Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Με 'γεια το κούρεμα

Οπως διαβάζουμε στο "Βήμα":


"Προχώρησε σε κούρεμα 25% στα ελληνικά ομόλογα

Γιώργος Παπαϊωάννου

Το πρώτο επίσημο «κούρεμα» (haircut) ελληνικών ομολόγων ανακοίνωσε πριν από λίγο ο αυστριακός ασφαλιστικός όμιλoς Vienna Insurance Group (VIG), από τους μεγαλύτερους στην περιοχή της ανατολικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg, ο οικονομικός διευθυντής (CFO) της εταιρείας Μάρτιν Σίμαντλ, μιλώντας προς δημοσιογράφους στη Βιέννη δήλωσε ότι η εταιρεία έχει διαγράψει το 25% της αξίας των ελληνικών ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της.

«Υπάρχουν συζητήσεις για το αν θα υπάρξουν haircuts, είτε αυτά είναι υποχρεωτικά είτε εθελοντικά και κρίναμε ότι θα πρέπει να προετοιμαστούμε για κάτι τέτοιο» ανέφερε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η VIG έχει προχωρήσει σε «κούρεμα» ομολόγων και άλλων περιφερειακών χωρών. «Οι διαγραφές ποικίλλουν από χώρα σε χώρα» είπε, ωστόσο δεν έδωσε συγκεκριμένα ποσοστά. Διευκρίνισε πάντως ότι δεν έχει προχωρήσει σε «κούρεμα» ιταλικών ομολόγων.

Συνολικά η VIG έχει στο χαρτοφυλάκιό της ομόλογα των περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης αξίας 10-12 δισ. ευρώ".

Το γιουάν στις Η.Π.Α.

Οπως διαβάζουμε σε άρθρο του κ. Δημήτρη Χρυσικόπουλου στην "CityPress":

"Κινεζική τράπεζα στις ΗΠΑ

Η κινεζική κρατική τράπεζα ICBC, πρώτη στον κόσμο σε χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση, υπέγραψε συμφωνία για την είσοδό της στην αγορά λιανικών τραπεζικών πωλήσεων στις ΗΠΑ, εξαγοράζοντας το πλειοψηφικό πακέτο στην αμερικανική θυγατρική της Bank of East Asia, σύμφωνα με τη «Wall Street Journal».

Συμφωνία 100 εκατ. δολαρίων

Η συμφωνία, η οποία απομένει να εγκριθεί από τις αμερικανικές ρυθμιστικές Αρχές, θα επιτρέψει στη Βιομηχανική και Εμπορική Τράπεζα της Κίνας (ICBC) να γίνει η πρώτη ελεγχόμενη από την κινεζική κυβέρνηση τράπεζα που εξαγοράζει ένα δίκτυο καταστημάτων στον τομέα των λιανικών τραπεζικών πωλήσεων στις ΗΠΑ, τονίζει η οικονομική εφημερίδα. Το ύψος της εξαγοράς, που υπογράφηκε την Παρασκευή στο Σικάγο κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Κινέζου Προέδρου Χου Ζιντάο στις ΗΠΑ, δεν έχει δημοσιευθεί.

Σύμφωνα, όμως, με πηγές της εφημερίδας, το ποσό αυτό ανέρχεται στα 100 εκατ. δολάρια. Η Bank of East Asia Ltd διατηρεί 13 υποκαταστήματα στις ΗΠΑ, στη Νέα Υόρκη και στην Καλιφόρνια.

Και στην Ευρώπη

Η εξαγορά θα επιτρέψει στους πελάτες της ICBC να αγοράσουν και να πωλήσουν γιουάν, όπως μέχρι σήμερα μπορεί να κάνει μόνο η Τράπεζα της Κίνας, η μόνη που διαθέτει σχετική άδεια λιανικών τραπεζικών πωλήσεων στις ΗΠΑ, προσθέτει η εφημερίδα.

Η Κίνα επιδιώκει να διεθνοποιήσει τη χρήση του νομίσματός της, του οποίου η ισοτιμία -που καθορίζει καθημερινά η κεντρική της τράπεζα- είναι στενά συνδεδεμένη με αυτήν του αμερικανικού δολαρίου. Ήδη η ICBC έχει υποκαταστήματά της στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες, και μέσα στον Ιανουάριο θα εγκαινιάσει συνολικά πέντε νέα καταστήματά της στην Ευρώπη".

