Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Η εισοδηματική ελαστικότητα των αγαθών πολυτελείας είναι μεγαλύτερη της μονάδας

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

"Στη μεγαλύτερη αγορά πολυτελών ειδών θα αναδειχθεί το 2020 η Κίνα

Η Κίνα θα γίνει η μεγαλύτερη αγορά ειδών πολυτελείας μέχρι το 2020, σύμφωνα με έκθεση της εταιρίας επενδυτικών συμβούλων CLSA. Το φαινόμενο αυτό θα οφείλεται στην οικονομική ανάπτυξη και στη διεύρυνση της μεσαίας τάξης και της αγοραστικής της ισχύος.

Μέσα στην επόμενη δεκαετία, Κινέζοι καταναλωτές -μεταξύ τους και σημαντικός αριθμός δισεκατομμυριούχων- θα ευθύνονται για ποσοστό 44% των παγκόσμιων δαπανών ειδών πολυτελείας, όπως γυναικείες τσάντες, οχήματα, ρολόγια, παπούτσια και ρούχα. Ο τομέας ειδών πολυτελείας της χώρας είχε έσοδα 25 δισ. το 2009, ποσοστό 10% της παγκόσμιας αγοράς, που περιλαμβάνει και τις αγορές των καταναλωτών στο Χονγκ Κονγκ, το Μακάο και την Ταϊβάν.

Η έκθεση της CLSA εκτιμά μάλιστα ότι η Κίνα βρίσκεται καθ’οδόν να ξεπεράσει την Ιαπωνία στον τομέα αυτό μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. «Την ώρα που τα εισοδήματα αυξάνονται, η ενισχυόμενη μεσαία τάξη της Κίνας υιοθετεί μέχρι πρότινος ανέφικτες καταναλωτικές συνήθειες, μεταπηδώντας από κουλτούρα αποταμίευσης, σε κουλτούρα κατανάλωσης. Οι Κινέζοι καταναλωτές,που επέλεξαν πέρσι να χαρίσουν ένα ακριβό δώρο, δαπάνησαν για αυτό κατά μέσο όρο το 10% με 12% του συνολικού μηνιαίου μισθού του νοικοκυριού τους», αναφέρει η έκθεση.

Οι εταιρίες ειδών πολυτελείας κινούνται γρήγορα για να καλύψουν τη ζήτηση, με τη Louis Vuitton να αποκαλύπτει ότι οι καλύτεροι πελάτες της είναι πλέον Κινέζοι. Η χώρα «ευθύνεται» άλλωστε για το 18% των συνολικών πωλήσεων της Gucci, 14% της Bulgari και 11% της Hermes, με την ιταλική Prada να εισέρχεται και αυτή με αξιώσεις στην κινεζική αγορά".

Η αναποτελεσματικότητα της ποσοτικής χαλάρωσης και το τέλος του Διαφωτισμού

Οπως διαβάζουμε στο "Βήμα":

"Barclays Capital: Εθισμένοι στα «τοξικά» οι θεσμικοί

Η ανάκτηση πειστικότερων ρυθμών ανάπτυξης από την παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα από τις χώρες της Δύσης σε συνδυασμό με την απουσία κάποιας διακρατικής πρωτοβουλίας ελέγχου των «υπερβολών» στις διεθνείς αγορές, ωθεί την διεθνή επενδυτική κοινότητα να αρχίσει και πάλι το παιχνίδι με τη φωτιά. Οπως δείχνει έρευνα της Barclays Capital, τον Ιανουάριο κατεγράφη άλμα των κεφαλαίων που τοποθετήθηκαν σε επενδυτικά προϊόντα τα οποία συνδέονται με την αμερικανική αγορά στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου και χαμηλής εξασφάλισης. Με τα επενδυτικά δηλαδή προϊόντα που η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση χαρακτήρισε «τοξικά».

Εκτενές ρεπορτάζ του Bloomberg αναλύει πώς οι επενδυτές (όχι βεβαίως οι ιδιώτες αλλά οι επενδυτικές και εμπορικές τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα hedge funds και εν γένει οι λεγόμενοι «θεσμικοί») αναθαρρούν και τολμούν όλο και πιο ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις κεφαλαίων, σαν κι αυτές που δημιούργησαν τη φούσκα των ακινήτων στις ΗΠΑ και προκάλεσαν μιαν άνευ προηγουμένου χρηματοπιστωτική κρίση που μετεξελίχθηκε στη χειρότερη οικονομική κρίση μετά από αυτήν της δεκαετίας του 1930. Σαν να μη συνέβη τίποτε δηλαδή την αποφράδα 15η Σεπτεμβρίου 2008 - πρόκειται βεβαίως για την ημέρα που χρεοκόπησε η Lehman Brothers.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της επενδυτικής εταιρείας Barclays Capital, οι επενδύσεις σε ομόλογα που συνδέονται με στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση τον Ιανουάριο, ενώ ακολούθησαν οι επενδύσεις σε ομόλογα που συνδέονται με στεγαστικά δάνεια που δεν καλύπτονται από κυβερνητικές εγγυήσεις. Πρόκειται δηλαδή για επενδυτικά προϊόντα που στηρίζονται στα πιο επισφαλή δάνεια, γι' αυτό και παρέχουν σε όσους τα προτιμούν τις υψηλότερες αποδόσεις".


Επί του ιδίου ζητήματος το άρθρο της "Καθημερινής":

" Καθυστερεί η τραπεζική χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων στη Βρετανία

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης συνασπισμού της Βρετανίας να επιτύχει συμφωνία με τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας πάνω στο ποσόν που θα δανείσουν στις μικρές επιχειρήσεις της χώρας, έχουν καταλήξει σε αδιέξοδο.

Το σχέδιο, με την κωδική ονομασία Project Merlin, έπρεπε να έχει ανακοινωθεί την περασμένη εβδομάδα, ενώ οι τράπεζες επρόκειτο να δανείσουν 200 δισ. στερλίνες στις μικρές επιχειρήσεις το 2011. Τα αφεντικά των τραπεζών υποστηρίζουν ότι ο ορισμός ελάχιστων δανείων για μη βιώσιμες επιχειρήσεις, παραβιάζει τους κανόνες, καθώς αντιβαίνει στα συμφέροντα των μετόχων. Την ίδια ώρα, τα τραπεζικά στελέχη ισχυρίζονται ότι η εφαρμογή ορισμένων από τις προτάσεις της ανεξάρτητης επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων (ICB) θα επιτείνουν το πρόβλημα.

Ο σκιώδης υπουργός Οικονομίας των Εργατικών Εντ Μπολς λέει: «Σε αυτή την κρίσιμη εποχή για την οικονομία μας, οι τράπεζες οφείλουν να στηρίξουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η τακτική αυτή είναι τυπικών των Συντηρητικών, που αρνούνται να επιβάλουν αυστηρούς κανόνες στο τραπεζικό σύστημα».

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και τραπεζών έχουν χρονίσει, λόγω διαφωνιών γύρω από τα μπόνους που σχεδιάζουν να προσφέρουν φέτος οι τράπεζες στα στελέχη τους, αλλά και σχετικά με τους στόχους δανειοδότησης. Αναλυτές εκτιμούν ότι η κυβέρνηση είναι πρόθυμη να μην πιέσει υπερβολικά τους τραπεζίτες γύρω από την καταβολή των μπόνους, εφόσον αυτοί δεχθούν να επισπεύσουν τη δανειοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Το Σάββατο, ο επικεφαλής της ανεξάρτητης επιτροπής ICB σερ Τζον Βίκερς χαρακτήρισε «εντυπωσιακή» την αποτυχία των τραπεζών να διαχειρισθούν κατάλληλα τους επενδυτικούς κινδύνους. Ο σερ Τζον, που υπήρξε διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, υπονόησε ότι οι τράπεζες θα χρειασθεί να δεσμεύσουν ακόμη περισσότερα κεφάλαια, σε ταμείο έκτακτης ανάγκης, κίνηση που θα περιορίσει τα κεφάλαια προς δανεισμό".


Η εξήγηση αυτών των επιλογών δίδεται από την παρακάτω είδηση:

"Wall Street: Περισσότερα χρήματα από ποτέ κερδίζουν τραπεζικά στελέχη

Μέσα σε λιγότερα από τρία έτη, αφότου ο αμερικανικός χρηματοπιστωτικός τομέας ήλθε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, «τα τραπεζικά στελέχη, που σχετίζονται με τη Wall Street (Γουόλ Στριτ), κερδίζουν περισσότερα χρήματα, παρά ποτέ...», γράφει η εφημερίδα Wall Street Journal.

«Πρόκειται γιά τα στελέχη 25 μεγάλων τραπεζών στις ΗΠΑ, που όλα μαζί ανέφεραν εισοδήματα 135 δισ. δολάρια για όλο το 2010, από 112 δισ. δολάρια το '09 - άνοδος εσόδων 6%, ως προς το '09» - γράφει η εφημερίδα. Δηλαδή, προσθέτει η ίδια εφημερίδα, «το ένα τρίτο των τραπεζικών εσόδων 'επιστρέφουν' στους εργαζόμενούς τους, με το μεσαίο τραπεζικό στέλεχος να δηλώνει πέρυσι ετήσια έσοδα 141 χιλιάδων δολαρίων (+3% ως προς το '09)».

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Η έννοια της επένδυσης και η ανάπτυξη

Γράφει, σε άρθρο του στα "Νέα", ο κ. Γιώργος Λακόπουλος:

"Τί είναι επένδυση;

Η ουσία των πραγµάτων κρύβεται στις λέξεις. αλλά οι λέξεις δεν έχουν πάντα αυτονόητο περιεχόµενο. εξ ου και πολύ συχνά οι άνθρωποι θέτουν ερωτήσεις που µπορεί να έχουν περισσότερες από µια απαντήσεις. Π.χ. «Τι είναι η πατρίδα µας;», ρωτούσε πριν από έναν αιώνα ο ποιητής. «Τι εστί έρως;», έγραφαν παλαιότερα στα λευκώµατά τους οι µαθήτριες. Σήµερα άλλες λέξεις ζητούν διευκρινίσεις. «Τι είναι επένδυση;». Τι συνιστά επενδυτικό πρόγραµµα σε µια οικονοµία σαν την ελληνική; Κατά συνέπεια ποιος είναι επενδυτής και ποιος όχι; είναι επενδυτής ένας ξένος που ανοίγει στην ελλάδα µια αλυσίδα καταστηµάτων; Θα είναι επένδυση αυτό που καταγγέλλουν οι φαρµακοποιοί για την αλλοδαπή εταιρεία που σκοπεύει να λειτουργήσει φαρµακεία στην Αθήνα; Είναι επένδυση να εξαγοράζεται µια ελληνική επιχείρηση από µια ξένη; Ή να µας πουλάει µια χώρα τα υπολείµµατα της επεξεργασίας πετρελαίου αντί να τα καίει και να πληρώνει φόρους ρύπανσης; Τα ερωτήµατα είναι επίκαιρα. Και πίσω από το καθένα υπάρχει ολόκληρη ιστορία. Οι επενδυτικές ιδέες που µέχρι σήµερα απασχολούν την κυβέρνηση, είναι αυτής της κατηγορίας: ξένος κεφαλαιούχος έρχεται στην ελλάδα όχι για να παραγάγει πλούτο, αλλά για να συγκεντρώσει το µεγαλύτερο δυνατό µερίδιο από µια αγορά που ήδη υπάρχει. Πρακτικά αυτό σηµαίνει ότι θα βγάλει από το παιχνίδι οµοειδείς επιχειρήσεις και τα κέρδη θα ταξιδεύουν εκτός Ελλάδος. Είναι άραγε αυτό το είδος των επενδύσεων που χρειάζεται αυτήν τη στιγµή η Ελληνική οικονοµία; Μας λείπουν κάποιοι που έρχονται για να εκτοπίσουν απλώς τις εγχώριες επιχειρήσεις του κλάδου τους µε πολυκαταστήµατα, εµπορικά κέντρα και αλυσίδες;

Προφανώς όχι. ∆εν χρειάζεται να είναι οικονοµολόγος κανείς για να καταλάβει ότι για τη σηµερινή Ελλάδα ως επένδυση νοείται ό,τι διευρύνει την παραγωγική βάση της. επενδυτής είναι κάποιος που φέρνει κεφάλαια και δηµιουργεί προϋποθέσεις για την παράγωγη προϊόντων. Ανάπτυξη διά των επενδύσεων είναι αυτό που δηµιουργεί ευηµερία – όχι κάτι που µεγαλώνει τη φτώχεια. Τα έχουν υπόψη τους όλα αυτά στην κυβέρνηση; Εάν τα έχουν, πρέπει να προβληµατιστούν για το είδος των επενδυτών που περιτριγυρίζουν την Ελλάδα. Και να µην ξεχνούν αυτό που έλεγε ο αµερικανός επιχειρηµατίας Ντόναλντ Τραµπ: «Μερικές φορές οι καλύτερες επενδύσεις είναι εκείνες που δεν έκανες».

