Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Περί των μέτρων του ΟΟΣΑ

Γράφει, σε άρθρο του, ο Λωράν Κορντονιέ (Laurent Cordonnier)Η λάθος συνταγή του ΟΟΣΑ

Μερικές φορές είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς να επαναλαμβάνεται... ιδίως όταν κι οι υπόλοιποι επαναλαμβάνονται.

Ο ΟΟΣΑ, ο οποίος μόλις γιόρτασε τα πεντηκοστά του γενέθλια, στις συστάσεις που απευθύνει στα κράτη-μέλη του επιμένει να συνηγορεί υπέρ των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αντλούν την έμπνευσή τους από ιδιαίτερα νεοφιλελεύθερες απόψεις. Με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται το γεγονός, ότι η βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση, που εξακολουθούμε να βιώνουμε, δεν συνέβαλε στη ριζική αναθεώρηση των κυριότερων αντιλήψεων στις οποίες στηρίζεται, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, το δόγμα της λέσχης των πλούσιων χωρών.

Ηδη από την ίδρυση του οργανισμού, τον Δεκέμβριο του 1960, οι χώρες-μέλη του δήλωναν ότι συνεργάζονται για να «συνεχίσουν τις προσπάθειές τους που αποσκοπούν, αφενός στην κατάργηση των φραγμών, όχι μόνο στην ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών αλλά και στις τρέχουσες συναλλαγές, και αφετέρου, στη διατήρηση και στην επέκταση της απελευθέρωσης των κινήσεων των κεφαλαίων».

Στο «Σύνταγμα» της ελευθερίας των ανταλλαγών προστέθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1980 ένα πλήθος έργων (μελέτες, διαγνώσεις, συστάσεις) που ενορχήστρωσαν την εγκατάλειψη των κεϊνσιανών μακροοικονομικών πολιτικών προς όφελος των πολιτικών που ήταν προσανατολισμένες προς τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».

Σύμφωνα με τη νέα οπτική, τα σημαντικότερα στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η ευημερία (η οποία γίνεται πάντα αντιληπτή ως μεγέθυνση του ΑΕΠ) είναι η αύξηση του μεγέθους του εργατικού δυναμικού (το οποίο πρέπει να «ενθαρρύνεται» να εργαστεί), η βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου (εξ ου και η έμφαση που δίνεται στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση), η βελτίωση των τεχνολογιών (εξ ου και ο κομβικός ρόλος που αναγνωρίζεται στην καινοτομία) και η βελτίωση της οργάνωσης της εργασίας και του παραγωγικού συστήματος.

Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει ότι τα παραγγέλματα αυτά αποτελούν απλούστατα τη συμπύκνωση της κοινής λογικής: όσο βελτιώνονται τα συστατικά, τόσο θα βελτιώνεται και η ποιότητά τους... και αντίστοιχα καλύτερη (και μεγαλύτερη) θα είναι η «πίτα». Πράγματι, πρόκειται για την πεμπτουσία της κοινής λογικής. Ομως, από ένα σημείο και πέρα, η επανάσταση του οικονομικού δόγματος ξεπέρασε καταφανώς τα όρια της κοινής λογικής για να μετατραπεί, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Πολ Κρούγκμαν, «σε ένα σύνολο κούφιων ιδεών, οι οποίες έχουν την αξίωση να αποκαλούνται με την ονομασία "οικονομία της προσφοράς"»: αυτό συνέβη όταν επέβαλε την ιδέα ότι ο ανταγωνισμός σε όλους τους τομείς -στην αγορά εργασίας, στις χρηματαγορές (με ορισμένες καθυστερημένες εξαιρέσεις), στην αγορά των αγαθών και των υπηρεσιών- και ο ταυτόχρονος περιορισμός του ρόλου του κράτους στην παραγωγή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας θα είχαν ως αποτέλεσμα την καλύτερη κινητοποίηση όλων των παραγόντων στους οποίους στηρίζεται η προσφορά αγαθών.