Ομόλογα Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF)

Οπως διαβάζουμε στο "Κέρδος":

"Στα 50 δισ. ευρώ κλείνει το βιβλίο προσφορών στην πρώτη έκδοση ομολόγων του EFSF

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) πραγματοποιεί σήμερα την πρώτη πώληση ομολόγων του στις αγορές, με σκοπό την άντληση κεφαλαίων για το δανεισμό της Ιρλανδίας. Πρόκειται για διάθεση 5ετών ομολόγων ύψους 5 δισ. ευρώ με την εγγύηση των χωρών της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, τo βιβλίο προσφορών φέρεται να έκλεισε στα 48 δισ. ευρώ, εν μέσω έντονης ζήτησης από τους επενδυτές.

Διαχειριστές κεφαλαίων ανέφεραν νωρίτερα στο Reuters ότι οι προσφορές ανήλθαν στα 50 δισ. ευρώ περίπου.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η απόδοση των ομολόγων αναμένεται να είναι περίπου 2,85% έναντι 2,34% που είναι η απόδοση για τα αντίστοιχα γερμανικά ομόλογα και 2,79% για τα αυστριακά ομόλογα.

Η υψηλή ζήτηση συμβάλει στην περαιτέρω ενίσχυση της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου, η οποία έφθασε το πρωί στα 1,3688 δολάρια.

Σημειώνεται ότι το ΕΤΧΣ έχει την υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση (ΑΑΑ) από τους οίκους αξιολόγησης, καθώς έξι από τις χώρες της Ευρωζώνης που προσφέρουν τις εγγυήσεις για τα ομόλογα - η Γερμανία, η Γαλλία, η Αυστρία, η Φινλανδία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο - έχουν επίσης την ανώτατη διαβάθμιση.

Σύμφωνα με το καταστατικό του ΕΤΧΣ, οι εγγυήσεις των χωρών της Ευρωζώνης ανέρχονται σε 440 δισ. ευρώ, αλλά το Ταμείο δεν μπορεί να αντλήσει ισόποσα δάνεια, αλλά μόνο 250 δισ. ευρώ με την υψηλότερη βαθμολογία".

Πράξεις ανοικτής αγοράς ΕΚΤ

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" «Κόβει» τις αγορές κρατικών ομολόγων η ΕΚΤ

Στο ποσό των 146 εκ. ευρώ μείωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την αγορά κρατικών ομολόγων την περασμένη εβδομάδα, καθώς υποχωρούν οι πιέσεις των αγορών στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα, η ΕΚΤ είχε προβεί σε αγορές ομολόγων ύψους 2,313 δισ. ευρώ, ενώ από Μάιο, μετά το πακέτο διάσωσης της Ελλάδας, έχει διαθέσει συνολικά 76,5 δισ. ευρώ για την αγορά ομολόγων από χώρες-μέλη με αυξημένα δημοσιονομικά χρέη".

Περί της ανταγωνιστικότητας

Σημειώνει, σε άρθρο του στους New York Times, ο Paul Krugman:

" Το κλισέ της ανταγωνιστικότητας

Η νέα λέξη-κλειδί είναι ακριβώς η ίδια όπως η προηγούμενη. Ενόψει της πρώτης ομιλίας που δίνει ο Αμερικανός πρόεδρος κατά τη νέα χρονιά στο Κογκρέσο, ο Μπαράκ Ομπάμα θα επικεντρωθεί σήμερα στο εξής θέμα: ανταγωνιστικότητα. Η Επιτροπή Συμβούλων για την Οικονομική Ανάκαμψη μετονομάστηκε σε Συμβούλιο για την Απασχόληση και την Ανταγωνιστικότητα. Και στη ραδιοφωνική ομιλία του, ο κ. Ομπάμα ανήγγειλε ότι «μπορούμε να ξεπεράσουμε κάθε άλλο έθνος στη Γη». Μπορεί αυτή η πολιτική γραμμή να είναι ευφυής. Ο κ. Ομπάμα υιοθέτησε ένα παλαιό κλισέ για να εξυπηρετήσει έναν καλό σκοπό, να πουλήσει την ιδέα των κρατικών επενδύσεων σε ένα κοινό που έχει μάθει να πιστεύει ότι οι δημόσιες δαπάνες είναι κάτι το επιζήμιο για την οικονομική ζωή του τόπου τους. Αλλά, ας μη γελιόμαστε. Το να συζητάμε για ανταγωνιστικότητα ως πρωτεύοντα στόχο είναι παραπλανητικό. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι μια κακή διάγνωση ως προς τα αληθινά προβλήματα της χώρας. Στη χειρότερη περίπτωση, αυτό το πολιτικό επιχείρημα μπορεί να δημιουργήσει τη λάθος εντύπωση ότι οτιδήποτε ωφελεί τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι καλό και για τον μέσο Αμερικανό. Ποιο είναι το νόημα για αποδίδουμε τα τρέχοντα προβλήματα της οικονομίας στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας;

