το κυνήγι του πληθωρισμού θυμίζει μάλλον κυνήγι φαντασμάτων. Στέφεται πάντοτε με επιτυχία, μια και ο κυνηγός δεν είναι υποχρεωμένος να επιδείξει επιστρέφοντας τα θηράματα που έχει σκοτώσει... Βέβαια, υπάρχει και κάτι ακόμα χειρότερο: το να επιδίδεται κανείς σε περιοριστική νομισματική πολιτική, τη στιγμή όπου οι πάντες και τα πάντα προσπαθούν με πείσμα να φρενάρουν την οικονομική δραστηριότητα και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην Ευρώπη -είναι ξεκάθαρα μεγάλο σφάλμα. Τα νοικοκυριά και τα κράτη εξακολουθούν να είναι υπερχρεωμένα (γεγονός πασίγνωστο ώστε δεν αξίζει καν τον κόπο να παραθέσουμε τα σχετικά στοιχεία). Το ισχυρό ευρώ φρενάρει τις εξαγωγές μας. Οι συντονισμένες πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας μειώνουν την εσωτερική ζήτηση. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου μειώνει το πραγματικό εισόδημα και τις καταναλωτικές δαπάνες των Ευρωπαίων... Ποιο στήριγμα θα απομείνει στην οικονομική δραστηριότητα, εάν της στερήσουμε και τα χαμηλά επιτόκια, το μοναδικό που της έχει απομείνει;

Εκείνο που χρειαζόμαστε δεν είναι μια πολιτική για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, αλλά το αντίθετο. Ειδικά για την περίπτωση του προβλήματος των χρεών, η υπάρχουσα σήμερα κατάσταση θα συνηγορούσε υπέρ ενός πληθωρισμού, ο οποίος θα διατηρείται σε λογικά επίπεδα και θα τροφοδοτείται από μια μεγαλύτερη άνοδο των μισθών.

Εάν μπαίναμε στον κόπο να παρατηρήσουμε μερικούς αριθμούς, πολύ γρήγορα θα συνειδητοποιούσαμε ότι το δόγμα της διατήρησης του πληθωρισμού στο 2% είναι πραγματικό δηλητήριο. Με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2% και πληθωρισμό που επίσης θα κυμαίνεται στο 2% (σύμφωνα με τα σενάρια για το μέλλον που εκπονούν όσοι στηρίζονται σε «λογικές» εκτιμήσεις), το σχετικό βάρος των ήδη συσσωρευμένων χρεών επί του ΑΕΠ -χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τα μελλοντικά χρέη- μειώνεται αυτόματα κατά 4% ετησίως.

Με τέτοιο ρυθμό, το βάρος του όγκου των χρεών που έχουν συναφθεί μέχρι σήμερα σε σχέση με το ΑΕΠ θα διαιρεθεί διά 1,8 μέσα σε δεκαπέντε χρόνια. Φυσικά, δεν πρόκειται για κάτι το αμελητέο. Ωστόσο, αν αποφασίζαμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας έναν πληθωρισμό της τάξης του 6% (παρόμοια επίπεδα πληθωρισμού παρατηρούνται σήμερα στις αναδυόμενες χώρες) και υποθέτοντας ότι θα εξακολουθούσαμε να επιτυγχάνουμε τη μετριότατη επίδοση του 2% όσον αφορά το ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας μας, η μείωση του βάρους των χρεών του παρελθόντος ως προς το ΑΕΠ θα αντιστοιχούσε στη διαίρεσή του διά 3,2 μέσα σε δεκαπέντε χρόνια! Πρόκειται για μια τόσο καλή προοπτική, ώστε πολλοί θα δυσκολεύονταν ακόμα και να τη φανταστούν!

Στον ιδιόρρυθμο που θα τολμούσε να προτείνει παρόμοια αλλόκοτη λύση (δηλαδή την υιοθέτηση μιας πολιτικής που θα οδηγούσε σε μέτρια επίπεδα πληθωρισμού, της τάξης του 6%), θα αντιτάξουν αμέσως όλες τις καταστροφές που υποτίθεται ότι αυτή θα προκαλέσει: πτώση του ευρώ, άνοδος των επιτοκίων στην Ευρώπη (καθώς οι δανειστές θα ζητούν αντιστάθμισμα για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν) και, σε τελική ανάλυση, κίνδυνος να καταστεί ανεξέλεγκτος ο πληθωρισμός και να σημειώσει τρομακτική αύξηση. Ε, λοιπόν, αυτόν τον ιδιόρρυθμο θα τον κολλήσουν στον τοίχο και δεν θα του αφήσουν ούτε πέντε λεπτά, για να υποστηρίξει τις θέσεις του.

Τη στιγμή όπου το ευρώ βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της κατάρρευσης, όπου τα κράτη έχουν αρχίσει να δυσκολεύονται να αποπληρώσουν το χρέος τους, όπου οι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν αρχίσει να προσπαθούν να αποτινάξουν τον ζυγό που τους πνίγει (στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο), ο ιδιόρρυθμος οικονομολόγος δεν θα κατορθώσει να αντιστρέψει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών και να τους πείσει ότι η καταστροφή είναι ήδη παρούσα. Δεν θα έχει πια ούτε καν τη δύναμη να τους πει ότι το «Σύμφωνο για το ευρώ», που προβλέπει ότι οι μισθοί στην Ευρώπη οφείλουν να εξελίσσονται «σύμφωνα με την παραγωγικότητα», παραπέμπει στο μύθο του μηδενικού πληθωρισμού! Ετσι, όλα αυτά θα έχουν ως αποτέλεσμα να διαιωνιστεί το πρόβλημα του χρέους, ή μάλλον να συνεχιστεί μέχρι τη στιγμή που θα επέλθει η καταστροφή".

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Αφού η οικονομική θεωρία περί "άχρηστου δημόσιου τομέα" είναι αλάνθαστη, μήπως να αλλάξουμε πολίτες;

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Έρευνα: Οι πολίτες παγκοσμίως βλέπουν με καλύτερο μάτι τις κρατικές επιχειρήσεις

To 40% του συνόλου των ερωτηθέντων παγκοσμίως πιστεύει ότι οι κρατικές επιχειρήσεις προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες από τις ιδιωτικές εταιρίες, παρότι το 70% τις θεωρεί λιγότερο αποδοτικές, σύμφωνα με έρευνα της Ernst & Young, με τίτλο «Government as best in class shareholder».

Η πρόσφατη οικονομική κρίση και η επακόλουθη ύφεση επανέφεραν στο προσκήνιο το σημαντικό ρόλο που παίζουν οι κρατικές επιχειρήσεις (ΚΕ) στην εθνική οικονομία πολλών χωρών. Η έρευνα της Ernst & Young αναδεικνύει ότι, παρότι επικρατεί γενικά η αντίληψη ότι οι ΚΕ υστερούν σε απόδοση από τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, σχεδόν το 40% των 12.000 πολιτών από 24 χώρες, που συμμετείχαν στην έρευνα, πιστεύουν ότι οι ΚΕ προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες από τον ιδιωτικό τομέα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ότι οι πολίτες θεωρούν ότι οι κρατικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται ή ακόμη και υπερβαίνουν την απόδοση των ιδιωτικών εταιριών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα ήταν πολύ διαφορετικά από χώρα σε χώρα. Οι Σαουδάραβες ήταν οι θετικότερα διακείμενοι προς τις ΚΕ, με σχεδόν τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων στην έρευνα να δηλώνουν ότι προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες σε σχέση με τις ιδιωτικές εταιρίες. Η Ινδία (60%) και η Ισπανία (51%) ήταν οι μόνες άλλες δύο χώρες, όπου η ίδια αντίληψη πλειοψήφισε. Οι Νοτιοαφρικάνοι (17%), οι Ιάπωνες και οι Ινδονήσιοι (αμφότεροι με ποσοστό 29%) καταγράφονται ως οι πλέον σκεπτικιστές.

Ο Philippe Peuch-Lestrade, Global Government & Public Sector Leader στην Ernst & Young, δηλώνει χαρακτηριστικά: «Η εντύπωση των πολιτών για τις κρατικές επιχειρήσεις παγκοσμίως είναι τελικά πολύ πιο σύνθετη από ό,τι πιστεύουν ορισμένοι παρατηρητές, ειδικότερα σε κάποιες ανεπτυγμένες αγορές. Σε χώρες όπου οι κρατικές επιχειρήσεις αποτελούν τον κανόνα, η σημασία τους είναι κατανοητή και συχνά απολαμβάνουν της υποστήριξης του κόσμου. Η παρουσία των ΚΕ παραμένει χαμηλότερη σε χώρες όπου το κράτος παραδοσιακά παίζει δευτερεύοντα ρόλο, όπως στις Η.Π.Α. και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στις περισσότερες χώρες, οι ΚΕ συνεχίζουν να καταλαμβάνουν σημαντικό κομμάτι των στρατηγικών κλάδων της οικονομίας, όπως η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και οι μεταφορές».

Ποιότητα, αποδοτικότητα

Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι πολίτες εκτιμούν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν οι ΚΕ, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τις θεωρούν και αποδοτικές. Μόνο στη Γαλλία, η πλειονότητα των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι ΚΕ είναι πιο αποδοτικές από τις ιδιωτικές εταιρίες. Ο Peuch-Lestrade συνεχίζει: «Η έρευνα δείχνει με σαφήνεια ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου, στη συνείδηση των πολιτών, η ποιότητα των υπηρεσιών, που παρέχουν οι ΚΕ, είναι σημαντικότερη από το εάν ο τρόπος παροχής αυτών είναι οικονομικά αποδοτικός».

Εθνικό συμφέρον και ιδιοκτησία σημαντικών κλάδων της οικονομίας

Ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης έγινε ιδιαίτερα εμφανής, όταν οι πολίτες ρωτήθηκαν, εάν είναι προς το συμφέρον της χώρας τους οι κλάδοι που θεωρούνται σημαντικοί ή «ευαίσθητοι» να ελέγχονται από το κράτος. Τα αποτελέσματα ποικίλλουν από 86% στη Σαουδική Αραβία, 83% στη Ρωσία, 72% στην Κίνα και 43% στη Βραζιλία, έως 35% στις Η.Π.Α. και 16% στη Νότια Αφρική.

Ειδικότερα, οι ερωτηθέντες πιστεύουν ότι το κράτος πρέπει να έχει στην κατοχή του εταιρίες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους, όπως η άμυνα (86%), τα ταχυδρομεία (71%) και οι τράπεζες (56%). Πιθανώς, να μην προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το 88% όλων των ερωτηθέντων συμφωνούν ότι οι ΚΕ τελούν υπό πολιτικό έλεγχο, όπως, για παράδειγμα, στη Γερμανία, όπου το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 80%. Τα υψηλά αυτά ποσοστά θέτουν σοβαρά ερωτηματικά για τις επιλογές των εκάστοτε κυβερνήσεων, από τις οποίες ζητείται στις ΚΕ να τοποθετούνται διοικήσεις με μεγαλύτερη ανεξαρτησία.

Ο Peuch-Lestrade καταλήγει: «Η σημασία των ΚΕ ενισχύθηκε και αναμένεται να παραμείνουν σημαντικοί παίκτες παγκοσμίως, καθώς οικονομίες, όπου οι ΚΕ είναι πολύ ισχυρές, εξακολουθούν να εξαπλώνονται. Επίσης, το γεγονός που θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις ΚΕ, είναι τα κεφάλαια, που αναμένεται να επενδύσει σε αυτές το κράτος από τα Δημόσια Ταμεία, καθώς και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, που ώθησε πολλές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως ιδεολογικής κατεύθυνσης, να προχωρήσουν σε κρατικοποιήσεις μιας σειράς ιδιωτικών επιχειρήσεων».

Ο Μιχάλης Ροδάκης, Partner της Ernst & Young στην Ελλάδα, σχολιάζει: «Στην Ελλάδα, η παρουσία ΚΕ έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξη της οικονομίας της χώρας, τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια, καθώς οι περισσότερες των ΚΕ εμπλέκονται παραδοσιακά σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας, όπως οι τράπεζες, οι μεταφορές, η ενέργεια και οι υπηρεσίες κοινής ωφελείας. Παρόλο που τα τελευταία 15 χρόνια, όλες οι κυβερνήσεις της χώρας εφάρμοσαν ή προσπάθησαν να εφαρμόσουν πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, ο ρόλος των ΚΕ στην εθνική οικονομία παραμένει σημαντικός. Η πρόσφατη οικονομική κρίση ανέδειξε την προβληματική πλευρά των ΚΕ, με αποτέλεσμα να καλούνται σήμερα να εφαρμόσουν πολιτικές δραστικής μείωσης του κόστους επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ η λειτουργία τους θα πρέπει να ανασχεδιαστεί, ώστε να καταστούν αποδοτικότερες, διατηρώντας, ταυτόχρονα, τον κοινωνικό χαρακτήρα τους».

«Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι εκεί που οι διοικήσεις των ΚΕ προσαρμόστηκαν έγκαιρα, υιοθετώντας δοκιμασμένα συστήματα και διαδικασίες από τον ιδιωτικό τομέα, αυτές παρέμειναν αποδοτικές και συνέχισαν να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες προς τους πολίτες. Το μέγεθος και ο χαρακτήρας των ΚΕ μειώνει την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα και τη δυνατότητα του ελέγχου, τρία στοιχεία απαραίτητα για την εξυγίανση, επιβίωση και ανάπτυξη τους. Ο Δημόσιος και ο Ιδιωτικός Τομέας μπορούν να συνεργάζονται με κοινό όφελος, εμπιστοσύνη, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, αύξηση της αποδοτικότητας, μείωση του κράτους και της ανεργίας και τέλος ανάπτυξη. Η πρόκληση σήμερα σε εθνικό επίπεδο είναι μεγάλη και η εύρεση του ιδανικού σημείου ισορροπίας ιδιαίτερα δύσκολη. Το ξεπέρασμα της κρίσης χρειάζεται μέτρα ρηξικέλευθα, εμπνευσμένα και με τόλμη. Χρειάζεται όραμα και κοινή προσπάθεια», υπογράμμισε ο κ. Μ. Ροδάκης."

Oπλίσατε, σκοπεύσατε, πυρ!

Σημειώνεται σε άρθρο του "Economist":

" «Κλειδί» για την ανάπτυξη οι μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο

H μάχη με τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα θα πρέπει να έχει θέμα την παραγωγικότητα και την ισορροπία των απολαβών, πέραν των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες. Αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Αν κοιτάξετε σε όλο τον κόσμο, θα δείτε ότι οι μάζες συσπειρώνονται. Από τη μία πλευρά, οι δεσμοφύλακες στις φυλακές της Καλιφόρνιας, οι Βρετανοί αστυνομικοί, οι Γάλλοι σιδηροδρομικοί και οι Ελληνες δημόσιοι υπάλληλοι. Από την άλλη, οι χρεωμένες κυβερνήσεις των πλούσιων κρατών. Ακόμα και μία απλή αναφορά σε μειώσεις μπορεί να βγάλει τους δημοσίους υπαλλήλους της Ευρώπης στον δρόμο. Οταν αυτές οι μειώσεις εφαρμοστούν, περιμένετε τα χειρότερα.

Οι συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις επανήλθαν στο επίκεντρο της πολιτικής, και όχι υπό τη μορφή της παλιάς διαμάχης κεφαλαίου και εργατικής τάξης. Σήμερα η πάλη δεν είναι ταξική, σύμφωνα με τον Βρετανό φιλελεύθερο θεωρητικό Γουίλιαμ Γκόμπετ, αλλά πάλη μεταξύ όσων καταβάλλουν φόρους και όσων τους καταναλίσκουν. Σε όλο τον πλούσιο κόσμο μόλις τώρα οι ιδιωτικοί υπάλληλοι αρχίζουν να καταλαβαίνουν τα πλουσιοπάροχα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων εις βάρος των υπολοίπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι πολλοί δημόσιοι λειτουργοί σε ατομική βάση δεν είναι εξαιρετικοί στη δουλειά τους. Ωστόσο, τα συνδικάτα τους έχουν εμποδίσει κάθε αναγκαία μεταρρύθμιση. Στην Αμερική και την Ευρώπη είναι τόσο δύσκολο να αποζημιώσεις υλικά μία καταπληκτική δασκάλα όσο και να απολύσεις μία ακατάλληλη. Ωστόσο, η ισχύς των σωματείων τους μεγιστοποιείται επειδή είναι σε θέση με μία απεργία να παραλύσουν τη λειτουργία των εργοδοτών τους μονοπωλιακών οργανισμών, αλλά και επειδή ασκούν μέγιστη πολιτική επιρροή σε αυτούς τους εργοδότες. Για παράδειγμα, οι Εργατικοί στη Βρετανία καλύπτουν το 80% της χρηματοδότησής τους από τα σωματεία του δημόσιου τομέα.