Περί της διατροφής

Σημειώνει, σε άρθρο του στην "Ελευθεροτυπία" ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Ναπολέων Μαραβέγιας:

"Η παγκόσμια διατροφική κρίση

Η αύξηση του κόστους διατροφής στην Τυνησία προκάλεσε κοινωνική έκρηξη, η οποία τείνει να οδηγήσει στην ανατροπή του μονοκομματικού καθεστώτος αυτής της χώρας.

Παρόμοιες φαίνεται να είναι οι εξελίξεις και σε άλλες αραβικές χώρες της Β. Αφρικής (Αλγερία και Αίγυπτο).

Η σημερινή αύξηση των διεθνών τιμών των βασικών τροφίμων, όπως προκύπτει από το σχετικό δείκτη που καταρτίζει ο Οργανισμός Γεωργίας και Τροφίμων (FAO) του ΟΗΕ, είναι παρόμοια μ' αυτή του 2008 και οφείλεται στα ίδια περίπου αίτια. Από την πλευρά της προσφοράς παρατηρείται μείωση της διεθνούς παραγωγής βασικών ειδών διατροφής (σιτάρι, καλαμπόκι, σόγια κ.ά.) λόγω των πυρκαγιών στη Ρωσία και των κλιματικών αλλαγών σε πολλές παραγωγές χώρες. Παράλληλα, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου αυξάνει το κόστος της παραγωγής, ενώ η απαγόρευση των εξαγωγών από ορισμένες χώρες (προκειμένου να καλυφθεί η εγχώρια κατανάλωση) περιορίζει ακόμη περισσότερο την προσφορά. Από την άλλη πλευρά υπάρχει αύξηση της ζήτησης, λόγω της επέκτασης δυτικών καταναλωτικών προτύπων στην Ινδία, στην Κίνα και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, με αύξηση της κατανάλωσης του σιταριού έναντι του ρυζιού και των ζωικών προϊόντων έναντι των φυτικών, τα οποία όμως για να παραχθούν χρειάζονται κτηνοτροφικά σιτηρά (καλαμπόκι, σόγια κ.ά.).

Εκτός από τους πιο πάνω λόγους, υπάρχουν και τα περίφημα «προθεσμιακά συμβόλαια» αγοράς βασικών τροφίμων, τα οποία προκαλούν τεχνητή άνοδο των τιμών τους στα διεθνή χρηματιστήρια. Το είδος αυτό των «κερδοσκοπικών παιγνίων» θα μπορούσε σχετικά εύκολα να περιορισθεί νομοθετικά, όμως φαίνεται να μην υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση σε παγκόσμιο επίπεδο.

Είναι προφανές ότι αυτή η απότομη αύξηση των τιμών των βασικών προϊόντων διατροφής, που συχνά φθάνει το 50%, προκαλεί διαφορετικής έντασης προβλήματα ανάλογα με τις χώρες. Στις πλουσιότερες χώρες προκαλεί άνοδο του πληθωρισμού και επιδεινώνει τις δυσκολίες αξιοπρεπούς διαβίωσης του πληθυσμού σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Στις αναπτυσσόμενες χώρες (σε όσες μάλιστα δεν παράγονται εγχωρίως αρκετά αγροτικά προϊόντα), επειδή η κατανάλωση των προϊόντων διατροφής αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κατανάλωσης του πληθυσμού (μέχρι και 75%), η άνοδος των τιμών των τροφίμων προκαλεί κοινωνική εξέγερση.

Η αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων, η κάλυψη των βασικών διατροφικών αναγκών κάθε χώρας από εγχώρια παραγωγή, ο περιορισμός της κερδοσκοπίας στα διεθνή χρηματιστήρια και η δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος τόσο μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων χωρών όσο και στο εσωτερικό των φτωχότερων χωρών, μπορεί να αποτελέσουν απάντηση στο πρόβλημα της διατροφής σε διεθνές επίπεδο.

Η ανάγκη αύξησης της αγροτικής παραγωγής σε χαμηλό κόστος αποτελεί βασικό επιχείρημα για την επέκταση της παραγωγής γενετικά τροποποιημένων αγροτικών προϊόντων. Τα προϊόντα αυτά έχουν πράγματι χαμηλότερο κόστος παραγωγής και προσαρμόζονται ευκολότερα στις κλιματικές αλλαγές, δεν μπορούν, όμως, να θεωρηθούν απολύτως ασφαλή για την ανθρώπινη κατανάλωση. Παράλληλα, αποτελούν κίνδυνο για τη βιοποικιλότητα του πλανήτη, ενώ ελάχιστες πολυεθνικές εταιρείες μπορούν να ελέγξουν το γενετικό υλικό που είναι απαραίτητο για την παραγωγή όλων των αγροτικών προϊόντων. Επιπλέον, η μαζική παραγωγή σε χαμηλό κόστος των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων, αν επεκταθεί, θα καλύπτει τις ανάγκες των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ τα πλουσιότερα κοινωνικά στρώματα θα απολαμβάνουν «καθαρά» αγροτικά προϊόντα υψηλού κόστους και υψηλής ποιότητας, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη κοινωνική διαφοροποίηση στην ανθρώπινη διατροφή σε παγκόσμια κλίμακα".


Επί του ιδίου ζητήματος, το άρθρο της "Εξπρές":

"Ρ. Ζέλιγκ: Εκκληση διεθνούς αφύπνισης έναντι των ανατιμήσεων τροφίμων και εμπορευμάτων

Έκκληση διεθνούς αφύπνισης στις αυξητικές τάσεις που παρουσιάζουν οι τιμές τροφίμων και εμπορευμάτων απηύθυνε την Τετάρτη, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Ρόμπερτ Ζέλιγκ, με συνέντευξή του στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερ. Ο κ.Ζέλιγκ κάλεσε τους ηγέτες της Ομάδας 20 (G-20) να "θέσουν πρώτα τις τροφές" στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους και να προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν την αυξημένη μεταβλητότητα τιμών, η οποία απειλεί τις φτωχότερες τάξεις και δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως της Ασίας.

"Θα αντιμετωπίσουμε μια ευρύτερη τάση αυξανόμενων εμπορευματικών τιμών, συμπεριλαμβανομένων των τιμών των τροφίμων", επεσήμανε στο Ρόιτερ ο κ.Ζέλιγκ. "Το γεγονός αυτό μπορεί να ασκήσει πιέσεις αλλά και να δημιουργήσει ευκαιρίες", πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι τα αναπτυσσόμενα κράτη θα μπορούσαν να αυξήσουν τα έσοδά τους αυξάνοντας το επίπεδο παραγωγής τροφίμων για την ικανοποίηση της παγκόσμιας ζήτησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης ειδικά για ζάχαρη και κρέας στις ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα ανόδου της τιμής των τροφίμων, σε σύγκριση με την κρίση του 2007-2008.

Ένα μίγμα υψηλών τιμών πετρελαίου και καυσίμων, η αυξημένη χρήση των βίοκαυσίμων, η κακοκαιρία και η πορεία των προθεσμιακών αγορών ωθούν ανοδικά τις τιμές των τροφίμων στα επίπεδα ρεκόρ του 2007-2008 και ωθούν σε κοινωνική αναταραχή σε χώρες κυρίως της Αφρικής. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υψηλές τιμές των τροφίμων από κοινού με την ύπαρξη καταπιεστικών καθεστώτων και αυξανόμενης ανισότητας μεταξύ πλουσίων - φτωχών αποτελούν τις κύριες αιτίες για τις διαμαρτυρίες σε χώρες της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Υεμένης, της Αλγερίας και της Ιορδανίας".

Αξιολόγηση χωρών σύμφωνα με την Standard & Poor's



(Click στην εικόνα για μεγέθυνση)

Αρα, θα έπρεπε να έχουμε αρνητικό πρόσημο στον πληθωρισμό...

Σύμφωνα με στοιχεία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που εδόθησαν χθες (1/2/2011) στους επιτηρητές της Τρόϊκας, το 2010 οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης ήταν μειωμένες κατά 211.804, ενώ οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν κατά 57.330 (67,50%). Αυξημένες ήταν και οι συμβάσεις εκ περιτροπής εργασίας κατά 16.959. Μείωση αποδοχών προκύπτει και από τις αυξημένες μετατροπές συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε μερικής (αύξηση κατά 5.573 σε σύγκριση με το 2009) και σε εκ περιτροπής (2.302) με συμφωνία εργαζομένου ή χωρίς αυτήν (αύξηση κατά 381 έναντι του 2009).

Τί έχουν τα έρμα...

Οπωε διαβάζουμε στην ανάλυση της Markit για την Ελληνική μεταποίηση:

" PMI: Υποχώρηση της ελληνικής μεταποίησης τον Ιανουάριο

Στις 42,8 μονάδες υποχώρησε ο κύριος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) της Markit για την Ελλάδα τον Ιανουάριο από τις 43,1 μονάδες του Δεκεμβρίου καταγράφοντας χαμηλό επτά μηνών, καθώς η συρρίκνωση της παραγωγής, της απασχόλησης και των αποθεμάτων προμηθειών επιταχύνθηκε.

Η απόδοση των νέων παραγγελιών, παρότι και η ζήτηση από το εξωτερικό μειώθηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της έρευνας. Οι τιμές εισροών αυξήθηκαν καταγράφοντας υψηλό τριάντα μηνών και ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις χρεώσεις των μεταποιητικών προϊόντων.

Επεκτείνοντας την τρέχουσα περίοδο συρρίκνωσης σε δεκαεπτά μήνες, οι εισερχόμενες νέες εργασίες στον ελληνικό μεταποιητικό τομέα υποχώρησαν κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου. Παρότι ο ρυθμός μείωσης εξασθένησε ελαφρώς σε σύγκριση με το Δεκέμβριο, παρέμεινε ωστόσο ταχύς. Η βραδύτερη μείωση του συνόλου των νέων εργασιών ήταν εν μέρει αποτέλεσμα της εξασθενημένης μείωσης των νέων παραγγελιών εξαγωγών. Μέλη του πάνελ ανέφεραν τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, τη χαμηλή ζήτηση της αγοράς και τα υψηλά επίπεδα αποθεμάτων των πελατών τους ως τους κύριους παράγοντες περιορισμού των νέων παραγγελιών.

Με τα επίπεδα φόρτου εργασίας να εξακολουθούν να μειώνονται, τον Ιανουάριο οι Έλληνες κατασκευαστές χρησιμοποίησαν τους διαθέσιμους πόρους τους για τη διεκπεραίωση των ανεκτέλεστων εργασιών. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των αδιεκπεραίωτων εργασιών με σημαντικό ρυθμό. Δυστυχώς, η μείωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την ταχύτερη υποχώρηση της παραγωγής. Τα επίπεδα παραγωγής μειώθηκαν με απότομο ρυθμό τον Ιανουάριο.

Οι Έλληνες κατασκευαστές εξακολούθησαν να περιορίζουν το προσωπικό, τις αγορές και τα αποθέματά τους τον Ιανουάριο, με σκοπό να διαχειριστούν το κόστος εν μέσω δυσμενών επιχειρησιακών συνθηκών. Μέσω απολύσεων και κατανομής, οι εταιρείες μείωσαν τους εργαζομένους τους με σημαντικό ρυθμό. Εν τω μεταξύ, η αγοραστική δραστηριότητα συρρικνώθηκε με έντονο ρυθμό, έχοντας ως αποτέλεσμα την ταχύτερη μείωση των αποθεμάτων πρώτων υλών. Τα επίπεδα των αποθεμάτων ετοίμων προϊόντων περιορίστηκαν επίσης με επιταχυνόμενο ρυθμό.

Καθώς η ζήτηση για πρώτες ύλες και ημι-κατεργασμένα προϊόντα μειώθηκε περαιτέρω τον Ιανουάριο, η απόδοση των προμηθευτών βελτιώθηκε. Οι χρόνοι παράδοσης προμηθειών στα εργοστάσια του μεταποιητικού τομέα μειώθηκαν για δεύτερο συνεχή μήνα. Ωστόσο, ο ρυθμός βελτίωσης ήταν σχεδόν μηδαμινός.

Το κόστος εισροών αυξήθηκε απότομα το Δεκέμβριο, και με τον εντονότερο ρυθμό που έχει καταγραφεί σε διάστημα τριάντα μηνών. Μέλη του πάνελ συνέδεσαν την αύξηση του κόστους εισροών με τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και πρώτων υλών, παράλληλα με την αύξηση του ΦΠΑ.

Η άνοδος του κόστους εισροών οδήγησε τους Έλληνες κατασκευαστές στην αναστολή της μείωσης των χρεώσεών τους για πρώτη φορά από το Σεπτέμβριο του 2008, παρά τις συνθήκες ασθενούς ζήτησης στην αγορά. Οι χρεώσεις παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου".



Αυτά στην Ελλάδα. Στον υπόλοιπο κόσμο, όπως διαβάζουμε σε Reuters και Bloomberg:


" Εκτίναξη της μεταποίησης σε Ευρώπη και ΗΠΑ

Reuters, Bloomberg

Θετική είναι η εικόνα από την ανάπτυξη του κλάδου της μεταποίησης στην Ευρώπη, ο οποίος ενισχύθηκε ταχύτερα από τις προβλέψεις για τον Ιανουάριο. Οι ρυθμοί που ανέπτυξε ήταν οι πιο γρήγοροι των τελευταίων εννέα μηνών, χάρη στην παραγωγή της Γερμανίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίστοιχα, η μεταποίηση αναπτύχθηκε με τάχιστους ρυθμούς, οι οποίοι ήταν και οι υψηλότεροι της τελευταίας επταετίας, με τις νέες παραγγελίες να εκτινάσσονται. Aντιθέτως, στην Κίνα η επιβολή μέτρων για την αποτροπή της υπερθέρμανσης άρχισε να έχει αντίκτυπο με μεγαλύτερη από την αναμενόμενη επιβράδυνση στην αύξηση της μεταποίησης. Ωστόσο, οι παραγγελίες των εργοστασίων της εξακολουθούν να επεκτείνονται.

Ειδικότερα, στην Ευρωζώνη ο σχετικός δείκτης του Ιδρύματος Markit Economics δείχνει άνοδο του δείκτη στις 57,3 μονάδες τον Ιανουάριο του 2011 σε σύγκριση με 57,1 τον Δεκέμβριο. Πρόκειται για την καλύτερη επίδοση από τον Απρίλιο του 2010 και υπερβαίνει την αρχική εκτίμηση των 56,9 μονάδων. Στη Γερμανία, ο κλάδος μεταποίησης παρουσίασε μικρότερη επιβράδυνση από την αναμενόμενη στις 60,5 μονάδες συγκριτικά με τις 60,7 του Δεκεμβρίου και τις 60,2 μονάδες των προβλέψεων. Εξαίρεση από τη θετική εικόνα αποτελεί η Ελλάδα, ενώ η αύξηση της μεταποίησης στη Βρετανία αποδείχθηκε η πιο γρήγορη από το 1992. Πάντως, το κόστος πρώτων υλών για τις εταιρείες της Ευρώπης έφθασε στα υψηλότερα επίπεδα από το 1997.

Στην περίπτωση των ΗΠΑ και σύμφωνα με το ιδιωτικό ίδρυμα Institute for Supply Managers, ο δείκτης δραστηριότητας του τομέα της μεταποίησης τον Ιανουάριο ανήλθε στις 60,8 μονάδες εν συγκρίσει με 58,5 μονάδες τον Δεκέμβριο. Ο δείκτης ακολουθεί ανοδική πορεία τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες αδιαλείπτως, ενώ η επίδοση του Ιανουαρίου ήταν και η υψηλότερη από τον Μάιο του 2004. Σε επίπεδα ναδίρ είχε υποχωρήσει η μεταποίηση στις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2008, στις 33,3 μονάδες. Eυνοϊκά για τον κλάδο λειτουργεί η τόνωση των πωλήσεων αμερικανικών προϊόντων στις αγορές.

Στην Κίνα ο δείκτης του κλάδου καταγράφει επιβράδυνση στις 52,9 μονάδες, όταν οι αναλυτές του Bloomberg είχαν προβλέψει 53,5 μονάδες, και τον Δεκέμβριο είχε διαμορφωθεί στις 53,9 μονάδες. Η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες οδηγεί σε αύξηση τιμών και στα προϊόντα. Η Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να προχωρήσει σε άμεση αύξηση επιτοκίων μετά τις διακοπές της Κινεζικής Πρωτοχρονιάς, οι οποίες λήγουν στις 8 Φεβρουαρίου. Oι αναλυτές δεν αποκλείουν και νέα μέτρα συγκράτησης των πληθωριστικών πιέσεων. Τον Ιανουάριο οι τιμές των κατοικιών ενισχύθηκαν 1%, σημειώνοντας την υψηλότερη μηνιαία άνοδο σε διάστημα εξαμήνου.

Τέλος, στην Ινδία η μεταποίηση επεκτάθηκε στις 56,8 μονάδες τον Ιανουάριο, εν συγκρίσει με τις 56,7 μονάδες του Δεκεμβρίου".