Πράγματι, οι θέσεις εργασίας θα ήταν περισσότερες εάν οι εξαγωγές ξεπερνούσαν τις εισαγωγές. Ανάλογη κατάσταση, όμως, ισχύει στην Ευρώπη και την Ιαπωνία, όπου οι οικονομίες δέχονται, επίσης, πιέσεις. Δεν είναι δυνατόν, ωστόσο, να εξάγουμε όλοι περισσότερα απ’ ό,τι εισάγουμε. Εκτός εάν ανακαλύψουμε έναν άλλο πλανήτη! Πράγματι, θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από την Κίνα να προχωρήσει στη συρρίκνωση του εμπορικού της πλεονάσματος. Εάν, όμως, είναι αυτή η ουσία του ζητήματος για τον κ. Ομπάμα, τότε θα πρέπει να αναφερθεί άμεσα σε αυτήν.

Επιπροσθέτως, ενώ οι ΗΠΑ παρουσιάζουν εμπορικό έλλειμμα, αυτό είναι χαμηλότερο από τότε που ξέσπασε η τελευταία ύφεση. Θα ήταν ακόμα καλύτερα εάν επιτυγχανόταν η περαιτέρω συρρίκνωσή του, αλλά τα προβλήματα ήταν ήδη έντονα λόγω του ξεσπάσματος της χρηματοπιστωτικής κρίσης, και όχι επειδή οι αμερικανικές εταιρείες έχουν χάσει τη δυνατότητά τους να ανταγωνιστούν με ξένα συμφέροντα. Σκεφτείτε: ο επικεφαλής μιας επιχείρησης που αυξάνει την κερδοφορία του μειώνοντας δραματικά τις θέσεις εργασίας θεωρείται επιτυχημένος. Αυτή είναι, λίγο έως πολύ, η κατάσταση στις ΗΠΑ. Η απασχόληση έχει μειωθεί αρκετά, αλλά τα κέρδη ξεπερνούν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ποιος είναι αυτός που θεωρεί ότι αυτό είναι επιτυχία; Η αναφορά του κ. Ομπάμα στην ανταγωνιστικότητα μπορεί να εκληφθεί ως μια απόπειρα να αντικρούσει ισχυρισμούς που τον θέλουν να εναντιώνεται στην επιχειρηματικότητα. Αρκεί να έχει συνειδητοποιήσει ο ίδιος ότι αυτό που φέρεται να είναι ονομαστικά «αμερικανικό» στο επιχειρείν δεν ταυτίζεται, κατά κανόνα, με τα συμφέροντα της χώρας. Αυτή η αντίθεση, δε, είναι περισσότερο έντονη από ποτέ. Ο Τζέφρι Ιμελτ, νέος επικεφαλής της προαναφερθείσης συμβουλευτικής επιτροπής, ηγείται της General Electric, μιας εταιρείας που εξασφαλίζει λιγότερο από το ήμισυ των εσόδων της στις ΗΠΑ. Ο κ. Ομπάμα μπορεί, εντέλει, να πράττει ορθά. Οι δημοσκοπήσεις βελτιώνονται προς όφελός του, η οικονομία παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης και οι πιθανότητες επανεκλογής του φαίνονται πολύ καλές. Αλλά, η ιδεολογία που προκάλεσε την οικονομική καταστροφή του 2008 έχει επανέλθει και φαίνεται ότι θα παραμείνει μέχρι να ξεσπάσει μια νέα καταστροφή".