Συνήθως μπροστά στις απεργίες του Δημοσίου οι κυβερνήσεις παραδίδονται, χωρίς να γίνεται εμφανής ο τρόπος. Τώρα πρέπει να πολεμήσουν, γιατί στερούνται πόρων. Δεν πρέπει να χάσουν την τεράστια ευκαιρία που τους δίνει η παρούσα συγκυρία να επανασχεδιάσουν τον κρατικό μηχανισμό. Δηλαδή, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και τις υπηρεσίες, όχι απλά να περικόψουν. Μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να πρέπει να καταβάλλουν υψηλότερες αποδοχές σε καλούς υπαλλήλους.

Η επικείμενη μάχη θα διεξαχθεί για τα επιδόματα και όχι για τους μισθούς. Εδώ το θέμα είναι η ισορροπία. Οι άδειες είναι παράλογα γενναιόδωρες, αλλά το πραγματικό θέμα είναι οι συντάξεις. Τα 65 έτη θα πρέπει να είναι το ελάχιστο ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης για όσους ξόδεψαν τη ζωή τους σε τάξεις και γραφεία, ενώ οι νέοι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να προσαρμοστούν σε συντάξεις με καθορισμένες εισφορές. Ενα άλλο πεδίο μάχης είναι τα θεσπισμένα προνόμια των σωματείων. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα απαγορευτεί ο συνδικαλισμός. Πρέπει όμως να περιοριστεί το δικαίωμα της απεργίας, ενώ ο κάθε δημόσιος υπάλληλος θα πρέπει να διαλέγει: ή θα συνδικαλιστεί ή θα δωρίσει σε κάποιο κόμμα. Οι μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο δεν έχουν στόχο να το δαιμονοποιήσουν. Η υγεία του έχει ζωτική σημασία για την κοινωνία συνολικά και όχι μόνον για την ανάπτυξη.

Τα τελευταία 25 χρόνια η παραγωγικότητα στον ιδιωτικό τομέα εκτινάχθηκε στη Δύση, γιατί οι εταιρείες είχαν ελευθερία κινήσεων. Είναι δυσκολότερο να αναδιοργανωθεί ένα κράτος, αλλά ακόμα και μικρές βελτιώσεις στην παραγωγικότητα θα εξοικονομήσουν πολλά χρήματα. Οι πολιτικοί έχουν την επιλογή να κάνουν αλλαγές και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας στο μέλλον ή να υποχωρήσουν και πάλι".

Μια σημείωση: Γράφει ο Milton Friedman στο εισαγωγικό σημείωμα (Preface) του βιβλίου του "Capitalism and Freedom" το 1982 : "Only a crisis, actual or perceived, produces real change. When that crisis occurs, the actions that are taken depend on the ideas that are lying around. That, I believe, is our basic function: to develop alternatives to existing policies, to keep them alive and available until the politically impossible becomes politically inevitable".

Μια σύνοψη του μηχανισμού της αγοράς

Γράφει, σε αρθρο του στην"Καθημερινή" ο κ. Πάσχος Μανδραβέλης:

" Το κόστος και το όφελος σε μια οικονομία

Υπήρχε μια εποχή που τα πράγματα ήταν απλά. Μεγάλα ιδεολογικά σχήματα, που είχαν στο κέντρο τους απόλυτες όσο και ασαφείς αλήθειες (π. χ. Θεός, πατρίδα, φυλή, αταξική κοινωνία κ. λπ.), μπορούσαν να κινητοποιήσουν μεγάλες μερίδες πληθυσμών προς ένα σκοπό. Το κίνητρο κάθε ατόμου ξεχωριστά για να εργασθεί (άρα να έχει προσωπικό κόστος) προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση είχε στον πυρήνα του κάτι μεταφυσικό. Ολες αυτές οι μεγάλες έννοιες δεν ήταν σαφώς προσδιορισμένες και, ως εκ τούτου, ποτέ κανείς δεν ήξερε πότε θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Απλώς κυριαρχούσε η πίστη πως υπάρχει μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς το καλό κι άπαντες όφειλαν να την ακολουθήσουν, ώστε αυτή η πορεία να επιταχυνθεί.

Αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εξάντλησαν με τον καιρό (και κυρίως με την εφαρμογή τους) τα όρια των δυνατοτήτων τους. Επειδή στηρίζονταν σε απόλυτες αλήθειες (άσχετα αν κάποιες απ’ αυτές επιχείρησαν να φορέσουν τον μανδύα του «επιστημονικού») στερούσαν την ελευθερία εκείνων που δεν συμμερίζονταν την αίσθηση της εκ των άνω προσδιορισμένης αποστολής των. Επειδή δε οι «αλήθειες» αυτές ήταν και ασαφείς, ο περιορισμός της ελευθερίας επεκτεινόταν όλο και σε πιο παράταιρους χώρους. Ετσι, τα μεγάλα ιδεολογικά σχήματα κατέρρευσαν κυρίως διά της εφαρμογής τους. Αφενός δεν μπορούν να κινητοποιήσουν τα άτομα και αφετέρου το κόστος της κινητοποίησης αποδείχθηκε με τον καιρό μεγαλύτερο του οφέλους.

Το ερώτημα λοιπόν που μπαίνει είναι πώς κινητοποιείς ελεύθερους ανθρώπους για την επίτευξη κοινωνικών στόχων, όταν δεν υπάρχει το κίνητρο της «βασιλείας των ουρανών» ή της γης, που «έτσι κι αλλιώς θα γίνει κόκκινη». Γιατί να γίνει παραγωγικός ένας δημόσιος υπάλληλος, αν ξέρει ότι θα αμειφθεί το ίδιο, είτε δουλέψει δύο ώρες είτε δέκα; Γιατί να επωμισθεί επιπλέον κόστος ένας εργαζόμενος της πρώην ΕΣΣΔ, όταν το προσωπικό όφελος θα είναι το ίδιο;

Μια λύση που αναφέρεται συχνά είναι τα αντικίνητρα: όποιος δεν πράξει το σωστό, παρανομεί· και όποιος παρανομεί τιμωρείται. Δεν υπάρχει κοινωνία που να μην προϋποθέτει κανόνες. Οι κανόνες, έχοντας προηγουμένως ορίσει τις έννοιες του σωστού και του λάθους, ορίζουν έτσι και τη συμμόρφωση ή την παράβαση. Η παράβαση τιμωρείται, άρα οι άνθρωποι θα πράξουν το σωστό. Αν και μπορεί να επιχειρηματολογεί κάποιος επί χρόνια πώς θα οριστεί το «σωστό» και το «λάθος», ας δεχθούμε ότι υπάρχει ένας αντικειμενικός τρόπος ορισμού. Ομως, αυτό όχι μόνο δεν εξηγεί τη νομιμοποιητική βάση των κινήτρων, αλλά δεν είναι επαρκής θεωρία και για τα κίνητρα.

Το βασικό πρόβλημα των αντικινήτρων είναι πως αφορούν την πράξη και όχι την παράλειψή της. Τα αντικίνητρα μπορεί να σταματήσουν κάποιον από το να κάνει κάτι, αλλά δεν τον κινητοποιούν να κάνει κάτι περισσότερο. Οι πειθαρχικές ποινές στέλνουν όλους τους δημοσίους υπαλλήλους καθημερινά στη δουλειά τους, δεν τους κινητοποιεί όμως και να την κάνουν. Με άλλα λόγια, η τιμωρία φρενάρει τους ανθρώπους για το «λάθος», αλλά δεν τους κινητοποιεί για το «σωστό». Οπως κι αν οριστεί το «σωστό» ή το «λάθος».

Αντιθέτως, ο καπιταλισμός έχει λύσει αυτό το πρόβλημα σε ατομικό επίπεδο. Διά της αγοράς προωθεί το δημοκρατικά επιλεχθέν «καλό», επιβραβεύοντας όσους το προωθούν. Ενας επιχειρηματίας, αν δουλέψει περισσότερο προς την κατεύθυνση που οι καταναλωτές θέλουν, θα αμειφθεί παραπάνω. Ενας σταχανοβίτης, πέρα από μια πιθανή ηθική ανταμοιβή, δεν πρέπει να περιμένει τίποτε περισσότερο. Πρέπει να πούμε «μπράβο» στον δεύτερο, αλλά αυτό δεν θα κινητοποιήσει έναν ικανό αριθμό ατόμων για αύξηση της παραγωγικότητας.

Από κει και πέρα η Αριστερά μπαίνει στον εξίσου ασαφή (με τα μεγάλα ιδεολογήματα) δρόμο των «αξιών» κάνοντας μάλιστα και μια λογική υπέρβαση. Φορτώνει στους ανθρώπους μια «αξία» που δεν έχουν, το «κυνήγι του χρήματος». Για τους περισσότερους ανθρώπους (εξαιρούμε κάποιες παθολογικές περιπτώσεις) το χρήμα δεν αποτελεί επ’ ουδενί αυθύπαρκτη αξία. Παραμένει ένα (πολύ πραγματικό) μέσο ανταλλαγής του τωρινού κόστους της εργασίας τους με μελλοντικές απολαβές. Είναι μεν υπαρκτό το μεταλλαγμένο σχήμα που παρατήρησε ο Καρλ Μαρξ στον καπιταλισμό χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα, αλλά αυτό χαρακτηρίζει τη δομή του συστήματος, όχι τις επιδιώξεις των ατόμων.

Από την άλλη, η βασική αρετή του καπιταλισμού είναι πως δίνει πραγματικά κίνητρα στους ανθρώπους για να κινητοποιηθούν προς δημοκρατικά επιλεγμένους κοινωνικά στόχους. Αν η κοινωνία θέλει παπούτσια θα φτιάξει παπούτσια, όχι γιατί έτσι «θα γίνει ο κόσμος καλύτερος», αλλά γιατί αυτοί που θα τα φτιάξουν θα αμειφθούν πραγματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν παρουσιάζονται ουρές στα καταστήματα υποδημάτων, σε αντίθεση με όσα είδαμε στην αλήστου μνήμης ΕΣΣΔ.

Ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς το είχε διατυπώσει πολύ γλαφυρά: «Καπιταλισμός είναι η δοξασία, πως οι πιο αχρείοι άνθρωποι θα κάνουν τα πιο αχρεία πράγματα για το καλό όλων μας». Ετσι, ενώ η σοσιαλιστική θεώρηση των πραγμάτων χρησιμοποιεί θεολογικού τύπου κίνητρα (όραμα για μια καλύτερη μελλοντική ζωή) για την κινητοποίηση των ατόμων προς κοινωνικούς στόχους, η θεώρηση της ελεύθερης αγοράς χρησιμοποιεί το μεταφυσικό τρικ ότι το συνολικό αποτέλεσμα των επιμέρους κοινωνικών στόχων που ικανοποιεί η αγορά είναι εξ ορισμού το κοινωνικά επιθυμητό.

Υπάρχει ένα παράδοξο με την αγορά. Αφού δεν έχουμε καντάρι να ορίσουμε ποιο είναι ορθό προς παραγωγή και ποιο όχι, η αγορά είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, που εξασφαλίζει την καλύτερη και δημοκρατικότερη χρήση των πάντα ελλιπών πόρων που διαθέτουμε.

Επειδή, όμως, οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι μεταβλητές, κάθε κεντρικός σχεδιασμός είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Δηλαδή, ακόμη κι αν υπήρχε ένας υπολογιστής που θα συγκέντρωνε όλες τις επιθυμίες όλων των ανθρώπων για να προγραμματιστεί η παραγωγή, τα δεδομένα αυτά δεν θα ήταν παρά μια στατική εικόνα, ενώ υπάρχει μια δυναμική κοινωνία που μεταβάλλεται διαρκώς. Με την αγορά εξασφαλίζουμε την καλύτερη προσέγγιση των επιθυμιών των καταναλωτών με την παραγωγή. Είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα και το κυριότερο: κατανέμει το κόστος και το όφελος στα άτομα που κάνουν τις επιλογές.

Η ζήτηση και η προσφορά προϊόντων

Η αγορά πλεονεκτεί έναντι κάθε κεντρικού σχεδιασμού διότι τα οφέλη που υπόσχεται για κοινωνικά επιθυμητές επιλογές κινητοποιεί τα άτομα να παράγουν. Από την άλλη δημιουργεί και αντικίνητρα. Οι επιχειρηματικές ζημίες που δημιουργούνται από κοινωνικά ανεπιθύμητες επιλογές (επιλογές δηλαδή που δεν είναι επιθυμητές από τους ανθρώπους που ψηφίζουν διά του οβολού τους κάθε μέρα) αποτελούν ένα βασικό αντικίνητρο γι’ αυτές τις επιλογές.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι οι επιμέρους επιθυμητές κοινωνικά επιλογές που εκφράζονται μέσω της αγοράς δεν αθροίζονται πάντα σε μια επιθυμητή κοινωνική επιλογή. Δημιουργούνται, για παράδειγμα, ανισότητες οι οποίες, πέρα από το αρνητικό ηθικό φορτίο που κουβαλούν, γίνονται βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας. Ακόμη και στενά οικονομολογικά αν δούμε το ζήτημα (αν δηλαδή αποσιωπήσουμε τον παράγοντα κοινωνική συνοχή) η εκτεταμένη φτώχεια υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας. Στο κάτω κάτω της γραφής κάποιοι πρέπει να έχουν τα χρήματα για να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγονται. Ο καπιταλισμός για να λειτουργήσει δεν μπορεί να έχει μόνο πωλητές· χρειάζεται και αγοραστές. Προσφορά χωρίς τη ζήτηση είναι νεκρά προϊόντα στις αποθήκες. Κι αυτό δημιουργεί τις κρίσεις στον καπιταλισμό. Είναι προς το συμφέρον κάθε επιχειρηματία να συμπιέζει τους μισθούς για να μειώσει το κόστος παραγωγής και δι’ αυτού του τρόπου να μεγαλώσει την προσφορά. Ομως η συνολική μείωση των μισθών σε μια οικονομία συμπιέζει τη ζήτηση. Ετσι αυξάνεται διαρκώς η προσφορά και μειώνεται η ζήτηση, με αποτέλεσμα να έχουμε κρίση υπερπαραγωγής. (Σ. Σ.: στην Ελλάδα, βέβαια, έχουμε το ακριβώς αντίστροφο πρόβλημα. Είχαμε ζήτηση χωρίς εγχώρια παραγωγή, που δημιούργησε την κρίση υπερδανεισμού του Δημοσίου για να στηρίξει την κατανάλωση).

Στον 20ό αιώνα είδαμε το μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας να καταρρέει, επειδή ακριβώς δεν έλυσε το πρόβλημα των κίνητρων για την κινητοποίηση των ανθρώπων. Είδαμε τις δυτικές οικονομίες να αναπτύσσονται γιατί κάθε φορά έβρισκαν μια ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας της αγοράς και της κρατικής παρέμβασης. Κάποιες χώρες βρήκαν καλύτερες ισορροπίες προς την κατεύθυνση της αγοράς και προόδευσαν ταχύτερα. Κάποιες άλλες (όπως η Ελλάδα) έμειναν αγκυλωμένες εξαιτίας της θεοποίησης της κρατικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα να χάσουν αναπτυξιακές ευκαιρίες. Τροφοδότησαν τη ζήτηση (διά του δανεισμού) αμελώντας την προσφορά. Η πραγματικότητα της κρίσης που βιώνουμε αυτό δείχνει".


Επί του τεράστιου ζητήματος της αποτελεσματικότητας της αγοράς, αναμένω παρατηρήσεις και σχόλια. Οφείλω, πάντως, να σημειώσω ότι, αν σήμερα έχουμε την "πολυτέλεια" να προβαίνουμε σε αναλύσεις περί της "αναγκαιότητας της αγοράς", οφείλεται στην παροχέτευση χρήματος στην (χρηματοπιστωτική) αγορά από κυβερνήσεις. Και μάλιστα, χωρίς να υπάρχει ουδεμία δέσμευση για την περαιτέρω κατεύθυνση των κεφαλαίων. Δηλαδή, το αντίθετο ακριβώς από ότι πρεσβεύει η Κεϋνσιανή θεωρία (κα η Λογική, εν γένει). Και όλο αυτό, συνέβει χωρίς ο ιδιωτικός χρηματοπιστωτικός τομέας να αναλάβει κανένα κίνδυνο. Αυτό γίνεται εμφανέστατο από την ακόλουθη είδηση:


"Τράπεζα Αγγλίας : Ας χρεοκοπήσουν και τράπεζες

Πρέπει να επιτρέπεται στις τράπεζες να αποτυγχάνουν σε δύσκολους καιρούς και οι ζημιές τους να απορροφώνται από τους πιστωτές και επενδυτές τους, όχι από τους φορολογούμενους, δήλωσε σε συνέντευξη τύπου στο BBC o υποδιοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Πολ Τάκερ (Paul Tucker).

Ο Τάκερ τόνισε πως οι τράπεζες όφειλαν να αναλάβουν τις ζημιές όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα και πως οι αλλαγές που έχουν γίνει στο τραπεζικό σύστημα δεν πήγαν αρκετά μακριά ώστε να επιτρέψουν το ενδεχόμενο αυτό.

"Εάν έχουμε ένα σύστημα όπου οι τράπεζες απολαμβάνουν πάντα τις καλές μέρες και οι φορολογούμενοι πάντα τις κακές μέρες, κάτι έχει στραβώσει με τον καπιταλισμό, με την καρδιά του καπιταλισμού, και χρειάζεται να το διορθώσουμε" δήλωσε στην τηλεόραση του BBC. "Θέλουμε τις καλές μέρες να τις απολαμβάνουν οι μέτοχοι και σε κάποιο βαθμό και οι μάνατζερ, αλλά πρέπει να συμβαίνει το ίδιο και στις βροχερές μέρες. Αυτό θα απαιτήσει μεγάλες αλλαγές διεθνώς" δήλωσε ο Τάκερ.

Η βρετανική κυβέρνηση κατέχει ένα μερίδιο 83% στη Royal Bank of Scotland και 41% στο Lloyds Banking Group μετά τη διάσωσή τους το 2008-2009. Μία ανεξάρτητη επιτροπή για τις τράπεζες θα υποβάλλει έκθεση φέτος για το αν οι βρετανικές τράπεζες είναι πολύ ισχυρές και χρειάζεται να χαλιναγωγηθούν".


Να σημειώσω ότι η πρόταση του κ. Paul Tucker, σημαίνει και την ανάληψη κινδύνου από τους καταθέτες. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Πληθωρισμός Ευρωζώνης

Οπως διαβάζουμε στο "Βήμα":

"Ο πληθωρισμός στη Γερμανία και την Ευρωζώνη θα διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα σε χαμηλά επίπεδα, δήλωσε ο Πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ.Αξελ Βέμπερ μετέδωσε το πρακτορείο Bloomberg.

«Μεσοπρόθεσμα, πρέπει να αναμένονται ρυθμοί πληθωρισμού κάτω από το 2% για τη Γερμανία και την Ευρωζώνη», είπε ο κ. Βέμπερ σε ομιλία του στη Φρανκφούρτη χθες το βράδυ, προσθέτοντας: «Οι πληθωριστικοί κίνδυνοι είναι ακόμα εξισορροπημένοι, αλλά ο κίνδυνος αύξησης του πληθωρισμού μπορεί να ενισχυθεί. Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο της ΕΚΤ θεωρεί τα τρέχοντα επιτόκια κατάλληλα. Ταυτόχρονα, οι μελλοντικές εξελίξεις στο μέτωπο των τιμών πρέπει να παρακολουθούνται και θα παρακολουθούνται προσεκτικά».

Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ έχει ως στόχο τη διατήρηση του πληθωρισμού κάτω από το 2% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Όσον αφορά τις προοπτικές της γερμανικής οικονομίας το 2011, ο κ. Βέμπερ είπε ότι θα συνεχισθεί η ανάπτυξη και η ανεργία θα μειωθεί κατά μέσο όρο κάτω από το 7% από 7,7% το 2010.

«Η Γερμανία επωφελείται σημαντικά από την ισχυρή ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, ειδικά στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας», είπε προσθέτοντας ότι οι γερμανικές εξαγωγές στην Κίνα αυξήθηκαν κατά 80% από τα προ της κρίσης επίπεδα. Αν και οι εξαγωγές, είπε, δεν προβλέπεται να αυξηθούν με το ρυθμό του 2010, οι επενδύσεις θα αυξηθούν ισχυρά και η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά. Η Γερμανία σημείωσε ρυθμό ανάπτυξης 3,6% το 2010".

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Αθηναϊκή Συμμαχία, 2010 μ.Χ.

Γράφει, σε άρθρο της στην "Καθημερινή" η κ. Ζέζα Ζήκου:

"Τους δυστυχείς... «πιέζονται» να υπογράψουν

Η αποκάλυψη της Wall Street Journal ήταν «ξαναζεσταμένο φαγητό». Εντάξει, έγραψε αυτά που ήδη έχουν γράψει και η στήλη και αρκετοί αναλυτές. Αλλά, ακόμη κι έτσι, είναι σημαντικό ότι με τη βαρύγδουπη σημασία που έχουν τα δικά της ρεπορτάζ, αποκαλύπτει την απόγνωση του Τρισέ, που φέρεται να προειδοποίησε στη συνεδρίαση του Ecofin στις 18 Οκτωβρίου ότι οι προτάσεις Γερμανίας και Γαλλίας για τον νέο μηχανισμό διάσωσης θα καταστρέψουν το ευρώ.

Αιτία της αντίδρασης του κ. Τρισέ ήταν η πρόβλεψη ότι από το 2013 θα κληθούν και οι ιδιώτες επενδυτές να μετέχουν στο κόστος ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης χρέους χώρας της Ευρωζώνης. Αυτό, κατά την άποψη του προέδρου της ΕΚΤ τραπεζίτη, θα υπέσκαπτε τις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων.

«Θα καταστρέψετε το ευρώ», φέρεται να είπε ο κορυφαίος τραπεζίτης πρόεδρος της ΕΚΤ στη γαλλική αντιπροσωπεία στο Ecofin, όταν έλαβε από τον υφυπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, Γιούργκεν Ασμούσεν, το κείμενο της συμφωνίας που είχαν κάνει την ίδια ημέρα στην πόλη Ντοβίλ η καγκελάριος A. Μέρκελ και ο πρόεδρος Ν. Σαρκοζί. Η συμφωνία στην Ντοβίλ προκάλεσε εκνευρισμό στις αντιπροσωπείες των άλλων χωρών, καθώς αντελήφθησαν ότι οι αποφάσεις ελήφθησαν αλλού και αυτοί εκλήθησαν απλώς να τις επικυρώσουν. «Και γιατί το έκαναν;», αναρωτιέται ο καθείς.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, ο κ. Τρισέ συνέχισε την κριτική του για το θέμα αυτό και στο δείπνο που έγινε έπειτα από 10 ημέρες, πριν από τη Σύνοδο Κορυφής στις 29 Οκτωβρίου, είπε στον Γάλλο πρόεδρο: «Δεν αντιλαμβάνεστε πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση», ο οποίος με τη σειρά του απάντησε: «Μάλλον μιλάτε σε τραπεζίτες, εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τους πολίτες». Η συμφωνία, πάντως, της Γαλλίας και της Γερμανίας υιοθετήθηκε, με κάποιες τροποποιήσεις, τόσο από τη Σύνοδο Κορυφής των «27» στις 29 Οκτωβρίου όσο και από την πρόσφατη Σύνοδο στις 17 Δεκεμβρίου. Εντάξει από τον Γιώργο Παπανδρέου να «φέρεται» ότι αγνοεί τη σημασία αυτών που υπογράφει, είναι τοις πάσι γνωστό, αλλά και οι λοιποί ηγέτες των «27» έχουν το ίδιο πρόβλημα!

Απλώς, ο διαβόητος μηχανισμός διάσωσης της φράου Μέρκελ έγινε ολίγον φλου και a la carte... και μετατρέπεται σε επικίνδυνο για τις υποχρεώσεις της ελληνικής οικονομίας και των λοιπών βαριά χρεωμένων χωρών της Ε. Ε. Προβλέπει τη συμμετοχή «κατά περίπτωση» ιδιωτικών τραπεζών και ιδιωτών επενδυτών που είναι κάτοχοι κρατικών ομολόγων. Σε περίπτωση κρίσης φερεγγυότητας ενός κράτους, το εν λόγω κράτος θα πρέπει να διαπραγματευθεί με τους ιδιώτες την αναδιάρθρωση του χρέους του κατά περίπτωση και σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο! Δηλαδή, ο νέος αυτός μόνιμος μηχανισμός διάσωσης κρατών-μελών της Ευρωζώνης αποσκοπεί στην επιλεκτική τιμωρία της χώρας που θα κριθεί (από ποιους;) αφερέγγυα. Οσοι επενδυτές δάνεισαν στο παρελθόν την εν λόγω άτυχη χώρα αγοράζοντας τα ομόλογά της θα χάνουν μεγάλο μέρος των χρημάτων τους. Η «σιδηρά» καγκελάριος δηλώνει ότι η συγκεκριμένη δικλίδα ασφαλείας, που μεταφέρει τον κίνδυνο της χρεοκοπίας στους ιδιώτες, είναι ζωτικής σημασίας για το υγιές μέλλον της Ευρωζώνης και του ισχυρού ευρώ. Ωστόσο, οι μεγάλες τράπεζες, που έχουν ήδη αρκετά προβλήματα, ραγδαία απομακρύνονται από την αγορά κρατικού χρέους και «ξεφορτώνονται» ομόλογα «ύποπτων» χωρών, προκαλώντας αύξηση των spreads.

Δεν ξέρω αν ο Ελληνας πολίτης συνειδητοποιεί επαρκώς τις εξελίξεις. Και πώς, άλλωστε, να τις συνειδητοποιήσει; Η ενημέρωση με την οποία βομβαρδίζεται απορρέει από μια φτηνή κυβερνητική προπαγάνδα. Εφ’ εξής μια χώρα του ευρώ μπορεί να οδηγηθεί σε ελεγχόμενη πτώχευση και αναδιάρθρωση του χρέους της παραμένοντας στο ευρώ. Αν ή όταν η υπερχρεωμένη Ελλάδα αναγκαστεί να πτωχεύσει, τότε τα πράγματα θα είναι απλά.

Φυσικά, ο μηχανισμός αυτός εγκαθιστά τη γερμανική εξουσία στη δημοσιονομική πολιτική, καταργεί τον θεσμοθετημένο ρόλο της Kομισιόν και ταπεινώνει την Eυρωπαϊκή Kεντρική Tράπεζα, που ήταν αντίθετη στην εμπλοκή των ιδιωτών. Ως τις 30 Ιουνίου 2013 θα πρέπει να είναι όλα έτοιμα για να ισχύσει ο νέος μηχανισμός, που θα αντικαταστήσει τον προσωρινό, στον οποίο τα κράτη-μέλη και το ΔΝΤ συνεισφέρουν με κεφάλαια 750 δισ. ευρώ".

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Φοβούμενοι το παράδοξο της φειδούς

Οπως διαβάζουμε στο "Βήμα":

"ΔΝΤ προς Καναδά: Η πολλή εξυγίανση βλάπτει

Τους σοβαρούς κινδύνους για την οικονομία του Καναδά λόγω των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης επισημαίνει σε κοινή έκθεσή του με την Κεντρική Τράπεζα της χώρας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το ΔΝΤ προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης από το 3% του ΑΕΠ το 2010 στο 2,3% την επόμενη χρονιά και προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονεί η… βιασύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για εξορθολογισμό των δημοσιονομικών. Η καναδική κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει με βραδείς ρυθμούς στον περιορισμό του ελλείμματος ώστε να δώσει μια ανάσα στην οικονομία, υπογραμμίζει η έκθεση.

Επισημαίνεται ότι μια εναλλακτική θα ήταν η επιτάχυνση των έργων υποδομών και η χρονική μετάθεση της προγραμματισμένης περικοπής φόρων στις επιχειρήσεις. «Η ανάπτυξη αναμένεται να παρουσιάσει κάμψη το δεύτερο εξάμηνο του 2010 και το 2011 καθώς το χρέος των νοικοκυριών έχει ανέλθει σε υψηλά επίπεδα, η αγορά κατοικίας έχει παγώσει και η προσπάθεια αναθέρμανσης της οικονομίας είναι ασθενής» αναφέρει η έκθεση. Το ΔΝΤ τονίζει ότι το καναδικό δολάριο παραμένει ισχυρό αλλά συστήνει στην Κεντρική Τράπεζα της χώρας να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο σε χαμηλά επίπεδα".

"Δι' ελέου και φόβου περαίνουσα, την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν" (*)

Στις περιπέτειες της Ισλανδίας και της Αργεντινής έχουμε αναφερθεί, τόσο εντός του Τμήματος, όσο και σε προηγούμενες αναρτήσεις. Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Βγαίνει από την ύφεση η Ισλανδία
Μετά από υποχώρηση του ΑΕΠ της έως και 11%.

Η ισλανδική οικονομία σημείωσε ανάπτυξη κατά 1,2% το τρίτο τρίμηνο αυτού του έτους και η ανάπτυξη αναμένεται να επιβεβαιωθεί το 2011. Η χώρα δείχνει έτσι να βγαίνει από την ύφεση που αποδόθηκε στους «νέους Βίκινγκ», δηλαδή τους διοικητές των τραπεζών Landsbanki, Glitnir και Kaupthing, οι οποίοι προκάλεσαν την κατάρρευση του ισλανδικού χρηματοπιστωτικού συστήματος τον Σεπτέμβριο του 2008.

Όπως συνέβη και με την Ιρλανδία, όπου οι τράπεζες επίσης είχαν προχωρήσει σε ακρότητες, η Ισλανδία είδε το ΑΕΠ της να υποχωρεί κατά 11% μέσα σε δύο χρόνια. Αυτό συνέβη όμως σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον, που συνοδεύτηκε από υποτίμηση των δανείων της. Η Ιρλανδία, αντίθετα, υπόκειται στο αποπληθωριστικό καθεστώς της ευρωζώνης, που έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνεται το χρέος της.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ισλανδίας θα φτάσει το 2010 το 6,3%, για να μετατραπεί στη συνέχεια σε πλεόνασμα. Το έλλειμμα της Ιρλανδίας, αντίθετα, θα διαμορφωθεί φέτος στο 13% (32% με την ενίσχυση των τραπεζών) και δεν αναμένεται να βελτιωθεί το 2011. Η κρίση δεν έπληξε επίσης τις δύο χώρες με την ίδια ένταση. Η ανεργία στην Ιρλανδία έχει φτάσει το 14,1%, ενώ στην Ισλανδία σκαρφάλωσε στο 9,7%, για να πέσει στη συνέχεια στο 7,3%.

Οι Ισλανδοί ξεπέρασαν τα δύσκολα, εκτιμά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ικανότητα της κυβέρνησης να προστατεύσει το «πολύτιμο βόρειο μοντέλο κοινωνικής προστασίας». Η ύφεση αποδείχθηκε λιγότερο βαθειά απ’ ό,τι αναμενόταν, τόνισε ο Μαρκ Φλάνιγκαν, επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ. Το χρέος θα φτάσει το 115% του ΑΕΠ, προτού μειωθεί στο 80% το 2015. Το χρέος της Ιρλανδίας, αντίθετα, θα συνεχίσει να αυξάνεται τα τρία επόμενα χρόνια, για να φτάσει το 120%.

Ο Όλαφουρ Γκρίμσον έτριξε τα δόντια στις Βρυξέλλες. «Στην Ισλανδία αφήσαμε τις τράπεζες να καταρρεύσουν», είπε o Ισλανδός πρόεδρος. «Άλλωστε επρόκειτο για ιδιωτικές επιχειρήσεις. Δεν τις ενισχύσαμε οικονομικά, αυτό δεν αποτελεί ευθύνη του Κράτους».

Θα πρέπει πάντως να δείχνουμε προσοχή όταν συγκρίνουμε τις ιρλανδικές και τις ισλανδικές τράπεζες, επισημαίνει η Daily Telegraph. Η Ισλανδία είναι μια μικρή χώρα, που θα μπορούσε να αρνηθεί να πληρώσει τα χρέη της χωρίς να προκαλέσει μια παγκόσμια κρίση. Η ιρλανδική οικονομία είναι δώδεκα φορές μεγαλύτερη. Οι τράπεζές της έχουν στενούς δεσμούς με τις τράπεζες της Γερμανίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και της Βρετανίας, γεγονός που καθιστά αυτό το δίκτυο πολύ ευάλωτο.

Οι τράπεζες δεν αποτελούν όμως τη μοναδική εξήγηση. Σύμφωνα με τον Νομπελίστα Οικονομίας Πολ Κρούγκμαν, η Ισλανδία ορθοπόδησε πιο γρήγορα γιατί δεν έχει υιοθετήσει το ευρώ. «Υποτίμησε το νόμισμά της και επέβαλε έλεγχο των κεφαλαίων», έγραψε ο Κρούγκμαν. «Συνέβη τότε κάτι περίεργο: παρόλο που είχε βυθιστεί στη χειρότερη οικονομική κρίση της ιστορίας της, δεν τιμωρήθηκε τόσο αυστηρά όσο άλλες χώρες». Δύο χρόνια αργότερα, η ισλανδική κορώνα έχει χάσει το 30% της αξίας της, αλλά τα εργοστάσια αλουμινίου λειτουργούν στο 100% για να ικανοποιήσουν την εξωτερική ζήτηση και τα τοπικά προϊόντα έχουν αντικαταστήσει τα εξωτικά λαχανικά και τις εισαγόμενες τομάτες θερμοκηπίου.

Η Ισλανδία ήλθε σε διαπραγμάτευση για τα χρέη της Icesave, της τράπεζας που χρεοκόπησε μαζί με δισεκατομμύρια ευρώ Βρετανών και Ολλανδών καταθετών. Και το επιτόκιο ύψους 5,5% που ζητούσαν στις αρχές του χρόνου οι δύο αυτές χώρες έπεσε στο 3,2%. Αντίθετα, ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας δέχθηκε να πληρώσει η χώρα του επιτόκιο 7% για τα νέα δάνεια από την ΕΕ και τη Βρετανία, με το επιχείρημα ότι η παραμονή στην ευρωζώνη προσφέρει μακροπρόθεσμα περισσότερα πλεονεκτήματα απ’ ό,τι η ανάπτυξη έξω από αυτήν.

Οι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η επιστροφή της Ισλανδίας στην ανάπτυξη θα θεωρηθεί από τον πληθυσμό δικαίωση για τη σκληρή στάση που τήρησε η χώρα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις και την επενδυτική κοινότητα. Αντίθετα με το μήνυμα που στάλθηκε στους Ιρλανδούς ότι με το να μην πληρώσουν τα χρέη τους θα μετατραπούν στους παρίες του πλανήτη, η τιμωρία της Ισλανδίας δεν είναι τόσο αυστηρή και η κυβέρνηση θα μπορέσει να βγει ξανά στις αγορές σε μερικά χρόνια και να δανειστεί".


" Ρυθμίζει το υπόλοιπο του χρέους της η Αργεντινή

Η Αργεντινή προβαίνει σε μία νέα «νόμιμη ανταλλαγή (swap)» χρεογράφων, που αφορούν το ιδιωτικό χρέος της από το έτος 2001, σε μία νέα προσπάθεια διακανονισμού του συνολικού χρέους της με τους πιστωτές της, όπως έγινε και το '05 και το '10.

Τα έτη 2005, 2010 το Μπουένος Αϊρες διακανόνισε το 93% του ιδιωτικού του χρέους, που είχε «παραμεληθεί» όταν η λατινοαμερικανική χώρα πέρασε από το πολύ καταστροφικό γι’ αυτήν 2001, και το Μπουένος Αϊρες κήρυξε «στάση πληρωμών» για ένα ποσό ίσον με 100 δισ.δολάρια ΗΠΑ...

Όπως δήλωσε σήμερα ο υφυπουργός των Οικονομικών, Χέρμαν Λορεντσίνο, με τη νέα ρύθμιση θα διακανονιστεί ιδιωτικό χρέος 6,1 δισ.δολαρίων ΗΠΑ.

Το Μπουένος Αϊρες κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να ανταποκριθούν, μιλώντας μάλιστα για «τελευταία ευκαιρία». Σημειωτέον από την πλευρά τους τα «κεφάλαια αντιστάθμισης παντός κινδύνου» αναφερόμενα στα ιδιωτικά χρέη κρατών, που έχουν τα δικαιώματά τους, μιλούν για «τοκογλυφικά κεφάλαια»...



Ως παρατήρηση σημειώνω ότι, και στις δύο αναφερόμενες χώρες, η συνειδητοποίηση της κατάρρευση και η κάθαρση (όπως την μάθαμε στην Ελληνική Τραγωδία) είναι οι συνθήκες που τους επιτρέπουν να ανακτήσουν σωστό βηματισμό.

Για παράδειγμα, στην Ισλανδία, 15 μήνες μετά την συνειδητοποίηση (και την εξαγγελία) της κατάρρευσης, η εξεταστική επιτροπή που συνέστησε το Κοινοβούλιο από ανεξάρτητους ειδικούς έβγαλε πόρισμα 2.400 σελίδων, με το οποίο όχι μόνο καταλόγισε ευθύνες, αλλά και τις προσωποποίησε. Κατονομάζονται ο πρώην πρωθυπουργός Γκέιρ Χάαρντε, τρεις πρώην διοικητές της κεντρικής τράπεζας, υπουργοί, ενώ ποινικές ευθύνες καταλογίζονται σε στελέχη των τριών ιδιωτικών τραπεζών. Ήδη ο εισαγγελέας έβγαλε διεθνή εντάλματα σύλληψης, καθώς πολλά golden boys διέφυγαν στο εξωτερικό, κάνοντας μία μέρα πριν από την εκδήλωση της κρίσης τεράστιες αναλήψεις από τους λογαριασμούς τους. Τρεις συνελήφθησαν και κρατούνται. Η κυβέρνηση έκανε μηνύσεις και ζητάει πίσω τα κλεμμένα.

Η εξεταστική επιτροπή είχε στη διάθεσή της 80 υπαλλήλους, δικό της προϋπολογισμό και δικαίωμα να ζητήσει -ακόμη και να κατασχέσει- στοιχεία από κρατικές υπηρεσίες και ιδιώτες. Επίσης, ανεξάρτητη επιτροπή ετοιμάζει συστάσεις για να γίνουν μεταρρυθμίσεις ώστε να αποφευχθεί παρόμοια κρίση στο μέλλον. Στο πλαίσιο της διαφάνειας, αναρτήθηκε τον Απρίλιο στον ιστότοπο της Βουλής (http://sic.althingi.is/) το πλήρες κείμενο που η κυβέρνηση ονομάζει «Έκθεση της αλήθειας» και οι Ισλανδοί αποκαλούν «Μαύρο πόρισμα» καθώς και εκτεταμένη περίληψη στα αγγλικά. Κανείς, ούτε καν οι κατηγορούμενοι, δεν αμφισβήτησαν την αμεροληψία των συντακτών του πορίσματος.

Το βράδυ της ανακοίνωσης 45 ηθοποιοί συγκεντρώθηκαν στο Δημοτικό Θέατρο του Ρέικιαβικ και διάβασαν επί πέντε συνεχόμενα 24ωρα, σε μια κατάμεστη αίθουσα, ολόκληρη την έκθεση. Για τους περήφανους, πλην εξαπατημένους απογόνους των Βίκινγκς, ήταν μια ομαδική ψυχανάλυση, μια διαδικασία κάθαρσης.


Με το θέμα της ανάκτησης βηματισμού της Ισλανδίας και της Αργεντινής είχαμε αναφερθεί και σε προηγούμενα post (εδώ, εδώ και εδώ).


(*): από τον ορισμό του Αριστοτέλη για την Τραγωδία. Υστατος αποχαιρετισμός στην Ζακλίν Ντε Ρομιγί (Jacqueline de Romilly).

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Πίσω απ' τη βιτρίνα

Οπως διαβάζουμε στο "Βήμα":

"Φτωχά παιδιά στις ΗΠΑ δέχονται ξένη βοήθεια

Υπάρχουν παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες τα οποία έχουν ανάγκη διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση ή η διατροφή, αναφέρει έκθεση της αμερικανικής μή κυβερνητικής οργάνωσης Ταμείο Υπεράσπισης των Παιδιών (Children's Defense Fund, CDF). Γεγονότα όπως ο τυφώνας Κατρίνα και η οικονομική κρίση έχουν αφήσει πολλές περιοχές των ΗΠΑ με πενιχρή κρατική χρηματοδότηση, υποχρεώνοντάς τις να ζητήσουν αρωγή από το εξωτερικό.

Για παράδειγμα τα παιδιά στην πόλη Κουίτμαν του Μισισιπή εξαρτώνται από τη χρηματοδότηση του ιδρύματος Μπερνάρντ βαν Λεέρ στην Ολλανδία. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, τα παιδιά στο Μπατόν Ρουζ της Λουϊζιάνα, που χτυπήθηκε από τον τυφώνα Κατρίνα πριν από πεντέμισι χρόνια, ακόμη αντιμετωπίζουν πολύ δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Παράλληλα, η οικονομική ύφεση έχει πλήξει ακόμη και περιοχές όπως το Λονγκ Άιλαντ, όπου κάποιες άλλοτε μεσοαστικές οικογένειες ζουν πλέον κάτω από τα όρια της φτώχειας.

«Η σημερινή οικονομική κρίση συνεχίζει να παρασύρει περισσότερες οικογένειες και τα παιδιά τους στη φτώχεια. Αυτή την περίοδο περισσότερα από 15,5 εκατομμύρια παιδιά στην Αμερική, περίπου ένα στα πέντε, ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό από το 1959» αναφέρεται στην έκθεση".


Από την Στατιστική Υπηρεσία των Η.Π.Α. το παρακάτω γράφημα:

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Το δέον γενέσθαι

Γράφει, σε άρθρο του, ο καθηγητής Τζόζεφ Στίγκλιτζ:

"Αντιπροτάσεις στη λιτότητα

Μετά τη Μεγάλη Ύφεση, τα κράτη βρέθηκαν με πρωτοφανή - για καιρό ειρήνης- ελλείμματα, ενώ εντείνονται οι ανησυχίες για περαιτέρω γιγάντωση του εθνικού τους χρέους.

Σε πολλές χώρες, το αποτέλεσμα ήταν να ακολουθήσει νέος κύκλος λιτότητας, με μέτρα που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε εξασθένηση των εθνικών και παγκόσμιων οικονομιών και σε αξιοσημείωτη επιβράδυνση της ανάκαμψης. Όσοι ελπίζουν σε σημαντικές μειώσεις των ελλειμμάτων θα απογοητευτούν οικτρά, καθώς η οικονομική επιβράδυνση θα επιφέρει μείωση των εσόδων από φόρους και αύξηση των αιτήσεων για επίδομα ανεργίας και άλλες παροχές κοινωνικής πρόνοιας.

Η προσπάθεια συγκράτησης του ρυθμού αύξησης του χρέους λειτουργεί ως ένας τρόπος συνέτισης - αναγκάζει τις χώρες να επικεντρωθούν στις προτεραιότητες και να προσδιορίσουν τις αξίες. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναμένεται να προχωρήσουν σε μαζικές δημοσιονομικές περικοπές όπως έκανε η Βρετανία. Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις, ωστόσο, επιδεινώνονται σημαντικά εξαιτίας της αδυναμίας των μεταρρυθμίσεων στην υγεία να συγκρατήσουν την αύξηση του κόστους, με αποτέλεσμα να είναι τόσο δυσοίωνες που έχουν οδηγήσει σε μια διακομματική δυναμική για «να γίνει κάτι». Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχει ορίσει μια διακομματική επιτροπή μείωσης του ελλείμματος και πρόσφατα οι πρόεδροι της επιτροπής έδωσαν μια πρόγευση της έκθεσης που πρόκειται να δημοσιεύσουν.

Από τεχνικής πλευράς, η μείωση του ελλείμματος είναι κάτι ξεκάθαρο: θα πρέπει είτε να μειωθούν οι δαπάνες είτε να αυξηθούν οι φόροι. Είναι ήδη σαφές, ωστόσο, ότι η ατζέντα μείωσης του ελλείμματος, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, προχωρά ακόμη πιο πέρα: πρόκειται για μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των κοινωνικών συστημάτων προστασίας, μείωσης της παραγωγικότητας του συστήματος φορολογίας και συρρίκνωσης του ρόλου και του μεγέθους της κυβέρνησης, ενώ τα εδραιωμένα συμφέροντα -όπως το σύμπλεγμα στρατιωτικής βιομηχανίας- αφήνονται όσο το δυνατόν πιο ανεπηρέαστα.

Στις ΗΠΑ (και σε ορισμένες άλλες προηγμένες βιομηχανικές χώρες), οποιαδήποτε ατζέντα μείωσης του ελλείμματος θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν της αυτά που έχουν συμβεί στην προηγούμενη δεκαετία:

  • τη μαζική αύξηση των αμυντικών δαπανών, οι οποίες έλαβαν μεγάλη ώθηση από δύο ανώφελους πόλεμους, αλλά επεκτάθηκαν πολύ περισσότερο,
  • την κλιμάκωση της ανισότητας, με το 1% του πληθυσμού να συγκεντρώνει περισσότερο του 20% του εθνικού εισοδήματος, σε συνδυασμό με αποδυνάμωση της μέσης τάξης
  • το μέσο εισόδημα του αμερικανικού νοικοκυριού υποχώρησε άνω του 5% την περασμένη δεκαετία, ενώ σημείωνε πτώση ακόμη και πριν την ύφεση,
  • την υποεπένδυση στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών, γεγονός που αποδείχθηκε από τη βουτιά των φόρων στη Νέα Ορλεάνη, και
  • την εντατικοποίηση των μέτρων πρόνοιας προς τις επιχειρήσεις -από τις διασώσεις των τραπεζών και την επιδότηση της αιθανόλης, ως τη διατήρηση των γεωργικών επιδοτήσεων, ακόμη και όταν οι εν λόγω επιδοτήσεις έχουν κριθεί παράνομες από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Συνεπώς, δεν είναι καθόλου δύσκολο να καταρτίσει κανείς ένα πακέτο μείωσης του ελλείμματος που θα δώσει ώθηση στην αποτελεσματικότητα, θα τονώσει την ανάπτυξη και θα μειώσει τις ανισότητες. Πρέπει, όμως, να γίνουν πέντε βασικά βήματα: Πρώτον, πρέπει να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις υψηλής αποδοτικότητας. Ακόμη και αν αυτό οδηγήσει βραχυπρόθεσμα σε διεύρυνση του ελλείμματος, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του δημόσιου χρέους. Ποια επιχείρηση δεν θα έπεφτε με τα μούτρα σε επενδυτικές ευκαιρίες με αποδόσεις άνω του 10% εάν μπορούσε -και η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί- να δανειστεί κεφάλαια με τόκο που δεν ξεπερνά το 3%;

Δεύτερον, οι αμυντικές δαπάνες πρέπει να μειωθούν -όχι μόνο οι δαπάνες για τη χρηματοδότηση των ανώφελων πολέμων, αλλά και για την αγορά όπλων που δεν χρησιμοποιούνται γιατί οι εχθροί είναι ανύπαρκτοι. Συνεχίζουμε λες και δεν έχει τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος και ξοδεύουμε για την άμυνα όσα ξοδεύει όλος ο υπόλοιπος πλανήτης μαζί.

Έπειτα, σειρά έχει η ελαχιστοποίηση των μέτρων πρόνοιας προς τις επιχειρήσεις. Παρότι η αμερικανική κυβέρνηση απέσυρε το δίχτυ προστασίας για τους πολίτες, ενίσχυσε το δίχτυ προστασίας για τις επιχειρήσεις, κάτι που έγινε ξεκάθαρο στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης με τις διασώσεις της AIG, της Goldman Sachs και άλλων τραπεζών. Η πρόνοια προς τις επιχειρήσεις αντιστοιχεί στο μισό περίπου των συνολικών εσόδων σε ορισμένους τομείς της αγροτικής οικονομίας στις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, παρέχονται επιδοτήσεις εκατομμυρίων για το βαμβάκι από τις οποίες επωφελούνται ελάχιστοι πλούσιοι αγρότες, την ώρα που οι τιμές πέφτουν και η φτώχια αυξάνεται μεταξύ των ανταγωνιστών του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Ένα εξόφθαλμο παράδειγμα ευνοϊκής μεταχείρισης των επιχειρήσεων είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση ανέχεται τις φαρμακευτικές εταιρείες. Παρότι αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή των προϊόντων τους, δεν έχει το δικαίωμα να διαπραγματεύεται τις τιμές, με αποτέλεσμα να συμβάλει στην αύξηση των εταιρικών εσόδων - και ταυτόχρονα στην αύξηση των κρατικών εξόδων- κατά 1 τρισ. δολάρια την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η πλούσια γκάμα ειδικών προνομίων που απολαμβάνει ο κλάδος ενέργειας, ιδίως οι εταιρείες πετρελαίου κα φυσικού αερίου, με συνέπεια τη ληστρική αντιμετώπιση του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς διαστρεβλώνεται ο καταμερισμός των πόρων, και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Έπειτα, υπάρχουν οι κατά τα φαινόμενα απεριόριστες παραχωρήσεις των φυσικών πόρων - από το δωρεάν φάσμα συχνοτήτων που παρέχεται στα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα και τα χαμηλά δικαιώματα που καταβάλλουν οι εταιρείες εξορύξεων, έως την επιδότηση των εταιρειών υλοτομίας.

Αυτό που χρειάζεται, επίσης, είναι η δημιουργία ενός πιο δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος χωρίς ειδική φορολογική μεταχείριση των κεφαλαιακών κερδών και των μερισμάτων. Γιατί αυτοί που μοχθούν για τα προς το ζην να φορολογούνται με υψηλότερο δείκτη από εκείνους που δρέπουν τους καρπούς της κερδοσκοπίας (πολλές φορές εις βάρος των άλλων);

Τέλος, δεδομένου ότι το 20% του συνολικού εθνικού εισοδήματος συγκεντρώνεται στο 1% του πληθυσμού, μια μικρή αύξηση των άμεσων φόρων κατά 5%, για παράδειγμα, θα απέδιδε περισσότερο από 1 τρισ. δολάρια σε διάστημα δέκα ετών.

Ένα πακέτο μείωσης του ελλείμματος που θα καταρτιζόταν πάνω σε αυτές τις βάσεις θα ικανοποιούσε και με το παραπάνω ακόμη και τις πιο ευφάνταστες απαιτήσεις των υποστηρικτών συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: το εν λόγω πακέτο δεν ευνοεί την ελίτ, ούτε τα εταιρικά και άλλα συμφέροντα που έχουν καταλήξει να διαμορφώνουν την πολιτική στις ΗΠΑ. Εξαιτίας αυτής της ακαταμάχητης λογικής της, η εν λόγω πρόταση έχει ελάχιστες ελπίδες να υιοθετηθεί κάποια στιγμή".