Χωρίς αμφιβολία, αυτός ο προσανατολισμός έγινε περισσότερο εμφανής στον τομέα των πολιτικών για την απασχόληση. Από την πρώτη έκδοση της «Στρατηγικής του ΟΟΣΑ για την απασχόληση» το 1994, οι συστάσεις δεν έχουν διόλου αλλάξει. Υποστηρίζει ότι οτιδήποτε ενδέχεται να στρέψει τη λειτουργία της αγοράς εργασίας προς τον τέλειο ανταγωνισμό θα μας φέρει και κοντύτερα προς την πλήρη απασχόληση. Ετσι, οι πολιτικές που αποσκοπούν στο ξήλωμα των θεσμών που προστατεύουν τους μισθωτούς αποκλήθηκαν «διαρθρωτικές πολιτικές της αγοράς εργασίας».

Στο «Economic Survey» για τη ζώνη του ευρώ που έδωσε στη δημοσιότητα τον Δεκέμβριο του 2010, ο ΟΟΣΑ δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι έχουμε υποστεί μια βαθύτατη ύφεση και ότι ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εξάπλωσή της υπήρξε η «μείωση της ιδιωτικής ζήτησης». Ομως, απ' ό,τι φαίνεται, αυτό το επεισόδιο στο οποίο τα κράτη απάντησαν με την τόνωση της συνολικής ζήτησης, έχει τελειώσει οριστικά. Επικρατεί η αντίληψη ότι πρέπει να επιστρέψουμε στους πυλώνες της οικονομικής ορθοδοξίας του παρελθόντος, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της επίλυσης των ανισορροπιών του εξωτερικού εμπορίου ανάμεσα στις χώρες του ευρώ.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, «η αναδιάρθρωση θα είναι μια μακρά και δύσκολη διαδικασία για ορισμένες ελλειμματικές χώρες και ιδιαίτερα για εκείνες που οι τιμές και οι μισθοί πρέπει να αναπροσαρμοστούν έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι οικονομικοί πόροι να εγκαταλείψουν εκείνους τους τομείς της οικονομίας που είναι επικεντρωμένοι στην εσωτερική οικονομία και γνώρισαν υπερβολικά μεγάλη άνθηση κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής έκρηξης. (...) Η σταθεροποίηση θα μπορούσε να διευκολυνθεί από διαρθρωτικές πολιτικές οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν την προσαρμογή της οικονομίας, εξασφαλίζοντας μεταξύ άλλων ότι θα λειτουργήσουν οι μηχανισμοί για τον καθορισμό των μισθών (...)».

Με λίγα λόγια, ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι η αποκατάσταση των μακροοικονομικών ισορροπιών στην Ευρώπη θα επιτευχθεί με τη μείωση των τιμών και των μισθών στις χώρες όπου παρατηρούνται εμπορικά ελλείμματα. Θα έπρεπε κανείς να είναι πραγματικά κολλημένος στις δογματικές απόψεις του για να μην παραδεχτεί ότι πρέπει να επιχειρηθεί ακριβώς το αντίθετο: να αυξηθούν με ακόμα ταχύτερο ρυθμό οι μισθοί στις χώρες στις οποίες έχουν συσσωρευθεί εμπορικά πλεονάσματα.

Πράγματι, εάν υπάρχει ένας τρόπος για να μειωθεί το βάρος του χρέους και για να μπορέσουν οι χώρες με ελλειμματικό ισοζύγιο να πραγματοποιήσουν εξαγωγές, είναι η καταπολέμηση του μισθολογικού αποπληθωρισμού. Εξάλλου, ο ΟΟΣΑ θα έπρεπε να συμβουλευθεί τις ίδιες του τις στατιστικές. Οι εμπορικές ανισορροπίες στην Ευρώπη δεν οφείλονται σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας που προκαλείται από την ανεπαρκή παραγωγικότητα των χωρών όπου παρατηρούνται τα ελλείμματα. Ας εξετάσουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Ελλάδας: την τελευταία δεκαετία, η ωριαία παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε δύο φορές ταχύτερα (με ρυθμό 2,3% ετησίως) απ' ό,τι στη Γαλλία ή στη Γερμανία (όπου αυτός ο ρυθμός ήταν αντίστοιχα 1,2% και 1,1%).