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Ψωμί, ζήτηση, προσφορά και επιχειρηματικότητα ανάγκης

Οπως διαβάζουμε στην "Μακεδονία":

"Η κρίση μάς έκοψε και το... ψωμί

της Λίνας Τσιρέκα

Χωριάτικο ψωμί με προζύμι, πολυτελείας, σικάλεως, πολύσπορο, γαλλική μπαγκέτα ή όποιο άλλο είδος ψωμιού επιλέξει η ελληνική οικογένεια, το σίγουρο είναι ότι το ψωμί παραμένει ο βασιλιάς του τραπεζιού.

Ένας βασιλιάς που, εξαιτίας της οικονομικής, είναι πλέον λαβωμένος. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν και το ψωμί συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διατροφής μας, τα αρτοποιεία του νομού Θεσσαλονίκης μέσα στο 2010 μέτρησαν απώλειες στον τζίρο τους περίπου στο 10%, ενώ η ποσότητα του ψωμιού που πουλήθηκε μειώθηκε κατά 15% έναντι του 2009. Μάλιστα, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, τουλάχιστον δέκα αρτοποιεία στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται στο κόκκινο, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες τους να σκέφτονται σοβαρά τη λύση του λουκέτου. Την ίδια ώρα τα πρατήρια άρτου (που διαθέτουν προϊόντα αρτοποιίας και άλλα είδη που πωλούνται στα αρτοποιεία), ως ευκαιριακός τρόπος εξασφάλισης για τα προς το ζην, φαίνεται πως ανθούν. Είναι χαρακτηριστικό πως μέσα σε ένα μήνα στη Βασιλίσσης Όλγας, από το ύψος της οδού 25ης Μαρτίου έως τη Συνδίκα, άνοιξαν δύο πρατήρια άρτου, ενώ άλλα δύο, σε απόσταση λίγων οικοδομικών τετραγώνων, ετοιμάζονται να ανοίξουν τις πόρτες τους για το καταναλωτικό κοινό.

Ως λύση ανάγκης είδε η Άννα Μισαηλίδου το άνοιγμα του πρατηρίου άρτου που διατηρεί εδώ και περίπου ένα μήνα. “Έχω δοκιμάσει αρκετές δουλειές. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν είχα θετικά αποτελέσματα. Στράφηκα στο ψωμί. Παρά την κρίση, καλώς ή κακώς, όσο και αν περιοριστεί η ζήτησή του, θα συνεχίσει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της μεσογειακής διατροφής. Κατά συνέπεια, τα νοικοκυριά δεν θα παύσουν, έστω και με μικρότερη ένταση, να προμηθεύονται ψωμί”, σημειώνει η ίδια, υπογραμμίζοντας ότι το αβαντάζ για τα πρατήρια άρτου είναι ότι δεν έχουν τις ίδιες απαιτήσεις όπως ένα αρτοποιείο που παράγει και διαθέτει άρτο, αρτοσκευάσματα και γενικά λοιπά σκευασμάτων τροφίμων που έχουν ως βάση το αλεύρι.

Για του λόγου το αληθές, τα πρατήρια άρτου στον νομό Θεσσαλονίκης ανέρχονται σε 6.000, όταν τα αρτοποιεία είναι μόλις 780. “Μέχρι σήμερα δεν είχαμε κρούσματα αρτοποιείων που αντιμετώπιζαν πρόβλημα επιβίωσης. Η κρίση έχει αντιστρέψει την εικόνα. Τα πρατήρια άρτου αυξάνονται με μαθηματική ακρίβεια, ενώ συνάδελφοι που μέχρι πρότινος δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα σήμερα βρίσκονται σε δεινή θέση”, σχολιάζει η γενική γραμματέας του Σωματείου Αρτοποιείων νομού Θεσσαλονίκης “Ο Προφήτης Ηλίας” Έλσα Κουκουμέρια.

