Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Συμπληρωματικές προσφορές Ε.Γ.Ε.Δ.

Επιπλέον 199,429 εκατ. ευρώ άντλησε το Δημόσιο από τις συμπληρωματικές μη ανταγωνιστικές προσφορές και από τη δημόσια εγγραφή για την πρόσφατη δημοπρασία των εντόκων γραμματίων 13 εβδομάδων (τρίμηνης διάρκειας).

Μετά την υποβολή των συμπληρωματικών μη-ανταγωνιστικών προσφορών στη δημοπρασία των Εντόκων Γραμματίων 13 εβδομάδων της 18ης Ιανουαρίου 2011, έγιναν δεκτές προσφορές ύψους 150 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).

Η ημερομηνία διακανονισμού είναι η Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΟΔΔΗΧ ανακοίνωσε επίσης ότι κατά την δημόσια εγγραφή για τα Έντοκα Γραμμάτια 13 εβδομάδων έκδοσης 21 Ιανουαρίου 2011, υποβλήθηκαν προσφορές 49.429.000 ευρώ, οι οποίες θα διατεθούν εξ ολοκλήρου στην τιμή της τελευταίας προσφοράς που έγινε δεκτή στη δημοπρασία της 18ης Ιανουαρίου 2011.


Επίσης, σύμφωνα με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ., μετά την υποβολή των συμπληρωματικών μη-ανταγωνιστικών προσφορών στη δημοπρασία των Εντόκων Γραμματίων 26 εβδομάδων του Ελληνικού Δημοσίου της 11ης Ιανουαρίου 2011, έγιναν δεκτές προσφορές ονομαστικής αξίας 450 εκ. ευρώ, σε τιμή διάθεσης 97, 582.

Αφού η οικονομική θεωρία περί "άχρηστου δημόσιου τομέα" είναι αλάνθαστη, μήπως να αλλάξουμε πολίτες;

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Έρευνα: Οι πολίτες παγκοσμίως βλέπουν με καλύτερο μάτι τις κρατικές επιχειρήσεις

To 40% του συνόλου των ερωτηθέντων παγκοσμίως πιστεύει ότι οι κρατικές επιχειρήσεις προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες από τις ιδιωτικές εταιρίες, παρότι το 70% τις θεωρεί λιγότερο αποδοτικές, σύμφωνα με έρευνα της Ernst & Young, με τίτλο «Government as best in class shareholder».

Η πρόσφατη οικονομική κρίση και η επακόλουθη ύφεση επανέφεραν στο προσκήνιο το σημαντικό ρόλο που παίζουν οι κρατικές επιχειρήσεις (ΚΕ) στην εθνική οικονομία πολλών χωρών. Η έρευνα της Ernst & Young αναδεικνύει ότι, παρότι επικρατεί γενικά η αντίληψη ότι οι ΚΕ υστερούν σε απόδοση από τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, σχεδόν το 40% των 12.000 πολιτών από 24 χώρες, που συμμετείχαν στην έρευνα, πιστεύουν ότι οι ΚΕ προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες από τον ιδιωτικό τομέα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ότι οι πολίτες θεωρούν ότι οι κρατικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται ή ακόμη και υπερβαίνουν την απόδοση των ιδιωτικών εταιριών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα ήταν πολύ διαφορετικά από χώρα σε χώρα. Οι Σαουδάραβες ήταν οι θετικότερα διακείμενοι προς τις ΚΕ, με σχεδόν τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων στην έρευνα να δηλώνουν ότι προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες σε σχέση με τις ιδιωτικές εταιρίες. Η Ινδία (60%) και η Ισπανία (51%) ήταν οι μόνες άλλες δύο χώρες, όπου η ίδια αντίληψη πλειοψήφισε. Οι Νοτιοαφρικάνοι (17%), οι Ιάπωνες και οι Ινδονήσιοι (αμφότεροι με ποσοστό 29%) καταγράφονται ως οι πλέον σκεπτικιστές.

Ο Philippe Peuch-Lestrade, Global Government & Public Sector Leader στην Ernst & Young, δηλώνει χαρακτηριστικά: «Η εντύπωση των πολιτών για τις κρατικές επιχειρήσεις παγκοσμίως είναι τελικά πολύ πιο σύνθετη από ό,τι πιστεύουν ορισμένοι παρατηρητές, ειδικότερα σε κάποιες ανεπτυγμένες αγορές. Σε χώρες όπου οι κρατικές επιχειρήσεις αποτελούν τον κανόνα, η σημασία τους είναι κατανοητή και συχνά απολαμβάνουν της υποστήριξης του κόσμου. Η παρουσία των ΚΕ παραμένει χαμηλότερη σε χώρες όπου το κράτος παραδοσιακά παίζει δευτερεύοντα ρόλο, όπως στις Η.Π.Α. και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στις περισσότερες χώρες, οι ΚΕ συνεχίζουν να καταλαμβάνουν σημαντικό κομμάτι των στρατηγικών κλάδων της οικονομίας, όπως η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και οι μεταφορές».

Ποιότητα, αποδοτικότητα

Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι πολίτες εκτιμούν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν οι ΚΕ, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τις θεωρούν και αποδοτικές. Μόνο στη Γαλλία, η πλειονότητα των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι ΚΕ είναι πιο αποδοτικές από τις ιδιωτικές εταιρίες. Ο Peuch-Lestrade συνεχίζει: «Η έρευνα δείχνει με σαφήνεια ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου, στη συνείδηση των πολιτών, η ποιότητα των υπηρεσιών, που παρέχουν οι ΚΕ, είναι σημαντικότερη από το εάν ο τρόπος παροχής αυτών είναι οικονομικά αποδοτικός».

Εθνικό συμφέρον και ιδιοκτησία σημαντικών κλάδων της οικονομίας

Ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης έγινε ιδιαίτερα εμφανής, όταν οι πολίτες ρωτήθηκαν, εάν είναι προς το συμφέρον της χώρας τους οι κλάδοι που θεωρούνται σημαντικοί ή «ευαίσθητοι» να ελέγχονται από το κράτος. Τα αποτελέσματα ποικίλλουν από 86% στη Σαουδική Αραβία, 83% στη Ρωσία, 72% στην Κίνα και 43% στη Βραζιλία, έως 35% στις Η.Π.Α. και 16% στη Νότια Αφρική.

Ειδικότερα, οι ερωτηθέντες πιστεύουν ότι το κράτος πρέπει να έχει στην κατοχή του εταιρίες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους, όπως η άμυνα (86%), τα ταχυδρομεία (71%) και οι τράπεζες (56%). Πιθανώς, να μην προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το 88% όλων των ερωτηθέντων συμφωνούν ότι οι ΚΕ τελούν υπό πολιτικό έλεγχο, όπως, για παράδειγμα, στη Γερμανία, όπου το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 80%. Τα υψηλά αυτά ποσοστά θέτουν σοβαρά ερωτηματικά για τις επιλογές των εκάστοτε κυβερνήσεων, από τις οποίες ζητείται στις ΚΕ να τοποθετούνται διοικήσεις με μεγαλύτερη ανεξαρτησία.