Συνεπώς, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας δεν εξηγείται με την τεμπελιά των ελλήνων εργαζομένων, την ανεπάρκεια του τεχνολογικού επιπέδου της χώρας ή την αποδιοργάνωση του παραγωγικού της μηχανισμού (δηλαδή των παραγόντων στους οποίους στηρίζεται η προσφορά), αλλά με τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης των μισθών και των τιμών σε σχέση με τους εταίρους της. Ομως, όσο κι αν αυτός ο ρυθμός ήταν συγκριτικά υψηλότερος, παρέμενε σε εξαιρετικά λογικά επίπεδα (κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ο ετήσιος μέσος όρος του πληθωρισμού ανερχόταν στο 3,1%). Αντίθετα, η Ευρώπη οδηγήθηκε στον υφέρποντα αποπληθωρισμό εξαιτίας της πολιτικής της ακραίας μισθολογικής αυτοσυγκράτησης που υιοθέτησαν οι εταίροι της Ελλάδας. Η συγκεκριμένη πολιτική οδήγησε σε εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού στη Γαλλία και στη Γερμανία (1,6% και 1,5% αντίστοιχα).

Παρ' όλο που ο ΟΟΣΑ έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι οφείλουμε να επιχειρήσουμε μια «αναπροσαρμογή», μειώνοντας τις αποκλίσεις που παρατηρούνται στα επίπεδα των τιμών και των μισθών, οι ιδεολογικές παρωπίδες του τον εμποδίζουν να δει ότι η αναπροσαρμογή πρέπει να γίνει προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω: με αυτόν τον τρόπο θα γίνει δυνατόν να αποφευχθεί ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού στον οποίο μπορεί να οδηγήσει το χρέος, αλλά και να επιτευχθεί η ανάκαμψη της κατανάλωσης των μισθωτών σε ολόκληρη την Ευρώπη".

Δεν γίνεται να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς καινοτομία...

Οπως διαβάζουμε στην "Ελευθεροτυπία" και τα "Νέα":

"Κομισιόν: Κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. η καινοτομία στην Ελλάδα

Στην 19η θέση βρίσκεται η Ελλάδα μεταξύ των 27 κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις επιδόσεις της στην καινοτομία όπως δείχνουν στοιχεία της Κομισιόν που δημοσιοποιήθηκαν σήμερα.

Οι επιδόσεις των κρατών – μελών αξιολογούνται με βάση 25 δείκτες μεταξύ των οποίων και οι δαπάνες και οι επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία.

Η Ελλάδα μαζί με την Σλοβακία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Ισπανία, την Τσεχία, την Ιταλία και την Πορτογαλία βρίσκεται στην τρίτη ομάδα κρατών – μελών με επιδόσεις κάτω του κοινοτικού μέσου όρου.

Στην κατηγορία «ηγέτες της καινοτομίας» βρίσκονται οι Σουηδία, Δανία, Φιλανδία και Γερμανία, με επιδόσεις αισθητά υψηλότερες του μέσου όρου της Ε.Ε. των 27.

Κοντά στον μέσο όρο συγκαταλέγονται οι Μεγάλη Βρετανία, Βέλγιο, Αυστρία, Ολλανδία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Γαλλία, Κύπρος, Σλοβενία και Εσθονία.

Στην κατάταξη της Κομισιόν υπάρχει και τέταρτη κατηγορία χωρών, αυτών με τις χειρότερες επιδόσεις σε θέματα καινοτομίας μεταξύ των οποίων βρίσκονται οι Ρουμανία, Λιθουανία, Βουλγαρία και Λετονία".

Για να μην ξεχνιόμαστε...


(click στην εικόνα για μεγέθυνση)

Euribor και κόστος χρήματος

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Η εκτίναξη του euribor αυξάνει τα επιτόκια σε δάνεια - καταθέσεις
Αμεση επιβάρυνση για στεγαστικά και επιχειρηματικά κυμαινόμενου επιτοκίου - Οφελος για τις προθεσμιακές

Της Ευγενιας Τζωρτζη

Ανοδικές τάσεις στα επιτόκια των εμπορικών τραπεζών πυροδοτεί η αύξηση του euribor, που εκτοξεύθηκε χθες στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούλιο του 2009. Το euribor 3μήνου αναρριχήθηκε στο 1,074% από 1,063%, το euribor 6μήνου στο 1,319% από 1,307% και το euribor ενός χρόνου έφτασε το 1,644% από 1,625%, τα υψηλότερα επίπεδα του τελευταίου ενάμιση χρόνου.