Όσα ανοίγουν, τόσα κλείνουν
Μπορεί στην πλειονότητά τους τα αρτοποιεία να προσπαθούν να αντισταθούν στην οικονομική συγκυρία που διανύουμε, ωστόσο τα πρατήρια άρτου που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια δεν φαίνεται να έχουν ανάλογη πορεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2010 εγγράφηκαν 148 πρατήρια, ενώ διαγράφηκαν 165, όπως προκύπτει από τα μητρώα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ).

Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και το 2009, καθώς έκαναν έναρξη 137 επιχειρήσεις του κλάδου, ενώ 134 αποφάσισαν να βάλουν λουκέτο. Αυτό μάλιστα που οι αρτοποιοί καταμαρτυρούν στους ιδιοκτήτες πρατηρίων άρτου είναι ότι τα λειτουργούν παράτυπα, καθώς είναι υποχρεωμένοι να πουλούν το ψωμί συσκευασμένο, βάσει νόμου, κάτι που ωστόσο δεν εφαρμόζουν.

Μείωση του τζίρου
Αραίωσαν τις επισκέψεις τους στον φούρνο της γειτονιάς οι καταναλωτές, όπως προέκυψε από πρόσφατη έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ). Στην ερώτηση πόσο συχνά αγοράζετε ψωμί, ποσοστό 48,1% απαντά ότι το προμηθεύεται καθημερινά, όταν σε αντίστοιχη έρευνα του επιμελητηρίου το 2008 το εν λόγω ποσοστό άγγιζε το 52,9% και το 2005 το 53,3%. Παρότι το ψωμί συγκαταλέγεται στις πλέον τακτικές και απαραίτητες αγορές, εντούτοις το 46,9% θεωρεί την τιμή του “τσουχτερή” σε σχέση με τις τιμές άλλων προϊόντων, ενώ πέντε χρόνια νωρίτερα σε σχετική ερώτηση το ποσοστό αυτό ήταν στο 39,3%.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Σωματείου Αρτοποιών νομού Θεσσαλονίκης “Ο Προφήτης Ηλίας”, η ζήτηση του ψωμιού το 2010 περιορίστηκε κατά 15% και των αρτοσκευασμάτων κατά 35%. Ο τζίρος περιορίστηκε κατά 8%-10% αναφορικά με την αγορά ψωμιού, ενώ για τα αρτοσκευάσματα κατά 25%.
Απόρροια της μειωμένης κατανάλωσης είναι ότι τουλάχιστον δέκα αρτοποιεία κινούνται στον αστερισμό του λουκέτου, με τους ιδιοκτήτες τους να αναζητούν εργασία ως υπάλληλοι σε άλλα αρτοποιεία.
  • 10% η μείωση του τζίρου το 2010 για τα αρτοποιεία
  • 15% η μείωση στην ποσότητα του ψωμιού που πουλήθηκε
  • 780 αρτοποιεία λειτουργούν στον νομό Θεσσαλονίκης
  • 6.000 είναι τα πρατήρια άρτου
  • 48,1% των πολιτών προμηθεύεται καθημερινά ψωμί
  • 46,9% θεωρεί την τιμή του τσουχτερή

Σαν το παλιό καλό... ψωμί

Οι μεγαλύτεροι διαμαρτύρονται ότι το παλιό καλό ψωμί έχει εκλείψει. Πόσο παλιά όμως υπήρξε το ιδανικό ψωμί; Όσοι μεγάλωσαν στη μεταπολεμική Ελλάδα και πρόλαβαν εκείνο της διατίμησης γνώριζαν ένα ουδέτερο ψωμί, χωρίς χαρακτήρα και ποικιλία. Στις δεκαετίες 1950-70 το ψωμί ήταν λευκό και μαύρο. Οι γεύσεις των προπολεμικών ψωμιών χάθηκαν μετά τη δεκαετία του 1980, όταν το ψωμί απελευθερώθηκε από τη δουλεία της διατίμησης και οι φούρνοι άρχισαν να αποκτούν ξανά κίνητρα και ενδιαφέρον για την παρασκευή ψωμιών με προσωπικότητα.

Η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση ψωμιού στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1950 άγγιζε τα 210 κιλά, τη δεκαετία του 1990 τα 65 κιλά, ενώ η κατανάλωση τη δεκαετία του 2000 αυξήθηκε σε 73-75 κιλά ανά άτομο Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδας Μιχάλη Μούσιο, “η αύξηση της κατανάλωσης ψωμιού οφείλεται σε τρεις παράγοντες: στην παρουσία των οικονομικών μεταναστών, στο γεγονός ότι η επιστημονική κοινότητα κατέρριψε τον μύθο ότι το ψωμί παχαίνει και στην ποικιλία που πλέον υπάρχει”.