Ο Peuch-Lestrade καταλήγει: «Η σημασία των ΚΕ ενισχύθηκε και αναμένεται να παραμείνουν σημαντικοί παίκτες παγκοσμίως, καθώς οικονομίες, όπου οι ΚΕ είναι πολύ ισχυρές, εξακολουθούν να εξαπλώνονται. Επίσης, το γεγονός που θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις ΚΕ, είναι τα κεφάλαια, που αναμένεται να επενδύσει σε αυτές το κράτος από τα Δημόσια Ταμεία, καθώς και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, που ώθησε πολλές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως ιδεολογικής κατεύθυνσης, να προχωρήσουν σε κρατικοποιήσεις μιας σειράς ιδιωτικών επιχειρήσεων».

Ο Μιχάλης Ροδάκης, Partner της Ernst & Young στην Ελλάδα, σχολιάζει: «Στην Ελλάδα, η παρουσία ΚΕ έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξη της οικονομίας της χώρας, τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια, καθώς οι περισσότερες των ΚΕ εμπλέκονται παραδοσιακά σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας, όπως οι τράπεζες, οι μεταφορές, η ενέργεια και οι υπηρεσίες κοινής ωφελείας. Παρόλο που τα τελευταία 15 χρόνια, όλες οι κυβερνήσεις της χώρας εφάρμοσαν ή προσπάθησαν να εφαρμόσουν πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, ο ρόλος των ΚΕ στην εθνική οικονομία παραμένει σημαντικός. Η πρόσφατη οικονομική κρίση ανέδειξε την προβληματική πλευρά των ΚΕ, με αποτέλεσμα να καλούνται σήμερα να εφαρμόσουν πολιτικές δραστικής μείωσης του κόστους επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ η λειτουργία τους θα πρέπει να ανασχεδιαστεί, ώστε να καταστούν αποδοτικότερες, διατηρώντας, ταυτόχρονα, τον κοινωνικό χαρακτήρα τους».

«Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι εκεί που οι διοικήσεις των ΚΕ προσαρμόστηκαν έγκαιρα, υιοθετώντας δοκιμασμένα συστήματα και διαδικασίες από τον ιδιωτικό τομέα, αυτές παρέμειναν αποδοτικές και συνέχισαν να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες προς τους πολίτες. Το μέγεθος και ο χαρακτήρας των ΚΕ μειώνει την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα και τη δυνατότητα του ελέγχου, τρία στοιχεία απαραίτητα για την εξυγίανση, επιβίωση και ανάπτυξη τους. Ο Δημόσιος και ο Ιδιωτικός Τομέας μπορούν να συνεργάζονται με κοινό όφελος, εμπιστοσύνη, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, αύξηση της αποδοτικότητας, μείωση του κράτους και της ανεργίας και τέλος ανάπτυξη. Η πρόκληση σήμερα σε εθνικό επίπεδο είναι μεγάλη και η εύρεση του ιδανικού σημείου ισορροπίας ιδιαίτερα δύσκολη. Το ξεπέρασμα της κρίσης χρειάζεται μέτρα ρηξικέλευθα, εμπνευσμένα και με τόλμη. Χρειάζεται όραμα και κοινή προσπάθεια», υπογράμμισε ο κ. Μ. Ροδάκης."

"Οποια και να'ναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο Ανθρωπος" (*)

Γράφουν, στο παρακάτω σημαντικότατο άρθρο τους (αναδημοσίευση στην "Ελευθεροτυπία") οι κ.κ. Danny Land και Gilles Raveaud (μέλη της γαλλικής Ενωσης Πολιτικής Οικονομίας και υφηγητές, αντίστοιχα, στο Κέντρο Οικονομίας του πανεπιστημίου Paris-ΧΙΙΙ και στο Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Σπουδών του πανεπιστημίου Paris-VIII):

"Ας ξεχάσουμε τα Νόμπελ κι ας νικήσουμε την ανεργία
Η ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΑΦΟΡΗΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Στις 11 Οκτωβρίου του 2010, η Τράπεζα της Σουηδίας απένειμε το βραβείο που έχει θεσπίσει στη μνήμη του Αλφρεντ Νόμπελ. Οι βραβευθέντες αυτής της χρονιάς χρησιμοποίησαν τα πιο πολύπλοκα θεωρητικά εργαλεία της οικονομικής επιστήμης για να αποδείξουν ότι... δεν είναι και τόσο εύκολο να βρει κανείς δουλειά. «Πώς μπορεί να αγωνιστεί η πολιτική οικονομία ενάντια στην ανεργία;», «Γιατί τόσοι άνθρωποι είναι άνεργοι τη στιγμή που υπάρχουν διαθέσιμες δουλειές;»(1). Δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς πιο πιεστικά και εύστοχα ερωτήματα τη στιγμή που ο αριθμός των ανέργων φτάνει σε επίπεδα ρεκόρ στις περισσότερες από τις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Η Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας -η οποία κάθε χρόνο πιθηκίζει απονέμοντας τη δική της εκδοχή του διάσημου βραβείου Νόμπελ(2) στον τομέα της οικονομίας- απ' ό,τι φαίνεται πέτυχε διάνα, βραβεύοντας φέτος τους οικονομολόγους Πίτερ Ντάιμοντ, Ντέιλ Μόρτενσεν και Κρίστοφερ Πισσαρίδη για το «φως που έριξαν» στη «λειτουργία των αγορών», καθώς και για τη συμβολή τους στην «ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας της ανεργίας». Διόλου απίθανο είναι, να επιθυμούσε, επίσης, να συνδράμει την κυρίαρχη σκέψη, η οποία παραδέρνει μέσα σε μια πραγματική θύελλα από αντιξοότητες, καθώς οι τιμονιέρηδές της επιμένουν με πείσμα να αρμενίζουν ενάντια στο ρεύμα της οικονομικής πραγματικότητας.

Οι βραβευθέντες οικονομολόγοι ανήκουν στη λεγόμενη «νεοκλασική» παράδοση, σύμφωνα με την οποία, εάν οι αγορές αφεθούν να δράσουν ελεύθερα, θα κατορθώσουν να εξισορροπήσουν την προσφορά και τη ζήτηση μέσω του μηχανισμού της αυθόρμητης εξέλιξης των τιμών. Εάν δε αυτό το δόγμα εφαρμοστεί στην αγορά εργασίας, η ελεύθερη δράση των ανταγωνιστικών δυνάμεων θα είναι αρκετή για να εξασφαλιστεί η πλήρης απασχόληση. Το γεγονός ότι αυτή η λαμπρή μηχανή της αγοράς εργασίας δημιουργεί μερικές φορές ανεργία, εξηγείται από το ότι ορισμένες «ακαμψίες» μπλοκάρουν τα γρανάζια της: συνίστανται δε, κατά κύριο λόγο, στα συνδικάτα και στη νομοθεσία η οποία επιβάλλει περιορισμούς στις επιχειρήσεις (κατώτατο μισθό, εργατικό δίκαιο κ.λπ.).

Μάλιστα, οι εργασίες που βραβεύτηκαν φέτος από την Τράπεζα της Σουηδίας επικεντρώνονται στις ατέλειες της «αγοράς εργασίας». Ο Μόρτενσεν και ο Πισσαρίδης -υιοθετώντας τις αναλύσεις του Ντάιμοντ σχετικά με τις «τριβές» στις αγορές- καταπιάστηκαν με τη δυσκολία «συνάντησης» των επιχειρήσεων και των ανέργων: σύμφωνα με την αργκό τους, η ανεργία οφείλεται σε ένα «πρόβλημα ταιριάσματος». Πράγματι, δεδομένου ότι είναι ατελής η πληροφόρηση που διαθέτουν και οι μεν και οι δε, η διαδικασία της αναζήτησης εργασίας είναι χρονοβόρα και συνεπάγεται επιπρόσθετο κόστος, με αποτέλεσμα να προκαλείται, όπως εξηγούν, ανεργία.

Εκ πρώτης όψεως, παρόμοια συμπεράσματα φαίνονται λογικά. Οσο δυσκολότερη ή πιο δαπανηρή γίνεται η αναζήτηση εργασίας, τόσο η ανεργία αυξάνεται. Κατά τον ίδιο τρόπο, όσο περισσότερο οι προσλήψεις και οι απολύσεις δημιουργούν πρόβλημα στις επιχειρήσεις, τόσο λιγότερες θέσεις εργασίας δημιουργούν.

Οι συστάσεις των βραβευμένων συγγραφέων για την πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί στα ζητήματα της απασχόλησης, αντλούν την έμπνευσή τους από τη φιλελεύθερη σκέψη. «Ας εξετάσουμε την περίπτωση της αύξησης των επιδομάτων ανεργίας», εξηγεί με παιδαγωγικό οίστρο η Τράπεζα της Σουηδίας. «Αυτή η αύξηση μεγεθύνει τα κέρδη που προσφέρει η ανεργία και μειώνει τα κέρδη που συνεπάγεται η εύρεση μιας θέσης εργασίας. Συνεπώς, αποτελεί κίνητρο για αύξηση των μισθών -έτσι ώστε να προσελκύονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι- με αποτέλεσμα να μειώνεται ο διαθέσιμος αριθμός των θέσεων εργασίας, να αυξάνεται η ανεργία και να ανεβαίνει το ύψος των μισθών»(3). Οι αυξήσεις των μισθών -οι οποίες τροφοδοτούνται από το προαναφερθέν αντισταθμιστικό εισόδημα που ενισχύει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζόμενων (οι οποίοι διαθέτουν επίσης τη βοήθεια των συνδικάτων)- αντιπροσωπεύουν αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις, οι οποίες υποχρεώνονται να μειώσουν τον αριθμό των θέσεων εργασίας. Υστερα από ογδόντα χρόνια προόδου της νεοκλασικής σκέψης, συναντάμε και πάλι το τροπάριο που ξεκίνησε όταν, το 1931, ο οικονομολόγος Ζακ Ριέφ διατύπωσε τη θεωρία του: η ασφάλιση κατά της ανεργίας και τα επιδόματα ανεργίας αποτελούν την κύρια αιτία της ανεργίας.

ΤΟ «ΤΑΙΡΙΑΣΜΑ»

Ωστόσο, για να εξηγηθεί η ανεργία με τις θεωρίες του «ταιριάσματος» και της αναζήτησης εργασίας, θα έπρεπε να κατορθώσουμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, τον Σεπτέμβριο του 2008, τα επιδόματα ανεργίας πρέπει να αυξήθηκαν σημαντικά (ανεβάζοντας συνεπώς κατακόρυφα τις μισθολογικές διεκδικήσεις των εργαζόμενων), καθώς και ότι, παράλληλα, η «προοπτική μιας γερής λυτρωτικής κρίσης» πρέπει να προκάλεσε αρκετό ενθουσιασμό στους εργαζόμενους, οι οποίοι υπέθεσαν ότι χάρη σε αυτήν θα υπάρξουν καινούριες θέσεις εργασίας με υψηλότατους μισθούς. Ετσι, όλα αυτά πρέπει να είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσουν ξαφνικά οκτώ εκατομμύρια αμερικανοί εργαζόμενοι να εγκαταλείπουν τις κακοπληρωμένες ώς τώρα δουλειές τους και να επιδίδονται μετά μανίας στο κυνήγι των καλύτερων ευκαιριών «ταιριάσματος» στην αγορά εργασίας. Συνεπώς, αυτά τα οκτώ εκατομμύρια εργαζόμενων που εγκατέλειψαν γεμάτα ενθουσιασμό κι ευθυμία τις θέσεις εργασίας τους, δεν πρέπει να λογίζονται ως «άνεργοι», δεδομένου ότι ποντάρουν σε ένα καλύτερο μέλλον, «επενδύοντας» ορθολογικά σε μια παρατεταμένη περίοδο αναζήτησης εργασίας.

Η Τράπεζα της Σουηδίας, χωρίς αμφιβολία, δεν αγνοεί ότι υπάρχει κρίση, εντούτοις θεωρεί σωστό να στηρίξει αυτή την άποψη. Επιδίδεται, λοιπόν, στην υπεράσπιση και στην απόδειξη της ορθότητας των θέσεων που βράβευσε. Ομως, ορισμένοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι αυτές οι θέσεις περνούν σε επικίνδυνο βαθμό τα όρια της διανοητικής λαθροχειρίας. Η οποία εμφανίζεται με τη μορφή ενός γραφήματος που συσχετίζει το ποσοστό της ανεργίας και τις κενές θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 2000. Και το συμπέρασμα; Το κείμενο της επιστημονικής υποστήριξης αναφέρει ότι «κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης παρατηρήθηκε μια ξεκάθαρη μετακίνηση της καμπύλης»· ωστόσο, παραδέχεται ότι... «οι λόγοι της μετακίνησης δεν έχουν γίνει ακόμα κατανοητοί»(4). Κάτι τέτοιο άξιζε στ' αλήθεια ένα Νόμπελ.

Κι όμως, υπάρχουν ερμηνείες του φαινομένου. Για παράδειγμα, εκείνη που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μετακίνηση της καμπύλης αλλά μετακίνηση κατά μήκος της καμπύλης. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το γράφημα αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι, στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας καταρρέει την περίοδο Ιουνίου 2008-Δεκεμβρίου 2009, τη στιγμή που η ανεργία αυξάνεται ραγδαία: η θέση αυτή είναι εντελώς αντίθετη με εκείνη που υιοθετεί η επιτροπή της Τράπεζας της Σουηδίας. Και φυσικά, η τελευταία δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία. Οπως, εξάλλου, δεν έδωσε καμία σημασία στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου οι μισθοί μειώθηκαν σημαντικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Λογικό εκ μέρους της, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε την αναγνώριση ενός δεύτερου λόγου ακυρότητας των αναλύσεων στις οποίες στηρίχθηκε η απονομή του Νόμπελ.

Ο πρώτος λόγος του χάσματος ανάμεσα στη θέση του «ταιριάσματος» και στην πραγματικότητα οφείλεται στον ορισμό που δίνει για την ανεργία. Στις κοινωνίες μας, στις οποίες η εργασία είναι ταυτόχρονα ένα σημαντικό μέσο κοινωνικής ενσωμάτωσης, μια ηθική υποχρέωση και ένας δυνητικός τρόπος για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ατόμου, η εξομοίωση της αναζήτησης εργασίας με το αποτέλεσμα ενός ορθολογικού οικονομικίστικου υπολογισμού σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε τα πραγματικά κίνητρα όσων αναζητούν εργασία. Οι έρευνες που μπαίνουν στον κόπο να ενδιαφερθούν για τη γνώμη των μισθωτών, αποδεικνύουν ξεκάθαρα ότι τα κίνητρά τους δεν χωρούν διόλου στο καλούπι της ψυχρής και υπολογιστικής ορθολογικότητας των Νόμπελ 2010.

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Αντίθετα, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πολλοί δικαιούχοι του Ελάχιστου Εισοδήματος Ενταξης (RMI)(5) αναζητούν δραστήρια μία θέση εργασίας, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η πρόσληψή τους σε κάποια επιχείρηση δεν θα τους εξασφάλιζε κάποιο περαιτέρω οικονομικό όφελος. Οσο κι αν αυτό δεν αρέσει στον Ζακ Ριέφ και στους πνευματικούς κληρονόμους του, δεν είναι διόλου προφανές ότι τα επιδόματα εργασίας αποθαρρύνουν τους άνεργους από την αναζήτηση μιας θέσης εργασίας. Γι' αυτόν, άλλωστε, τον λόγο, χώρες όπως η Σουηδία και η Δανία κατόρθωσαν να επιτύχουν τα υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης στην Ευρώπη, συνδυάζοντας υψηλά επίπεδα επιδομάτων ανεργίας και σημαντικές δημόσιες δαπάνες στον τομέα αυτό, οι οποίες, μεταξύ άλλων, αφορούσαν και τα λεγόμενα «ενεργά μέτρα», τα οποία εγγυώνται στους άνεργους βοήθεια, συμβουλές και παροχή επαγγελματικής κατάρτισης. Δυστυχώς, οι «μεταρρυθμίσεις» που εισήγαγαν τα τελευταία χρόνια οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις συνεπάγονταν -τόσο στις σκανδιναβικές χώρες όσο και αλλού- την καθιέρωση αυστηρότερων κριτηρίων για την αποζημίωση των ανέργων, τη μείωση των επιδομάτων και την αύξηση των απαιτήσεων που τίθενται στους άνεργους, κυρίως όσον αφορά τις προτάσεις εργασίας που είναι υποχρεωμένοι να δεχθούν(6).

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο πλανώνται οι βραβευθέντες οικονομολόγοι, είναι ότι η κυρίαρχη σκέψη -η οποία χαρακτηρίζεται από την εντυπωσιακή ικανότητά της να επιλέγει από όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την πραγματικότητα μονάχα όσα την εξυπηρετούν και να αδιαφορεί για τα υπόλοιπα- αποκρύπτει συστηματικά, εδώ και τριάντα χρόνια, ακόμα και την πιθανότητα να εκδηλωθεί κάποια οικονομική κρίση, όπως επίσης και τους μηχανισμούς που δημιουργούν τη ζήτηση στις καπιταλιστικές οικονομίες. Κι όμως, πολλοί οικονομολόγοι -σίγουρα λιγότερο προβεβλημένοι και βραβευμένοι- ασχολήθηκαν με αυτά τα ζητήματα.

Για παράδειγμα, ο αμερικανός Χάιμαν Μίνσκι (1919-1996), ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον αναπόφευκτο χαρακτήρα των κρίσεων, και του οποίου η ανάλυση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: κατά την διάρκεια των περιόδων στις οποίες κυριαρχεί η ηρεμία και η οικονομική μεγέθυνση, όλοι όσοι δραστηριοποιούνται στις χρηματαγορές έχουν την τάση να ξεχνούν τις προηγούμενες κρίσεις. Σιγά σιγά, απομακρύνονται από τις επενδύσεις που παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο κι ένα λογικό επίπεδο απόδοσης και στρέφονται σε ολοένα πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις, των οποίων η προσδοκώμενη απόδοση είναι κατά πολύ υψηλότερη. Καθώς αυξάνεται σταδιακά το επίπεδο του κινδύνου που αναλαμβάνουν, οι επενδυτές καταλήγουν σε τοποθετήσεις οι οποίες μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν μονάχα με νέα δάνεια. Κι όταν το επίπεδο των χρεών τους φτάσει σε δυσθεώρητο ύψος (καθώς τα χρέη βρίσκονται σε απόλυτη αναντιστοιχία με τα προσδοκώμενα εισοδήματα από τις επενδύσεις), το σύνολο του συστήματος οδηγείται στην κατάρρευση. Πράγματι, ο οικονομικός κύκλος αντιστρέφεται κατά τη διάρκεια των περιόδων όπου στερεύει η ρευστότητα: καθώς η πραγματική οικονομία δεν βρίσκει πλέον πηγές χρηματοδότησης, ο ρυθμός της οικονομικής μεγέθυνσης αρχίζει να υποχωρεί, οι επιχειρήσεις απολύουν κι η ανεργία αυξάνεται κατακόρυφα.

Αυτή η πρώτη εξήγηση συνοδεύεται αναπόφευκτα από μια δεύτερη, η οποία αναπτύχθηκε ακολουθώντας τα διδάγματα από το έργο του πολωνού οικονομολόγου Μίκαελ Καλέτσκι (1899-1970). Οι πολιτικές συγκράτησης του μισθολογικού κόστους που εφαρμόζονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, οδήγησαν σε σημαντική αναδιανομή της προστιθέμενης αξίας -εις βάρος των μισθών και προς όφελος των κερδών- της τάξης των 5-10 εκατοστιαίων μονάδων του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ανάλογα με τη χώρα. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές φαινόμενο. Το σχετικά χαμηλό επίπεδο των μισθών ώθησε τα νοικοκυριά να δανειστούν, καταφεύγοντας σε χρηματοοικονομικούς ενδιάμεσους, οι οποίοι είχαν μια έξυπνη ιδέα: να μεταφέρουν το βάρος του κινδύνου που εγκυμονούσαν τα δάνεια στις χρηματαγορές, μέσω της «τιτλοποίησης» των δανείων. Η λύση αυτή προσέδωσε μια νέα δυναμική στην οικονομία, η οποία όμως οδήγησε στην οικονομική κρίση του 2007. Ο φαύλος κύκλος ενισχύθηκε και επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας που αποκόμισαν όλοι όσοι καρπώθηκαν τα κέρδη, δεν διατέθηκε για παραγωγικές επενδύσεις, αντιθέτως, προτιμήθηκαν οι επενδύσεις στις χρηματαγορές. Συνολικά, η παραμόρφωση της κατανομής της προστιθέμενης αξίας έβλαψε σημαντικά την ανάπτυξη και την απασχόληση, δεδομένου ότι στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες η συνολική ζήτηση εξακολουθεί να στηρίζεται δομικά στους μισθούς και όχι στα κέρδη.

ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Παρόμοιες αναλύσεις οδηγούν σε συστάσεις για υιοθέτηση οικονομικών πολιτικών οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες που προτείνουν οι οικονομολόγοι που βραβεύτηκαν από την Τράπεζα της Σουηδίας και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Για την αντιμετώπιση της ανεργίας, οι κυβερνήσεις οφείλουν να θεσπίσουν νομοθετικούς περιορισμούς στις πρακτικές των χρηματαγορών και να λάβουν μέτρα τα οποία θα εξασφαλίζουν ότι τα κέρδη θα τροφοδοτήσουν κατά κύριο λόγο τις επενδύσεις. Πρέπει, επίσης, να ενισχύσουν το ρόλο των συνδικάτων και τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, να δρομολογήσουν διαδικασίες μισθολογικών διαπραγματεύσεων και να μεριμνήσουν για την καλύτερη κατανομή των φόρων ανάμεσα στη μεσαία τάξη και στην τάξη των εύπορων(7).

Ευτυχώς για την επιτροπή της Τράπεζας της Σουηδίας που απονέμει τα Νόμπελ μονάχα σε ζώντες και όχι μεταθανάτια, τον Μίνσκι και τον Καλέτσκι τους έχουν θάψει εδώ και καιρό, κι όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και μεταφορικά. Η κυρίαρχη σκέψη φρόντισε γι' αυτό.


(1) Δελτίο τύπου της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών της Σουηδίας, 11 Οκτωβρίου 2010.

(2) Βλέπε Hazel Henderson, «Το Νόμπελ των αγορών», «Le Monde diplomatique» http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article290

(3) «Scientific Background on Sveriges Riksbank Prize in Economic Sciences in Memory of Alfred Nobel 2010, market with search Frictions», σελ. 17-18.

(4) «Scientific Background», όπ.π.

(5) (ΣτΜ) Στη Γαλλία, όλοι οι αποδεδειγμένα άποροι πολίτες άνω των 25 ετών λαμβάνουν το RMI, ύψους μερικών εκατοντάδων ευρώ.

(6) Βλέπε Jean-Pierre Sereni, «Les parts d'ombre du paradis danois», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2010.

(7) Βλέπε σχετικά με αυτό το ζήτημα τις προτάσεις του «μανιφέστου των τεθλιμμένων οικονομολόγων»: http://atterres.org



(*): ρήση του Αντρέ Μπρετόν (André Breton)

Oπλίσατε, σκοπεύσατε, πυρ!

Σημειώνεται σε άρθρο του "Economist":

" «Κλειδί» για την ανάπτυξη οι μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο

H μάχη με τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα θα πρέπει να έχει θέμα την παραγωγικότητα και την ισορροπία των απολαβών, πέραν των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες. Αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Αν κοιτάξετε σε όλο τον κόσμο, θα δείτε ότι οι μάζες συσπειρώνονται. Από τη μία πλευρά, οι δεσμοφύλακες στις φυλακές της Καλιφόρνιας, οι Βρετανοί αστυνομικοί, οι Γάλλοι σιδηροδρομικοί και οι Ελληνες δημόσιοι υπάλληλοι. Από την άλλη, οι χρεωμένες κυβερνήσεις των πλούσιων κρατών. Ακόμα και μία απλή αναφορά σε μειώσεις μπορεί να βγάλει τους δημοσίους υπαλλήλους της Ευρώπης στον δρόμο. Οταν αυτές οι μειώσεις εφαρμοστούν, περιμένετε τα χειρότερα.

Οι συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις επανήλθαν στο επίκεντρο της πολιτικής, και όχι υπό τη μορφή της παλιάς διαμάχης κεφαλαίου και εργατικής τάξης. Σήμερα η πάλη δεν είναι ταξική, σύμφωνα με τον Βρετανό φιλελεύθερο θεωρητικό Γουίλιαμ Γκόμπετ, αλλά πάλη μεταξύ όσων καταβάλλουν φόρους και όσων τους καταναλίσκουν. Σε όλο τον πλούσιο κόσμο μόλις τώρα οι ιδιωτικοί υπάλληλοι αρχίζουν να καταλαβαίνουν τα πλουσιοπάροχα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων εις βάρος των υπολοίπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι πολλοί δημόσιοι λειτουργοί σε ατομική βάση δεν είναι εξαιρετικοί στη δουλειά τους. Ωστόσο, τα συνδικάτα τους έχουν εμποδίσει κάθε αναγκαία μεταρρύθμιση. Στην Αμερική και την Ευρώπη είναι τόσο δύσκολο να αποζημιώσεις υλικά μία καταπληκτική δασκάλα όσο και να απολύσεις μία ακατάλληλη. Ωστόσο, η ισχύς των σωματείων τους μεγιστοποιείται επειδή είναι σε θέση με μία απεργία να παραλύσουν τη λειτουργία των εργοδοτών τους μονοπωλιακών οργανισμών, αλλά και επειδή ασκούν μέγιστη πολιτική επιρροή σε αυτούς τους εργοδότες. Για παράδειγμα, οι Εργατικοί στη Βρετανία καλύπτουν το 80% της χρηματοδότησής τους από τα σωματεία του δημόσιου τομέα.

Συνήθως μπροστά στις απεργίες του Δημοσίου οι κυβερνήσεις παραδίδονται, χωρίς να γίνεται εμφανής ο τρόπος. Τώρα πρέπει να πολεμήσουν, γιατί στερούνται πόρων. Δεν πρέπει να χάσουν την τεράστια ευκαιρία που τους δίνει η παρούσα συγκυρία να επανασχεδιάσουν τον κρατικό μηχανισμό. Δηλαδή, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και τις υπηρεσίες, όχι απλά να περικόψουν. Μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να πρέπει να καταβάλλουν υψηλότερες αποδοχές σε καλούς υπαλλήλους.

Η επικείμενη μάχη θα διεξαχθεί για τα επιδόματα και όχι για τους μισθούς. Εδώ το θέμα είναι η ισορροπία. Οι άδειες είναι παράλογα γενναιόδωρες, αλλά το πραγματικό θέμα είναι οι συντάξεις. Τα 65 έτη θα πρέπει να είναι το ελάχιστο ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης για όσους ξόδεψαν τη ζωή τους σε τάξεις και γραφεία, ενώ οι νέοι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να προσαρμοστούν σε συντάξεις με καθορισμένες εισφορές. Ενα άλλο πεδίο μάχης είναι τα θεσπισμένα προνόμια των σωματείων. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα απαγορευτεί ο συνδικαλισμός. Πρέπει όμως να περιοριστεί το δικαίωμα της απεργίας, ενώ ο κάθε δημόσιος υπάλληλος θα πρέπει να διαλέγει: ή θα συνδικαλιστεί ή θα δωρίσει σε κάποιο κόμμα. Οι μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο δεν έχουν στόχο να το δαιμονοποιήσουν. Η υγεία του έχει ζωτική σημασία για την κοινωνία συνολικά και όχι μόνον για την ανάπτυξη.

Τα τελευταία 25 χρόνια η παραγωγικότητα στον ιδιωτικό τομέα εκτινάχθηκε στη Δύση, γιατί οι εταιρείες είχαν ελευθερία κινήσεων. Είναι δυσκολότερο να αναδιοργανωθεί ένα κράτος, αλλά ακόμα και μικρές βελτιώσεις στην παραγωγικότητα θα εξοικονομήσουν πολλά χρήματα. Οι πολιτικοί έχουν την επιλογή να κάνουν αλλαγές και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας στο μέλλον ή να υποχωρήσουν και πάλι".

Μια σημείωση: Γράφει ο Milton Friedman στο εισαγωγικό σημείωμα (Preface) του βιβλίου του "Capitalism and Freedom" το 1982 : "Only a crisis, actual or perceived, produces real change. When that crisis occurs, the actions that are taken depend on the ideas that are lying around. That, I believe, is our basic function: to develop alternatives to existing policies, to keep them alive and available until the politically impossible becomes politically inevitable".

Μια σύνοψη του μηχανισμού της αγοράς

Γράφει, σε αρθρο του στην"Καθημερινή" ο κ. Πάσχος Μανδραβέλης:

" Το κόστος και το όφελος σε μια οικονομία

Υπήρχε μια εποχή που τα πράγματα ήταν απλά. Μεγάλα ιδεολογικά σχήματα, που είχαν στο κέντρο τους απόλυτες όσο και ασαφείς αλήθειες (π. χ. Θεός, πατρίδα, φυλή, αταξική κοινωνία κ. λπ.), μπορούσαν να κινητοποιήσουν μεγάλες μερίδες πληθυσμών προς ένα σκοπό. Το κίνητρο κάθε ατόμου ξεχωριστά για να εργασθεί (άρα να έχει προσωπικό κόστος) προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση είχε στον πυρήνα του κάτι μεταφυσικό. Ολες αυτές οι μεγάλες έννοιες δεν ήταν σαφώς προσδιορισμένες και, ως εκ τούτου, ποτέ κανείς δεν ήξερε πότε θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Απλώς κυριαρχούσε η πίστη πως υπάρχει μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς το καλό κι άπαντες όφειλαν να την ακολουθήσουν, ώστε αυτή η πορεία να επιταχυνθεί.

Αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εξάντλησαν με τον καιρό (και κυρίως με την εφαρμογή τους) τα όρια των δυνατοτήτων τους. Επειδή στηρίζονταν σε απόλυτες αλήθειες (άσχετα αν κάποιες απ’ αυτές επιχείρησαν να φορέσουν τον μανδύα του «επιστημονικού») στερούσαν την ελευθερία εκείνων που δεν συμμερίζονταν την αίσθηση της εκ των άνω προσδιορισμένης αποστολής των. Επειδή δε οι «αλήθειες» αυτές ήταν και ασαφείς, ο περιορισμός της ελευθερίας επεκτεινόταν όλο και σε πιο παράταιρους χώρους. Ετσι, τα μεγάλα ιδεολογικά σχήματα κατέρρευσαν κυρίως διά της εφαρμογής τους. Αφενός δεν μπορούν να κινητοποιήσουν τα άτομα και αφετέρου το κόστος της κινητοποίησης αποδείχθηκε με τον καιρό μεγαλύτερο του οφέλους.

Το ερώτημα λοιπόν που μπαίνει είναι πώς κινητοποιείς ελεύθερους ανθρώπους για την επίτευξη κοινωνικών στόχων, όταν δεν υπάρχει το κίνητρο της «βασιλείας των ουρανών» ή της γης, που «έτσι κι αλλιώς θα γίνει κόκκινη». Γιατί να γίνει παραγωγικός ένας δημόσιος υπάλληλος, αν ξέρει ότι θα αμειφθεί το ίδιο, είτε δουλέψει δύο ώρες είτε δέκα; Γιατί να επωμισθεί επιπλέον κόστος ένας εργαζόμενος της πρώην ΕΣΣΔ, όταν το προσωπικό όφελος θα είναι το ίδιο;

Μια λύση που αναφέρεται συχνά είναι τα αντικίνητρα: όποιος δεν πράξει το σωστό, παρανομεί· και όποιος παρανομεί τιμωρείται. Δεν υπάρχει κοινωνία που να μην προϋποθέτει κανόνες. Οι κανόνες, έχοντας προηγουμένως ορίσει τις έννοιες του σωστού και του λάθους, ορίζουν έτσι και τη συμμόρφωση ή την παράβαση. Η παράβαση τιμωρείται, άρα οι άνθρωποι θα πράξουν το σωστό. Αν και μπορεί να επιχειρηματολογεί κάποιος επί χρόνια πώς θα οριστεί το «σωστό» και το «λάθος», ας δεχθούμε ότι υπάρχει ένας αντικειμενικός τρόπος ορισμού. Ομως, αυτό όχι μόνο δεν εξηγεί τη νομιμοποιητική βάση των κινήτρων, αλλά δεν είναι επαρκής θεωρία και για τα κίνητρα.

Το βασικό πρόβλημα των αντικινήτρων είναι πως αφορούν την πράξη και όχι την παράλειψή της. Τα αντικίνητρα μπορεί να σταματήσουν κάποιον από το να κάνει κάτι, αλλά δεν τον κινητοποιούν να κάνει κάτι περισσότερο. Οι πειθαρχικές ποινές στέλνουν όλους τους δημοσίους υπαλλήλους καθημερινά στη δουλειά τους, δεν τους κινητοποιεί όμως και να την κάνουν. Με άλλα λόγια, η τιμωρία φρενάρει τους ανθρώπους για το «λάθος», αλλά δεν τους κινητοποιεί για το «σωστό». Οπως κι αν οριστεί το «σωστό» ή το «λάθος».

Αντιθέτως, ο καπιταλισμός έχει λύσει αυτό το πρόβλημα σε ατομικό επίπεδο. Διά της αγοράς προωθεί το δημοκρατικά επιλεχθέν «καλό», επιβραβεύοντας όσους το προωθούν. Ενας επιχειρηματίας, αν δουλέψει περισσότερο προς την κατεύθυνση που οι καταναλωτές θέλουν, θα αμειφθεί παραπάνω. Ενας σταχανοβίτης, πέρα από μια πιθανή ηθική ανταμοιβή, δεν πρέπει να περιμένει τίποτε περισσότερο. Πρέπει να πούμε «μπράβο» στον δεύτερο, αλλά αυτό δεν θα κινητοποιήσει έναν ικανό αριθμό ατόμων για αύξηση της παραγωγικότητας.

Από κει και πέρα η Αριστερά μπαίνει στον εξίσου ασαφή (με τα μεγάλα ιδεολογήματα) δρόμο των «αξιών» κάνοντας μάλιστα και μια λογική υπέρβαση. Φορτώνει στους ανθρώπους μια «αξία» που δεν έχουν, το «κυνήγι του χρήματος». Για τους περισσότερους ανθρώπους (εξαιρούμε κάποιες παθολογικές περιπτώσεις) το χρήμα δεν αποτελεί επ’ ουδενί αυθύπαρκτη αξία. Παραμένει ένα (πολύ πραγματικό) μέσο ανταλλαγής του τωρινού κόστους της εργασίας τους με μελλοντικές απολαβές. Είναι μεν υπαρκτό το μεταλλαγμένο σχήμα που παρατήρησε ο Καρλ Μαρξ στον καπιταλισμό χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα, αλλά αυτό χαρακτηρίζει τη δομή του συστήματος, όχι τις επιδιώξεις των ατόμων.

Από την άλλη, η βασική αρετή του καπιταλισμού είναι πως δίνει πραγματικά κίνητρα στους ανθρώπους για να κινητοποιηθούν προς δημοκρατικά επιλεγμένους κοινωνικά στόχους. Αν η κοινωνία θέλει παπούτσια θα φτιάξει παπούτσια, όχι γιατί έτσι «θα γίνει ο κόσμος καλύτερος», αλλά γιατί αυτοί που θα τα φτιάξουν θα αμειφθούν πραγματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν παρουσιάζονται ουρές στα καταστήματα υποδημάτων, σε αντίθεση με όσα είδαμε στην αλήστου μνήμης ΕΣΣΔ.

Ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς το είχε διατυπώσει πολύ γλαφυρά: «Καπιταλισμός είναι η δοξασία, πως οι πιο αχρείοι άνθρωποι θα κάνουν τα πιο αχρεία πράγματα για το καλό όλων μας». Ετσι, ενώ η σοσιαλιστική θεώρηση των πραγμάτων χρησιμοποιεί θεολογικού τύπου κίνητρα (όραμα για μια καλύτερη μελλοντική ζωή) για την κινητοποίηση των ατόμων προς κοινωνικούς στόχους, η θεώρηση της ελεύθερης αγοράς χρησιμοποιεί το μεταφυσικό τρικ ότι το συνολικό αποτέλεσμα των επιμέρους κοινωνικών στόχων που ικανοποιεί η αγορά είναι εξ ορισμού το κοινωνικά επιθυμητό.

Υπάρχει ένα παράδοξο με την αγορά. Αφού δεν έχουμε καντάρι να ορίσουμε ποιο είναι ορθό προς παραγωγή και ποιο όχι, η αγορά είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, που εξασφαλίζει την καλύτερη και δημοκρατικότερη χρήση των πάντα ελλιπών πόρων που διαθέτουμε.

Επειδή, όμως, οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι μεταβλητές, κάθε κεντρικός σχεδιασμός είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Δηλαδή, ακόμη κι αν υπήρχε ένας υπολογιστής που θα συγκέντρωνε όλες τις επιθυμίες όλων των ανθρώπων για να προγραμματιστεί η παραγωγή, τα δεδομένα αυτά δεν θα ήταν παρά μια στατική εικόνα, ενώ υπάρχει μια δυναμική κοινωνία που μεταβάλλεται διαρκώς. Με την αγορά εξασφαλίζουμε την καλύτερη προσέγγιση των επιθυμιών των καταναλωτών με την παραγωγή. Είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα και το κυριότερο: κατανέμει το κόστος και το όφελος στα άτομα που κάνουν τις επιλογές.

Η ζήτηση και η προσφορά προϊόντων

Η αγορά πλεονεκτεί έναντι κάθε κεντρικού σχεδιασμού διότι τα οφέλη που υπόσχεται για κοινωνικά επιθυμητές επιλογές κινητοποιεί τα άτομα να παράγουν. Από την άλλη δημιουργεί και αντικίνητρα. Οι επιχειρηματικές ζημίες που δημιουργούνται από κοινωνικά ανεπιθύμητες επιλογές (επιλογές δηλαδή που δεν είναι επιθυμητές από τους ανθρώπους που ψηφίζουν διά του οβολού τους κάθε μέρα) αποτελούν ένα βασικό αντικίνητρο γι’ αυτές τις επιλογές.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι οι επιμέρους επιθυμητές κοινωνικά επιλογές που εκφράζονται μέσω της αγοράς δεν αθροίζονται πάντα σε μια επιθυμητή κοινωνική επιλογή. Δημιουργούνται, για παράδειγμα, ανισότητες οι οποίες, πέρα από το αρνητικό ηθικό φορτίο που κουβαλούν, γίνονται βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας. Ακόμη και στενά οικονομολογικά αν δούμε το ζήτημα (αν δηλαδή αποσιωπήσουμε τον παράγοντα κοινωνική συνοχή) η εκτεταμένη φτώχεια υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας. Στο κάτω κάτω της γραφής κάποιοι πρέπει να έχουν τα χρήματα για να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγονται. Ο καπιταλισμός για να λειτουργήσει δεν μπορεί να έχει μόνο πωλητές· χρειάζεται και αγοραστές. Προσφορά χωρίς τη ζήτηση είναι νεκρά προϊόντα στις αποθήκες. Κι αυτό δημιουργεί τις κρίσεις στον καπιταλισμό. Είναι προς το συμφέρον κάθε επιχειρηματία να συμπιέζει τους μισθούς για να μειώσει το κόστος παραγωγής και δι’ αυτού του τρόπου να μεγαλώσει την προσφορά. Ομως η συνολική μείωση των μισθών σε μια οικονομία συμπιέζει τη ζήτηση. Ετσι αυξάνεται διαρκώς η προσφορά και μειώνεται η ζήτηση, με αποτέλεσμα να έχουμε κρίση υπερπαραγωγής. (Σ. Σ.: στην Ελλάδα, βέβαια, έχουμε το ακριβώς αντίστροφο πρόβλημα. Είχαμε ζήτηση χωρίς εγχώρια παραγωγή, που δημιούργησε την κρίση υπερδανεισμού του Δημοσίου για να στηρίξει την κατανάλωση).

Στον 20ό αιώνα είδαμε το μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας να καταρρέει, επειδή ακριβώς δεν έλυσε το πρόβλημα των κίνητρων για την κινητοποίηση των ανθρώπων. Είδαμε τις δυτικές οικονομίες να αναπτύσσονται γιατί κάθε φορά έβρισκαν μια ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας της αγοράς και της κρατικής παρέμβασης. Κάποιες χώρες βρήκαν καλύτερες ισορροπίες προς την κατεύθυνση της αγοράς και προόδευσαν ταχύτερα. Κάποιες άλλες (όπως η Ελλάδα) έμειναν αγκυλωμένες εξαιτίας της θεοποίησης της κρατικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα να χάσουν αναπτυξιακές ευκαιρίες. Τροφοδότησαν τη ζήτηση (διά του δανεισμού) αμελώντας την προσφορά. Η πραγματικότητα της κρίσης που βιώνουμε αυτό δείχνει".


Επί του τεράστιου ζητήματος της αποτελεσματικότητας της αγοράς, αναμένω παρατηρήσεις και σχόλια. Οφείλω, πάντως, να σημειώσω ότι, αν σήμερα έχουμε την "πολυτέλεια" να προβαίνουμε σε αναλύσεις περί της "αναγκαιότητας της αγοράς", οφείλεται στην παροχέτευση χρήματος στην (χρηματοπιστωτική) αγορά από κυβερνήσεις. Και μάλιστα, χωρίς να υπάρχει ουδεμία δέσμευση για την περαιτέρω κατεύθυνση των κεφαλαίων. Δηλαδή, το αντίθετο ακριβώς από ότι πρεσβεύει η Κεϋνσιανή θεωρία (κα η Λογική, εν γένει). Και όλο αυτό, συνέβει χωρίς ο ιδιωτικός χρηματοπιστωτικός τομέας να αναλάβει κανένα κίνδυνο. Αυτό γίνεται εμφανέστατο από την ακόλουθη είδηση:


"Τράπεζα Αγγλίας : Ας χρεοκοπήσουν και τράπεζες

Πρέπει να επιτρέπεται στις τράπεζες να αποτυγχάνουν σε δύσκολους καιρούς και οι ζημιές τους να απορροφώνται από τους πιστωτές και επενδυτές τους, όχι από τους φορολογούμενους, δήλωσε σε συνέντευξη τύπου στο BBC o υποδιοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Πολ Τάκερ (Paul Tucker).

Ο Τάκερ τόνισε πως οι τράπεζες όφειλαν να αναλάβουν τις ζημιές όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα και πως οι αλλαγές που έχουν γίνει στο τραπεζικό σύστημα δεν πήγαν αρκετά μακριά ώστε να επιτρέψουν το ενδεχόμενο αυτό.

"Εάν έχουμε ένα σύστημα όπου οι τράπεζες απολαμβάνουν πάντα τις καλές μέρες και οι φορολογούμενοι πάντα τις κακές μέρες, κάτι έχει στραβώσει με τον καπιταλισμό, με την καρδιά του καπιταλισμού, και χρειάζεται να το διορθώσουμε" δήλωσε στην τηλεόραση του BBC. "Θέλουμε τις καλές μέρες να τις απολαμβάνουν οι μέτοχοι και σε κάποιο βαθμό και οι μάνατζερ, αλλά πρέπει να συμβαίνει το ίδιο και στις βροχερές μέρες. Αυτό θα απαιτήσει μεγάλες αλλαγές διεθνώς" δήλωσε ο Τάκερ.

Η βρετανική κυβέρνηση κατέχει ένα μερίδιο 83% στη Royal Bank of Scotland και 41% στο Lloyds Banking Group μετά τη διάσωσή τους το 2008-2009. Μία ανεξάρτητη επιτροπή για τις τράπεζες θα υποβάλλει έκθεση φέτος για το αν οι βρετανικές τράπεζες είναι πολύ ισχυρές και χρειάζεται να χαλιναγωγηθούν".


Να σημειώσω ότι η πρόταση του κ. Paul Tucker, σημαίνει και την ανάληψη κινδύνου από τους καταθέτες. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αδήλωτη εργασία

Σύμφωνα με ανάλυση των αποτελεσμάτων των ελέγχων που διενήργησαν τα μικτά κλιμάκια Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας και της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου και Ασφάλισης για τους τελευταίους 11 μήνες του 2010 (από 1/2/2010 έως 31/12/2010), από τον έλεγχο συνολικά 27.538 επιχειρήσεων (αντιστοιχούν στο 3% του συνόλου) και επί συνόλου 77.666 εργαζομένων, οι 19.435 δεν βρέθηκαν καταχωρισμένοι στα ειδικά βιβλία, δηλαδή ήταν αδήλωτοι. Αυτό σημαίνει ότι η αδήλωτη εργασία αγγίζει το 25%.

Βάσει των στοιχείων αυτών, στις επιχειρήσεις που ελέγχθηκαν εργάζονται 56.467 ημεδαποί (ή το 72,71% του συνόλου των εργαζομένων) και 21.199 αλλοδαποί (αντιπροσωπεύουν το 27,29%), ενώ από τους 19.435 ανασφάλιστους εργαζόμενους το 65,6% είναι ημεδαποί (12.748 άτομα) και το 34,4% αλλοδαποί (6.687 άτομα).

Το μεγαλύτερο ποσοστό ανασφάλιστων εργαζόμενων εντοπίστηκε στην περιφέρεια Αττικής (26,29%) και ακολουθούν η περιφέρεια Μακεδονίας με 36,25%, Θεσσαλίας με 24,66%, η περιφέρεια Ηπείρου με 19,21% και η περιφέρεια Κρήτης με 17,21%.

Τα στοιχεία του ΣΕΠΕ παρουσίασε ο Ειδικός Γραμματέας του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας κ. Μιχάλης Χάλαρης, τονίζοντας ότι κατά τη διάρκεια των ελέγχων που διενεργήθηκαν επιβλήθηκαν πρόστιμα 9.368.500 ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τα πρόστιμα που αφορούν αποκλειστικά στην αδήλωτη εργασία και δεν περιλαμβάνονται πρόστιμα που επιβλήθηκαν για άλλες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας.

"A statistic, a reminder of a world that doesn't care" (*)

Οπως διαβάζουμε:

"Στο 20,3% έχει ανέλθει το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των νέων ηλικίας από 16 έως 24 ετών στη Βρετανία, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, ποσοστό ρεκόρ από την εποχή που άρχισαν να τηρούνται στατιστικά στοιχεία, το 1992.

Στο σύνολο του πληθυσμού το ποσοστό ανεργίας έμεινε σταθερό στο 7,9% (2,5 εκατομμύρια άνθρωποι) τον Νοέμβριο".



(*): στίχος από το "One in Ten" των UB40 (που "πήραν" το όνομά τους από το επίδομα του Ταμείου Ανεργίας της Μεγάλης Βρετανίας: Unemployment Benefit, Form 40).