Η αύξηση των βασικών επιτοκίων, που πυροδοτήθηκε από την άνοδο του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη σε υψηλότερο επίπεδο από το αναμενόμενο, ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για το κατά πόσο είναι διατηρήσιμο το επίπεδο του 1% στο βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι αγορές πάντως, όπως δείχνει η άνοδος του euribor 6μήνου, δείχνουν να προεξοφλούν μια αύξηση του επιτοκίου προς το τέλος του χρόνου, εξέλιξη που συμπαρασύρει σε αυξήσεις τα επιτόκια και των εμπορικών τραπεζών.

Η άνοδος οδηγεί σε ακριβότερη τιμολόγηση όλων των νέων δανείων, αλλά και σε αυξήσεις στα επιτόκια των υφιστάμενων δανείων που είναι συνδεδεμένα με το euribor. Πρόκειται για τον κύριο όγκο των στεγαστικών δανείων, αλλά και για μεγάλο αριθμό επιχειρηματικών δανείων που αναφέρονται στο βασικό επιτόκιο. Στην Ελλάδα μεγάλο μέρος της δεξαμενής των 80 δισ. ευρώ που είναι τα στεγαστικά δάνεια είναι συνδεδεμένα με το euribor και επηρεάζονται άμεσα από την εξέλιξη του επιτοκίου αναφοράς. Σημειώνεται ότι σημαντικό είναι επίσης και το μέρος των δανείων που έχουν ως βάση αναφοράς το επιτόκιο της ΕΚΤ, δηλαδή το 1%, τα οποία παραμένουν σταθερά αλλά δεν ωφελήθηκαν από τα χαμηλά επίπεδα του euribor το 2009.

Αμεση είναι η επίπτωση και στα επιχειρηματικά δάνεια, κυρίως αυτά προς τις μεγάλες επιχειρήσεις, που τιμολογούνται επίσης βάσει του euribor, ενώ τα δάνεια προς τις ΜΜΕπιχειρήσεις τιμολογούνται κυρίως με το βασικό επιτόκιο επιχειρηματικής πίστης που διαμορφώνεται μεταξύ 5%-7%, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται και περιθώριο από 0% έως και 5% ανάλογα με την επιχείρηση.

Η άνοδος των εμπορικών επιτοκίων είναι άλλωστε συνάρτηση της αύξησης του κόστους χρήματος για την άντληση καταθέσεων, αλλά και της ανόδου των επισφαλειών. Παρά την προσπάθεια των τραπεζών να συγκρατήσουν το κόστος των καταθέσεων, οι προθεσμιακές καταθέσεις τιμολογούνται κατά 200-250 μονάδες βάσης πάνω από το euribor, διευρύνοντας το spread της νέας παραγωγής προθεσμιακών καταθέσεων έναντι του euribor. Το euribor 3μήνου ακολουθεί σταθερά αυξητική πορεία από το δεύτερο τρίμηνο του 2010, όταν η μέση τιμή του ήταν κάτω από το 1%, που είναι το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Από τον Οκτώβριο του 2010, το euribor 3μήνου βρίσκεται σταθερά πάνω από το 1% για να κλείσει χθες στο 1,074%".

Μια σύνοψη της τρέχουσας κατάστασης

Οπως διαβάζουμε:

" Στρος-Καν: «Επικίνδυνες παγκόσμιες ανισορροπίες»
Η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα και τα καύσιμα τους τελευταίους μήνες έχει ήδη πλήξει ιδιαίτερα σφοδρά τις φτωχότερες χώρες.

Η παγκόσμια οικονομία δείχνει τάσεις ανάκαμψης, αλλά είναι επιβαρυμένη με προβλήματα όπως τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και η άνοδος των τιμών, που μπορούν να πυροδοτήσουν έναν καταστροφικό εμπορικό προστατευτισμό και βίαιες κοινωνικές αναταραχές, προειδοποίησε σήμερα ο επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

«Επανεμφανίζεται το μοντέλο των παγκόσμιων ανισορροπιών που υπήρχε προ της (παγκόσμιας οικονομικής) κρίσης», σχολίασε ο Ντομινίκ Στρος-Καν στη διάρκεια ομιλίας του στη Σιγκαπούρη.

«Η ανάπτυξη σε οικονομίες με μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, όπως οι ΗΠΑ, εξακολουθεί να καθοδηγείται από την εγχώρια ζήτηση. Και η ανάπτυξη σε οικονομίες με μεγάλο εξωτερικό πλεόνασμα, όπως η Κίνα και η Γερμανία, εξακολουθεί να ενισχύεται από τις εξαγωγές», είπε ο ίδιος.

«Καθώς αυξάνονται οι εντάσεις μεταξύ των χωρών, μπορεί να δούμε την άνοδο του προστατευτισμού- του εμπορίου και των δραστηριοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Και καθώς αυξάνονται οι εντάσεις εντός των χωρών, μπορεί να έχουμε την αύξηση κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας στο εσωτερικό τους- ακόμη και πόλεμο».

Η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα και τα καύσιμα τους τελευταίους μήνες έχει ήδη πλήξει ιδιαίτερα σφοδρά τις φτωχότερες χώρες και είναι ένας από τους παράγοντες που βρίσκονται πίσω από τις μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Αίγυπτο και την Τυνησία, ο πρόεδρος της οποίας απομακρύνθηκε από την εξουσία τον περασμένο μήνα.

Στο μεταξύ, οι φόβοι για την αύξηση του χρέους στις ανεπτυγμένες χώρες, εντείνονται τους τελευταίους μήνες με την Standard & Poor's την περασμένη εβδομάδα να υποβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα της Ιαπωνίας και τον Moody's να προειδοποιεί για υποβάθμιση και τις ΗΠΑ.

Στην Ασία, η ανησυχία επικεντρώνεται στο θέμα του πληθωρισμού και οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι κεντρικές τράπεζες σε χώρες όπως η Ινδονησία χρειάζεται να αντιδράσουν γρηγορότερα για να συγκρατήσουν την άνοδο των τιμών.

Ο Στρος-Καν είπε ακόμη ότι οι αναπροσαρμογές της ισοτιμίας των ξένων νομισμάτων μπορούν να διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων οικονομικών ανισοτήτων.

«Συγκρατώντας αυτές τις αναπροσαρμογές σε μία χώρα καθίσταται δυσκολότερο και πιο δαπανηρό για άλλες χώρες να επιτρέψουν την αναπροσαρμογή των δικών τους ισοτιμιών», είπε ο Στρος-Καν.

«Για να μπορέσει η αναπροσαρμογή αυτή να συμβεί, απαιτείται χρόνος, αλλά το να ζητάμε χρόνο έχει νόημα μόνο αν υπάρχει μία σημαντική και μεθοδική κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση».

Ο Στρος-Καν είπε ότι το ΔΝΤ αναμένει συγκρατημένη ανάπτυξη του 2,5% για τις ανεπτυγμένες οικονομίες αυτό το χρόνο καθώς το υψηλό ποσοστό ανεργίας και τα χρέη των νοικοκυριών επηρεάζουν την εσωτερική ζήτηση.

«Χωρίς δουλειές και ασφάλεια του εισοδήματος, δεν μπορεί να ανακτηθεί η εσωτερική ζήτηση και τελικά να υπάρξει καμία βιώσιμη ανάκαμψη».

Οι αναδυόμενες οικονομίες θα αναπτυχθούν με ρυθμό ταχύτερο του 6,5%, με την Ασία- πλην της Ιαπωνίας- να αναπτύσσεται με ρυθμό 8.5%".



Οι αυξανόμενες ανισορροπίες μεταξύ αλλά και εντός των χωρών πυροδοτούν εντάσεις, σύμφωνα με τον κ. Στρος-Καν, εντάσεις που απειλούν να αποσταθεροποιήσουν την ευάλωτη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας - και επιπλέον θα μπορούσαν να προκαλέσουν και ένοπλες συγκρούσεις.

Η υψηλή ανεργία και οι ανισότητες σε επίπεδο εισοδήματος είναι ένας «σημαντικός παράγοντας» που πυροδοτεί πολιτική αναστάτωση στην Τυνησία και κοινωνικές εντάσεις σε άλλες χώρες.

Και καθώς κλιμακώνονται οι εντάσεις ανάμεσα στις χώρες, θα μπορούσε να αυξηθεί και ο προστατευτισμός - στον χώρο του εμπορίου και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως επισημαίνει ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ.

Ο Ντομινίκ Στρος-Καν βλέπει δύο «επικίνδυνες» ανισορροπίες που θα μπορούσαν να σπείρουν τους καρπούς της επόμενης κρίσης. Η πρώτη είναι η ανισομερής ανάκαμψη ανάμεσα στις χώρες του πλανήτη, καθώς οι αναδυόμενες οικονομίες αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα από τις ανεπτυγμένες με κίνδυνο μάλιστα υπερθέρμανσης. Η δεύτερη είναι οι κοινωνικές εντάσεις σε χώρες με υψηλή ανεργία και μεγάλα χάσματα σε επίπεδο εισοδήματος.

Η ανεργία κυμαίνεται στο 9,4% στις ΗΠΑ και η Ευρώπη αγωνίζεται να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, με τον επικεφαλής του ΔΝΤ να μιλά για το ενδεχόμενο μιας «χαμένης γενεάς» νέων, που είναι καταδικασμένη από την ανεργία και τις κοινωνικές συνθήκες που συνεχώς επιδεινώνονται.

Για το λόγο αυτό και πιστεύει ότι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας θα πρέπει να είναι προτεραιότητα όχι μόνο για τις ανεπτυγμένες οικονομίες αλλά και για πολλές φτωχότερες χώρες. Σύμφωνα με τον κ. Στρος-Καν, την προσεχή δεκαετία, 400 εκατομμύρια νέοι αναμένεται να προστεθούν στην παγκόσμια αγορά εργασίας, δημιουργώντας μία μεγάλη πρόκληση για τις κυβερνήσεις.

Το ΔΝΤ βλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,5% για τις ανεπτυγμένες οικονομίες εφέτος, ενώ για τις αναδυόμενες 6,5% με την Ασία, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, να «τρέχει» με ρυθμό 8,5%.

Η ανάπτυξη σε οικονομίες με μεγάλα πλεονάσματα, όπως Κίνα και Γερμανία, εξακολουθεί να πυροδοτείται από τις εξαγωγές, ενώ η ανάπτυξη στις χώρες με ελλείμματα, όπως οι ΗΠΑ, καθοδηγείται από την εσωτερική ζήτηση, σύμφωνα με τον αξιωματούχο, ο οποίος πιστεύει ότι αυτές ακριβώς οι ανισορροπίες θέτουν σε κίνδυνο την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας.

Καταναλωτική εμπιστοσύνη Ελλάδας

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Έρευνα: Στο «ναδίρ» η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα
Η παρατεταμένη οικονομική ύφεση επηρεάζει την παγκόσμια καταναλωτική εμπιστοσύνη, σύμφωνα με έρευνα της Nielsen.

"Βουτιά» 9 μονάδων σημείωσε ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα, το 4ο τρίμηνο του 2010 και έπεσε, για πρώτη φορά, στις 48, οδηγώντας τη χώρα στις τρεις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης, ενώ η Πορτογαλία και η Κροατία βρίσκονται χαμηλότερα, με 45 μονάδες, σύμφωνα με την παγκόσμια έρευνα της Νielsen για την Καταναλωτική Εμπιστοσύνη.

Ένας στους τέσσερις Έλληνες χωρίς περίσσευμα χρημάτων

Από τα πλέον ανησυχητικά στοιχεία είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (83%) δεν θεωρεί πως η χώρα θα καταφέρει να βγει από την ύφεση, μέσα στο 2011. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που τον τελευταίο καιρό βρίσκονται στη διεθνή επικαιρότητα για τα προβλήματα της Οικονομίας τους, όπως είναι η Ισπανία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ιρλανδία, βρίσκονται όχι τυχαίως στις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης για την Καταναλωτική Εμπιστοσύνη.

Στην αντίπερα όχθη, οι ευρωπαϊκές χώρες με την υψηλότερη Καταναλωτική Εμπιστοσύνη είναι η Νορβηγία (119), η Ελβετία (110) και η Σουηδία (103), ενώ η Τουρκία σημείωσε από τις μεγαλύτερες ανόδους (83 μονάδες έναντι 77, το περασμένο τρίμηνο), επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, που σημειώνει τους τελευταίους μήνες.

Στην Ευρώπη, ένας στους πέντε καταναλωτές δηλώνει πως δεν του περισσεύουν καθόλου χρήματα, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό είναι ακόμα χειρότερο, καθώς ένας στους τέσσερις αναφέρει πως δεν του απομένουν έσοδα. Η Οικονομία παραμένει η μεγαλύτερη ανησυχία των Ελλήνων, με ποσοστό 40%, που είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, ενώ το 34% δηλώνει ότι με τα χρήματα, που του περισσεύουν, ξεπληρώνει δάνεια, πιστωτικές κάρτες και χρέη, όταν το μέσο ευρωπαϊκό ποσοστό βρίσκεται στο 26%.

Η εργασιακή ασφάλεια κατέχει και αυτή ένα πολύ υψηλό ποσοστό ανησυχίας (36%), αποτυπώνοντας τους προβληματισμούς, που έχει προκαλέσει η αυξημένη ανεργία, που έφτασε το 12,4%, στο 3ο τρίμηνο του 2010.

Τέλος, εννέα στους δέκα Έλληνες αναφέρουν ότι έχουν κάνει περικοπές στα έξοδά τους, όταν μόλις 6 στους 10 Ευρωπαίους δηλώνουν το ίδιο. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων έχει μειώσει τα χρήματα, που δαπανά, για την αγορά νέων ρούχων (81%) και για τη διασκέδαση εκτός σπιτιού (80%), ενώ ένα πολύ υψηλό ποσοστό (64%) έχει στραφεί σε φθηνότερα καταναλωτικά προϊόντα, ώστε να καταφέρει να αντεπεξέλθει στην περιορισμένη αγοραστική του δύναμη.

Ο Δείκτης έπεσε σε 25 από τις 52 χώρες της έρευνας

Η παγκόσμια Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, το 4ο τρίμηνο του 2010, έπεσε σε 25 από τις 52 χώρες της έρευνας, καθώς οι ελπίδες εξόδου από την οικονομική κρίση εξανεμίστηκαν στα τέλη του περασμένου έτους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης της Nielsen, ο παγκόσμιος δείκτης μπορεί να έμεινε αμετακίνητος στις 90 μονάδες, αλλά έπεσε 2 μονάδες, σε σχέση με το ξεκίνημα του έτους (1ο τρίμηνο) και επιπλέον, υπήρξε πτώση στις μισές χώρες του δείγματος, σε σχέση με το περασμένο τρίμηνο. Η κλιμακούμενη ανησυχία για την ανεργία, η έλλειψη νέων επενδύσεων και εργασιών και η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα και στο ηλεκτρικό δημιουργεί ένα δυσοίωνο κλίμα παγκοσμίως.

«Οι καταναλωτές σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο ήταν πιο απαισιόδοξοι στο κλείσιμο του 2010 σε σχέση με το ξεκίνημά του. Η οικονομική σταθερότητα παραμένει εύθραυστη και τα σημάδια δείχνουν πως η οριστική έξοδος από την κρίση παραμένει ακόμα αρκετά μακριά», δήλωσε η Ματίνα Μπάδα, Περιφερειακή Διευθύντρια Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Η παρατεταμένη οικονομική ύφεση έχει επηρεάσει τους περισσότερους κλάδους και έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα στις παγκόσμιες αγορές».

Η Λατινική Αμερική και η Ασία παραμένουν οι γεωγραφικές περιοχές με την υψηλότερη Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, με 100 και 97 μονάδες, αντίστοιχα, καθώς η ύπαρξη αρκετών χωρών, που βρίσκονται σε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, τα τελευταία χρόνια, δημιουργεί ένα κλίμα αισιοδοξίας. Αντίθετα, στη Βόρεια Αμερική ο δείκτης βρίσκεται στις 83 μονάδες και στην Ευρώπη ακόμα χαμηλότερα, στις 78, αποκαλύπτοντας τα σημάδια απαισιοδοξίας, που έχει αφήσει η οικονομική κρίση στις δυτικές κοινωνίες.

«Πολλές χώρες της Δύσης προετοιμάζονται για έναν ακόμα δύσκολο χρόνο. Παρόλο που κάποιες από αυτές δεν βρίσκονται επίσημα σε περίοδο ύφεσης, η αυξημένη ανεργία και τα μέτρα λιτότητας, έχουν αναγκάσει πολλούς καταναλωτές να συνεχίζουν την περικοπή των εξόδων τους και να παραμένουν επιφυλακτικοί στις αγορές τους», σημείωσε η Ματίνα Μπάδα".



Ο πληθωρισμός του ενός επιδρά στο έλλειμμα του άλλου

Οπως διαβάζουμε στους New York Times:

" Ο πληθωρισμός της Κίνας μειώνει το έλλειμμα σε ΗΠΑ

Ο πληθωρισμός έχει αρχίσει να επιβραδύνει την πανίσχυρη εξαγωγική μηχανή της Κίνας, καθώς οι αγοραστές από δυτικές πολυεθνικές αντιδρούν στις αυξημένες τιμές και περιορίζουν τις παραγγελίες τους. Αυξήσεις 20%-50% σε προϊόντα όπως τα δερμάτινα παπούτσια και τα μπλουζάκια πόλο στέλνουν τους Δυτικούς σε αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών. Αλλά από το Βιετνάμ ώς την Ινδία, ελάχιστες αναπτυσσόμενες χώρες με φθηνά εργατικά χέρια φθάνουν την Κίνα σε μεταποιητική ικανότητα. Και καμιά τους δεν προσφέρει καταφύγιο από τις υψηλές τιμές των πρώτων υλών διεθνώς.

Ηδη, η επιβράδυνση των αμερικανικών παραγγελιών έχει αναγκάσει κάποιες εταιρείες θαλάσσιων μεταφορών να ακυρώσουν το ένα τέταρτο των δρομολογίων τους, την άνοιξη, από το Χονγκ Κονγκ και άλλα κινεζικά λιμάνια προς τις ΗΠΑ. Αν συνεχισθεί, η τάση θα βοηθήσει να χαλαρώσουν οι εντάσεις, καθώς θα αρχίσει να περιορίζεται το τεράστιο αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα.

Από ένα φάσμα βιομηχανιών, εταιρείες μεταποίησης και διανομής θεωρούν ότι πιθανό αποτέλεσμα της επιβράδυνσης των εξαγωγών είναι η αύξηση των τιμών για τους Αμερικανούς καταναλωτές τους ερχόμενους μήνες, και πιθανόν για λίγο ελλείψεις κάποιων προϊόντων. Η Κίνα εξάγει στις ΗΠΑ αγαθά αξίας άνω των 4 δολαρίων για κάθε 1 δολάριο που εισάγει από αυτές, δημιουργώντας ένα εμπορικό πλεόνασμα περίπου 275 δισ. δολαρίων. Οι αυξημένες τιμές θα εμφανισθούν κυρίως σε προϊόντα όπως τα φθηνά είδη ρουχισμού, όπου τα εργατικά χέρια και οι πρώτες ύλες αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής, και όχι τόσο στα εξελιγμένα ηλεκτρονικά όπως τα iPad, όπου η κινεζική συναρμολόγηση είναι μόλις ένα μικρό μέρος του κόστους.

Βέβαια, η επιβράδυνση στον όγκο των εισαγωγών ίσως αποδειχθεί προσωρινή αν οι Αμερικανοί καταναλωτές αποδεχθούν τις υψηλότερες τιμές και οι δυτικές επιχειρήσεις καταλήξουν να ανανεώσουν συμβόλαια σε πολύ υψηλότερο κόστος. Στο μεταξύ, αν η μέση τιμή του κάθε εισαγόμενου προϊόντος αυξηθεί ταχύτερα απ’ όσο μειώνεται ο όγκος των εξαγωγών, το πλεόνασμα της Κίνας με τις ΗΠΑ θα συνεχίσει να αυξάνεται προσωρινά".

Οποια και να είναι η τελική επίδραση στο εμπόριο, ο κινεζικός πληθωρισμός ίσως μειώσει τις πιέσεις της Ουάσιγκτον προς το Πεκίνο για το νόμισμα. Η κυβέρνηση Ομπάμα αφήνει τελευταίως να εννοηθεί ότι το πρόβλημα του γουάν θα επιλυθεί σταδιακά μόνο του, αν οι κινεζικές τιμές αυξηθούν τόσο πολύ ώστε τα αμερικανικά αγαθά να γίνουν πιο ανταγωνιστικά. Ο κινεζικός πληθωρισμός ανέρχεται στο 5% σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, οι οποίοι όμως κρίνονται από οικονομολόγους «απαρχαιωμένοι». Ο πραγματικός δείκτης, σύμφωνα με τους τελευταίους, μπορεί να είναι και διπλάσιος.