Ολιγοπώλια και δομικά προβλήματα

Οπως διαβάζουμε στο "Κέρδος":

"ΓΣΕΒΕΕ: «Η ολιγοπώληση των αγορών είναι το πραγματικό πρόβλημα για την οικονομία»

«Για την πραγματική οικονομία στην Ελλάδα το σοβαρότερο διαρθρωτικό εμπόδιο είναι η ολιγοπώληση των αγορών, η οποία συχνά οδηγεί σε χειραγώγηση τιμών και σε υπονόμευση του ανταγωνισμού και η στροφή του ενδιαφέροντος αποκλειστικά και μόνο σε ζητήματα όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων εκτός από παρελκυστική είναι και μυωπική. Και τούτο επειδή δεν αναγνωρίζει ένα χρόνιο διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, την ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών και το υψηλό επίπεδο των τιμών, το οποίο αυξάνει πολύ περισσότερο απ’ ότι τα κλειστά επαγγέλματα το κόστος ανάληψης νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών».

Αυτό σημειώνει η Γενική Συνομσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος σε ανακοίνωσή της προκειμένου να καταθέσει τις απόψεις της για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και προς επιβεβαίωση όσων αναφέρει σημειώνει ότι η Ελλάδα αποτελεί τη δεύτερη ακριβότερη χώρα στην ΕΕ-27 για μηχανολογικό εξοπλισμό.

Το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, θέλοντας να συμβάλει στο διάλογο που έχει ξεκινήσει σχετικά με αυτό το ζήτημα διατύπωσε τις ακόλουθες προτάσεις / παρατηρήσεις:

- Πράγματι, η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας – η ορθή διατύπωση είναι ελευθερία άσκησης επαγγέλματος – είναι κανόνας ο οποίος έχει αναγνωριστεί θεσμικά σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Εν τούτοις, οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή οι οποίες οδηγούν στη ρύθμιση της άσκησης συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων είναι θεμελιωμένες σε ρήτρες, οι οποίες είναι εξίσου αναγνωρισμένες με τον πλέον επίσημο τρόπο σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Σε αυτό συνηγορεί και ο κατάλογος των ρυθμισμένων επαγγελμάτων ο οποίος ισχύει σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Το ερώτημα που εγείρεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αν και κατά πόσο εκείνοι οι οποίοι ανέλαβαν τη νομοθετική πρωτοβουλία έχουν λάβει υπόψη τους αυτές τις ρυθμίσεις, οι οποίες άλλωστε είναι αναρτημένες στον αντίστοιχο διαδικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

- Κάθε νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία έχει ως στόχο την άρση ρυθμίσεων κατά την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων οφείλει, προκειμένου να είναι πειστική και να ανταποκρίνεται στην αρχή της λογοδοσίας, να συνοδεύεται και από την αντίστοιχη μελέτη επιπτώσεων. Εδώ ανακύπτουν δύο ερωτήματα:

α) Υπάρχει μελέτη επιπτώσεων για την απώλεια ως προς την ευημερία από το ήδη υφιστάμενο καθεστώς των ρυθμισμένων επαγγελμάτων;

β) Υπάρχει μελέτη επιπτώσεων για τα αναμενόμενα οφέλη από το «άνοιγμα» αυτών των επαγγελμάτων;

Μέχρι σήμερα η μόνη μελέτη που έχει γίνει γνωστή είναι αυτή η οποία έχει εκπονηθεί από το ΙΟΒΕ και στην οποία υποστηρίζεται ότι μεσοπρόθεσμα το όφελος θα ανέλθει σε 13,5% του ΑΕΠ. ''Ανεξάρτητα από τα εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με το υπόδειγμα στο οποίο βασίστηκε η εν λόγω μελέτη, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε – όπως άλλωστε υποστηρίζεται και από τους συντάκτες της μελέτης αυτής – ότι οι τιμές με βάση τις οποίες έγιναν οι εκτιμήσεις είναι υποθετικές'' σημειώνει η ΓΣΕΒΕΕ και προσθέτει ότι εκτός από τις υποθετικές ωφέλειες ως προς την ευημερία που είναι πιθανό να προέλθουν από την άρση των ρυθμίσεων στην άσκηση ορισμένων (άνω των 150) επαγγελματικών δραστηριοτήτων, υπάρχουν δραστηριότητες, οι οποίες προκαλούν πραγματικές απώλειες στην ευημερία. Ενδεικτικά αναφερονται τα εξης:

Α) ότι οι τιμές των εισαγόμενων καταναλωτικών αγαθών στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερες από τις αντίστοιχες στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Η διατήρηση των τιμών αυτών επίπεδα των αγαθών σε υψηλά οφείλεται αφενός στην αύξηση των εμμέσων φόρων και αφετέρου στην ατελή διάρθρωση των αγορών μέσω των οποίων διακινούνται. Ως προς το τελευταίο μάλιστα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα τα εισαγόμενα καταναλωτικά αγαθά διακινούνται μέσω συγκεκριμένων ολιγοπωλίων και η διανομή τους διατρέχει συχνά δαιδαλώδη έως γκρίζα κανάλια (τριγωνικές συναλλαγές από εταιρίες offshore, nominee κλπ).


Β) Εξίσου ανησυχητική είναι η ανοδική πορεία του Δείκτη Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία, καθώς από το τέλος του προηγούμενου έτους και μετά, και παρά τις μικρές διακυμάνσεις διατηρείται σε θετικά επίπεδα.

Γ) Ταυτόχρονα ιδιαίτερα υψηλές είναι και οι τιμές του μηχανολογικού εξοπλισμού, ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από το εξωτερικό. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Eurostat, οι τιμές των μηχανημάτων και του εξοπλισμού στην Ελλάδα για το 2009 ήταν οι δεύτερες υψηλότερες στην ΕΕ-27. Πιο συγκεκριμένα, οι τιμές του μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού αντιστοιχούν στο 111% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μόλις μια μονάδα χαμηλότερα από την πρώτη χώρα. Αναλυτικότερα και κατά κατηγορία, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση του δείκτη επιπέδου τιμών τόσο για μεταλλικά προϊόντα και εξοπλισμό όσο και για ηλεκτρονικό και οπτικό εξοπλισμό (115% και 114% του μέσου όρου ΕΕ-27 αντίστοιχα).

Το ερώτημα που τίθεται, για τη ΓΣΕΒΕΕ, είναι ποιες νομοθετικές πρωτοβουλίες πρόκειται να αναληφθούν ώστε να αρθούν πραγματικά εμπόδια για την επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα μας.

''Εάν σε αυτά τα εμπόδια συμπεριληφθούν και οι γνωστές και χρόνιες παθογένειες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ((π.χ. γραφειοκρατία, διαδικασία αδειοδότησης, φορολογικό σύστημα), τότε γίνονται αντιληπτοί με εμφανή τρόπο, οι λόγοι για τους οποίους ολόκληροι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας υστερούν ως προς την ανταγωνιστικότητα. Αναφορικά με αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι υψηλότερες σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη τιμές του μηχανολογικού εξοπλισμού αποτρέπουν όχι μόνο την ανάληψη επενδύσεων από νέες παραγωγικές επιχειρήσεις αλλά και την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού των υφιστάμενων'' σημειώνει η συνομοσπονδία.

Η ΓΣΕΒΕΕ τονίζει ότι στην προσπάθεια για την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας στη χώρα μας, μέσω και της ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, μεταξύ των άλλων, ο παράγοντας του κόστους των επενδύσεων και να εξεταστούν τα πιθανά μέτρα για τη μείωσή του.

Σε πρώτη φάση έχει προτείνει τη δημιουργία ενός Παρατηρητηρίου Τιμών Πρώτων Υλών και Μηχανολογικού Εξοπλισμού (κύρια εισαγόμενων), το οποίο εκτός από την παρακολούθηση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων, θα συμβάλει στη δημοσιοποίηση «αθέμιτων» παρεκκλίσεων τιμών από τα ισχύοντα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες".