Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Περί της τιμής του χρυσού

Αναλυτικότατο το άρθρο του κ. Τάσου Μαντικίδη στο "Βήμα" σχετικά με την ραγδαία άνοδο της τιμής του χρυσού. Οπως διαβάζουμε:

"Ο δεκάλογος του χρυσού ράλι

Με κέρδη περίπου 400% και 1.000 δολάρια ανά ουγκιά, από τον Απρίλιο του 2001, ο χρυσός, που φέρει τη φήμη του «ασφαλούς καταφυγίου», σε περιόδους κρίσης, ή της επένδυσης «παντός καιρού», καταγράφει κυρίως για δέκα παραμέτρους την πιο μακροχρόνια ανοδική πορεία στην ιστορία του. Το ράλι του πολύτιμου μετάλλου, έστω και με διαλείμματα διόρθωσης, δεν έχει ολοκληρωθεί, υποστηρίζουν αρκετοί αναλυτές εμπορευμάτων, θεωρώντας ότι «ένας ανεμοστρόβιλος παραγόντων» θα οδηγήσει την τιμή του σε υψηλότερα επίπεδα τα επόμενα χρόνια.

Για τους σκεπτικιστές, όμως, η συνέχιση του ράλι προϋποθέτει ένα νέο μεγάλο σοκ για τις οικονομίες, ενώ για ορισμένους, όπως ο δισεκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής Τζορτζ Σόρος, ο χρυσός είναι σήμερα η «απόλυτη φούσκα».

Ενδέχεται να κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα, αλλά «όταν μια επένδυση καταγράφει νέα υψηλά, σχεδόν πάντα σημειώνεται μια αναστροφή της τάσης που απογοητεύει τους επενδυτές» προειδοποίησε ο ίδιος.

Σε ειδική ανάλυσή της, πάντως, η Deutsche Βank, η οποία υποστηρίζει πως το ράλι θα έχει συνέχεια, υπολόγισε ότι για να θεωρηθεί «φούσκα» η τιμή του χρυσού θα πρέπει να ξεπεράσει τα 2.000 δολάρια ανά ουγκιά, θεωρώντας ρεαλιστική την τιμή των 1.455 δολαρίων ανά ουγκιά για το 2011, ενώ προβλέπει τιμές στα 1.600 δολάρια ανά ουγκιά το 2012. Σε πραγματικούς όρους, εξάλλου, ο χρυσός βρίσκεται σήμερα πολύ κάτω από το μέγιστο της δεκαετίας του ΄80, δεδομένου ότι αν αποπληθωριστεί, η τότε τιμή των 850 δολαρίων ανά ουγκιά αντιστοιχεί σήμερα περίπου σε 2.100 δολάρια ανά ουγκιά.

Η ανοδική πορεία του χρυσού συνεπικουρείται πάντως σήμερα από τις εξής παραμέτρους:

1 Παραδοσιακά, ο χρυσός αποτελεί μέσο διαφύλαξης αξίας. Οταν οι προσδοκίες, π.χ., για την πορεία του πληθωρισμού είναι ανοδικές, οι επενδυτές τείνουν να αγοράζουν χρυσό, καθώς η αναμενόμενη πραγματική αξία των μετρητών πέφτει.

Το γεγονόςαυτό επιδρά προς το παρόν στις αγορές χρυσού, καθώς οι κεντρικές τράπεζες ακολούθησαν την οδό της ποσοτικής χαλάρωσης στη νομισματική πολιτική τους και οι αγορές ανησυχούν για το ενδεχόμενο η τακτική αυτή να πυροδοτήσει (μελλοντικά) πληθωρισμό. Η ανακοίνωση, π.χ., της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) ότι είναι έτοιμη να χαλαρώσει περαιτέρω τη νομισματική πολιτική της, οδήγησε τους επενδυτές να εγκαταλείψουν το δολάριο, στρεφόμενοι στο πολύτιμο μέταλλο, καθώς άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η ποσοτική χαλάρωση θα οδηγήσει σε υποτίμηση του δολαρίου. 2 Επειδή χρησιμοποιείται και ως εργαλείο σταθερότητας ενάντια στη μεταβλητότητα των αγορών, η μεταβολή της τιμής του αναδείχτηκε και σε ένα είδος βαρόμετρου των οικονομικών φόβων. Αν και τα οικονομικά στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν σήμερα το ενδεχόμενο διπλής ύφεσης, οι δομικές δυσκολίες στην παγκόσμια οικονομία συνεχίζουν ωστόσο να εμποδίζουν την ανάπτυξη και να επιβραδύνουν την ανάκαμψη. Η γενικευμένη αβεβαιότητα για τους ρυθμούς της ανάκαμψης, σε μια χρονική συγκυρία όπου η κρίση χρέους στον ανεπτυγμένο κόσμο περιπλέκει το οικονομικό σκηνικό και το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων υποκινούν το αγοραστικό ενδιαφέρον για τον χρυσό.

3 Καθώς η αποτίμηση του χρυσού γίνεται με όρους δολαρίου, η αξία μιας ράβδου συνδέεται άμεσα με την ισχύ του αμερικανικού νομίσματος. Παρ΄ όλα αυτά, αν το σκεφτούμε ως πραγματικό περιουσιακό στοιχείο, η ποσότητα χρυσού που διαθέτει κάποιος δεν μεταβάλλεται και δεν ακολουθεί τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις.

4 Επειδή επίσης ο χρυσός αποτελεί ένα πραγματικό περιουσιακό στοιχείο, μια ενδεχόμενη μεταβολή της αγοραστικής δύναμης ενός υποκείμενου νομίσματος μπορεί ως έναν βαθμό να αντισταθμιστεί από τη μεταβολή της τιμής του ίδιου του χρυσού.

5 Η τάση σε τεχνικό επίπεδο παραμένει ανοδική, ενώ συνολικά η ζήτηση για επενδυτικά προϊόντα με βάση τον χρυσό αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα για τη δημιουργία μιας αγοράς χρυσού με συμπεριφορά «ταύρου» (ανοδική).

6 Η«έκρηξη» επενδύσεων σε Εxchange-Τraded Funds (διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια) χρυσού, η οποία υπερκαλύπτει την προσφορά, καθιστά τα εν λόγω funds βασικό μοχλό για την αύξηση της επενδυτικής ζήτησης. Σήμερα τα συνολικά αποθέματα χρυσού που είναι δεσμευμένα σε ΕΤFs χρυσού και σε άλλα παρόμοια εργαλεία ξεπερνούν τους 2.000 τόνους, με αποτέλεσμα αυτή η «εικονική» ζήτηση να ωθεί υψηλότερα τις τιμές.

7 Στις προθεσμιακές αγορές οι ανοδικές (long) θέσεις των κερδοσκοπικών κεφαλαίων κινούνται σε επίπεδα ρεκόρ, την ώρα που και η ζήτηση για χρυσό σε φυσική μορφή σε επίπεδο ιδιωτών επενδυτών είναι εξαιρετικά υψηλή.

8 Επί δύο δεκαετίες οι κεντρικοί τραπεζίτες ήταν καθαροί πωλητές χρυσού, αλλά αυτή η τάση έχει αντιστραφεί, καθώς πλέον εμφανίζονται συνολικά καθαροί αγοραστές χρυσού. Σχεδόν το ένα τέταρτο των κεντρικών τραπεζών πιστεύει, εξάλλου, σύμφωνα με έρευνα της UΒS, ότι ο χρυσός θα είναι το πιο σημαντικό απόθεμα στα θησαυροφυλάκιά τους μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, με τις κεντρικές τράπεζες κυρίως των αναδυομένων αγορών να αναμένεται ότι θα ενισχύσουν τη ζήτηση για το κίτρινο μέταλλο.

9 Για περισσότερο από έναν αιώνα η Νότια Αφρική αποτελούσε τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα χρυσού. Σήμερα, όμως, βρίσκεται στην τρίτη θέση, πίσω από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η μείωση της εξορυκτικής δραστηριότητας υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1995, ενώ και η παγκόσμια παραγωγή υπολογίζεται ότι θα μειωθεί 10%-15% την ερχόμενη πενταετία.

10 Η μείωση της προσφοράς, από την πλευρά των εξορυκτικών επιχειρήσεων, εντείνει επίσης την ανοδική κίνηση στο πολύτιμο μέταλλο. Από την άλλη, οι μετοχές των εταιρειών χρυσού λειτουργούν ως μέσο μόχλευσης για την τιμή της ράβδου, φαινόμενο το οποίο τα προηγούμενα χρόνια απουσίαζε, εξαιτίας του αυξανόμενου λειτουργικού κόστους. Η αύξηση της τιμής του χρυσού έχει μάλιστα αποτέλεσμα την άνοδο και των συγκεκριμένων μετοχών.



Τι οδήγησε στην τελευταία έκρηξη

Ως την αρχή του 2001 ο χρυσός βρισκόταν σε μια μακροχρόνια πτωτική πορεία, καθώς παρατηρούνταν μια συνεχιζόμενη πτωτική τάση του πληθωρισμού, με συνέπεια τις πωλήσεις χρυσού τόσο από τις κεντρικές τράπεζες όσο και από τους ιδιώτες επενδυτές.

Εκτός από την εξασθένηση της λειτουργίας του ως μέσου διαφύλαξης αξίας, ο χρυσός είχε χάσει και μέρος της χρησιμότητάς του ως ασφαλούς καταφυγίου (safe heaven), δηλαδή ως επένδυσης την οποία όλοι προτιμούν σε περιόδους κρίσης, τόσο επειδή το διεθνές περιβάλλον ήταν σχετικά ασφαλές όσο και λόγω του ότι το δολάριο ανέλαβε αυτόν τον ρόλο κυρίως μέσα από επενδύσεις σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Μετά το 2001, όμως, πολλοί από τους παράγοντες που επιδρούσαν αρνητικά στην πορεία του χρυσού ανετράπησαν. Πρώτα από όλα, οι προσδοκίες για την πορεία του πληθωρισμού έφθασαν στο ναδίρ, οπότε χάθηκε η κύρια δύναμη πίσω από την πτωτική τάση του χρυσού. Επίσης, από το μέσον του 2001 άρχισε να γίνεται συνείδηση στις αγορές ότι το δολάριο είναι υπερτιμημένο. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο κανένα άλλο νόμισμα παγκοσμίως δεν ήταν σε θέση να αναλάβει ηγετικό ρόλο.

Η τελευταία ανοδική κίνηση του πολύτιμου μετάλλου αρχίζει λοιπόν από τα 255 δολάρια/ουγκιά τον Απρίλιο του 2001, η οποία, παρά τις προσωρινές διορθωτικές κινήσεις στο μέσον του 2006 (-25%) και του 2009 (-32%), εκτιμάται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, έστω και αν με την τιμή του σήμερα στα 1.300 δολάρια/ουγκιά τα κέρδη του πολύτιμου μετάλλου ξεπερνούν το 400%".

Περί Ιρλανδίας

Διαβάζουμε στο εκτεταμένο άρθρο του "Βήματος" σχετικά με την Ιρλανδία:

"Η Ιρλανδία στο καθαρτήριο των αγορών
Οι αποδόσεις των ιρλανδικών, των ισπανικών, των πορτογαλικών και των ελληνικών ομολόγων θα πέσουν κατά 2,2% την επόμενη διετία!

Αλ. Καψύλης

ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ της Ελλάδας φαίνεται ότι βαδίζει η Ιρλανδία, η οποία δανείζεται με επιτόκια πάνω από 6% και οι αγορές τη στέλνουν στο ΔΝΤ. Τα spreads των 10ετών ιρλανδικών ομολόγων εκτινάχθηκαν σε επίπεδα-ρεκόρ, πάνω από 430 μονάδες βάσης, καθώς οι πιστωτές της χώρας εκφράζουν τις ανησυχίες τους για το τεράστιο έλλειμμα και το υψηλό χρέος της χώρας. Τι και να διαψεύδουν οι ιρλανδοί αξιωματούχοι τις «Κασσάνδρες» και να εκφράζουν την εμπιστοσύνη τους στην «προσπάθεια και στις θυσίες του ιρλανδικού λαού»; Το αφτί των αγορών δεν ιδρώνει. Την περασμένη Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου η ιρλανδική κυβέρνηση κατάφερε να πουλήσει ομόλογα τετραετούς και οκταετούς διάρκειας συνολικής αξίας 1,5 δισ. ευρώ με επιτόκιο που στην περίπτωση των οκταετών τίτλων διαμορφώνεται σε 6,02%. Παρά τις διαβεβαιώσεις του ιρλανδού πρωθυπουργού Μπράιαν Κόουεν ότι τα spreads είναι «διαχειρίσιμα», οι ανησυχίες για τη χώρα της ευρωζώνης φουντώνουν. Πόσω μάλλον που δύο ημέρες αργότερα, την Πέμπτη δηλαδή, ανακοινώθηκε μια αναπάντεχη πτώση του ΑΕΠ της χώρας κατά 1,2% το δεύτερο τρίμηνο.

«Για τους επενδυτές η δημοπρασία είναι καταπληκτική, αλλά για την κυβέρνηση και τους φορολογουμένους είναι φριχτή» δήλωσε την περασμένη Τρίτη στο πρακτορείο Βloomberg ο Γουίλεμ Μπούιτερ, αναλυτής της Citigroup. Και εξήγησε ότι «από τεχνικής πλευράς η ιρλανδική δημοπρασία απετέλεσε μεγάλη επιτυχία, αφού η προσφορά υπερκαλύφθηκε πάνω από πέντε φορές». Και ουσιαστικά πάντως η δημοπρασία της περασμένης Τρίτης πρέπει να θεωρείται άκρως επιτυχημένη. Οχι μόνο επειδή λίγες ημέρες πριν είχε προηγηθεί μια απολύτως αποτυχημένη δημοπρασία, αλλά επειδή με την έκδοση αυτή η κυβέρνηση του Δουβλίνου κερδίζει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο σε παρόμοιες καταστάσεις: χρόνο!

Φυσικά ο προαναφερθείς αναλυτής της Citigroup έχει δίκιο. Οι αποδόσεις που δίνουν τα ιρλανδικά ομόλογα (και που καλούνται να πληρώσουν οι ιρλανδοί φορολογούμενοι) είναι πολύ συμφέρουσες για τους δανειστές της χώρας. Το κόστος δανεισμού της Ιρλανδίας παραμένει πολύ υψηλό συγκρινόμενο με άλλες χώρες της ευρωζώνης (εξαιρουμένης της Ελλάδας, φυσικά). Οι (πολύ βαρύτερα εσχάτως) φορολογούμενοι της χώρας υποθηκεύουν εν πολλοίς τη μελλοντική ευημερία τους. Διότι η Ιρλανδία πούλησε ομόλογα συνολικής αξίας 1 δισ. ευρώ που λήγουν το 2018 με απόδοση 6,023%, πολύ υψηλότερη από την απόδοση 5,088% που έδιναν στους επενδυτές τα οκταετή ομόλογα που είχε εκδώσει η χώρα τον περασμένο Ιούνιο.

Επιτυχής προσφυγή
Τα τετραετή ομόλογα συνολικής αξίας 500 εκατ. ευρώ που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών είχαν απόδοση 4,767%, ενώ τα ανάλογης διάρκειας που είχε εκδώσει μόλις έναν μήνα πριν, στις 17 Αυγούστου συγκεκριμένα, είχαν απόδοση 3,627%.

Και όμως, η προσφυγή της Ιρλανδίας για δανεισμό στις διεθνείς αγορές ήταν επιτυχέστατη! Διότι είχε προηγηθεί μια έντονη φημολογία περί προσφυγής της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή/και στην Ευρωπαϊκή Ενωση για να καλύψει τις δανειακές ανάγκες της, αφού η βλάβη που υπέστη ο χρηματοπιστωτικός τομέας της χώρας από την κρίση μοιάζει οιονεί ανήκεστος. Οι φήμες περί προσφυγής στον μηχανισμό στήριξης στον οποίο έχει καταφύγει και η Ελλάδα εκτίναξαν τα spreads των 10ετών ιρλανδικών ομολόγων στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 433 μονάδων βάσης την Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου, από τις 380 μονάδες βάσης που ήταν την αμέσως προηγούμενη ημέρα. Σύμφωνα με δημοσίευμα των «Financial Τimes» μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είχε παρέμβει για να στηρίξει την Ιρλανδία, αγοράζοντας κρατικούς τίτλους της χώρας. Τι συνέβη και άλλαξε το σκηνικό; Μια έρευνα που διενήργησε το πρακτορείο Βloomberg στις αγορές, η οποία έδειξε ότι οι μεγαλύτεροι γερμανοί «παίκτες» στις αγορές ομολόγων προβλέπουν ότι οι αποδόσεις των ιρλανδικών, των ισπανικών, των πορτογαλικών και των ελληνικών ομολόγων θα πέσουν κατά μέσον όρο κατά 2,2% συγκριτικά με τις αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων την επόμενη διετία! Τα spreads δηλαδή των... ΡΙGS θα πέσουν κατά 2,2% την επόμενη διετία!

Και το πιο ενθαρρυντικό είναι ότι, εφόσον οι γερμανοί επενδυτές δεν χάσουν την αισιοδοξία τους, η πεποίθηση για μια επικείμενη δημοσιονομική εξομάλυνση θα μετατραπεί σε ευλογία για όλα τα υπερχρεωμένα κράτημέλη της ζώνης του ευρώ! Αμέσως τα πορτογαλικά spreads των 10ετών ομολόγων έπεσαν στις 377 μονάδες βάσης την περασμένη Τρίτη από το ρεκόρ των 393 μονάδων όπου είχαν φθάσει τη Δευτέρα. Ομως, την Τετάρτη που «βγήκε» στις αγορές για να δανειστεί 1 δισ. ευρώ κατάφερε να μαζέψει μόλις 750 εκατ. ευρώ,. με επιτόκιο που για τους 10ετής τίτλους διαμορφώθηκε στο 6,24%.

Ηπίστη πληρώνεται ακριβά
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι τι μέλλει γενέσθαι για την Ιρλανδία. Ο Ντάνιελ Γκρος από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Πολιτικών Σπουδών στις Βρυξέλλες δεν είναι αισιόδοξος. «Νομίζω ότι τα πράγματα θα επιδεινωθούν και με την πάροδο του χρόνου η ΕΚΤ θα κληθεί να αναχρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος του χρέους του ιρλανδικού τραπεζικού συστήματος» προειδοποιεί. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο ίδιος με δηλώσεις του στους «Τimes» της Νέας Υόρκης, «μπορεί η κατάσταση της Ιρλανδίας να μοιάζει με deja vu, αλλά είναι διαφορετική από την ελληνική». Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει χορηγήσει προς τις ιρλανδικές τράπεζες δάνεια που αντιστοιχούν στο 40% του ΑΕΠ της χώρας.

Επειδή στην οικονομική τουλάχιστον ζωή η «πίστη» των τραπεζών (και των κεντρικών ασφαλώς) δεν παρέχεται δωρεάν αλλά πληρώνεται ακριβά, οι Ιρλανδοί ανησυχούν μήπως όλα αυτά δεν είναι παρά το προανάκρουσμα μιας «ελληνικού τύπου» διάσωσης.

Η κυβέρνηση Κόουεν και ο κεντρικός τραπεζίτης Πάτρικ Χόνοχαν απορρίπτουν τα κακά σενάρια επικαλούμενοι τις θυσίες που έχει κάνει ως τώρα ο ιρλανδικός λαός. Διότι η Ιρλανδία ήταν εκείνη που έδειξε- και άνοιξε- τον δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς ήταν η πρώτη που είδε το τραπεζικό σύστημα να συμπαρασύρει στον γκρεμό το σύνολο της πραγματικής οικονομίας.

Ακριβώς πριν από δύο χρόνια (τον Σεπτέμβριο του 2008) η τότε κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η χώρα εισέρχεται σε περίοδο ύφεσης. Οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης είχαν κάνει την εμφάνισή τους από την αρχή της χρονιάς και μόλις το πρώτο τρίμηνο του 2010 κατάφερε να ανακάμψει η οικονομία παρουσιάζοντας ανάπτυξη 2,65%.

Ενδιάμεσα η οικονομία είχε συρρικνωθεί κατά 7,1% το 2009. Η ανεργία όμως συνεχίζει να είναι παρούσα, αφήνοντας στο «περιθώριο» της αγοράς εργασίας- και της κοινωνικής ζωής- πάνω από το 13% του εργατικού δυναμικού της χώρας.

Μάλιστα οι μισοί περίπου από αυτούς βρίσκονται σε ακόμη χειρότερη μοίρα, αφού ανήκουν στην υποκατηγορία των μακροχρόνια ανέργων και επιπλέον δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας.

Την περασμένη Πέμπτη ανακοινώθηκε ότι το δεύτερο τρίμηνο του έτους το ιρλανδικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 1,2% σε σύγκριση με το πρώτο, κατά το οποίο κατεγράφη αύξησή του κατά 2,2% (αναθεωρήθηκε η προηγούμενη μέτρηση για τριμηνιαία ανάπτυξη 2,7%). Η κεντρική τράπεζα της Ιρλανδίας έχει προβλέψει για το 2010 συνολικά συρρίκνωση της ιρλανδικής οικονομίας κατά 1% εξαιτίας της περιορισμένης κατανάλωσης, απότοκο της μεγάλης πτώσης των εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης των Ιρλανδών.

Συνταγή λιτότητας
Η ιρλανδική συνταγή λιτότητας προβλέπει αυξημένη φορολογία κατά 7,5% για όλα τα εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ και κατά 10% για τα ετήσια εισοδήματα άνω των 70.000. Τα προγράμματα μείωσης των δαπανών για τη δημοσιονομική εξυγίανση στηρίζονται βεβαίως στους δημοσίους υπαλλήλους, στους οποίους έχει επιβληθεί περικοπή αποδοχών 5% ανεξαρτήτως μισθολογικής κλίμακας.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι παρά τα τεράστια κίνητρα, κυρίως φορολογικά, που δόθηκαν στις επιχειρήσεις, το περίφημο ιρλανδικό «μοντέλο» ανάπτυξης στηρίχθηκε σε έναν εξαιρετικά διογκωμένο δημόσιο τομέα!

Οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ιρλανδία αριθμούν περί τις 300.000 σε ένα εργατικό δυναμικό 2 εκατομμυρίων. Αρα το 15% των εργαζομένων Ιρλανδών είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Στην Ελλάδα το ποσοστό είναι μόλις 11,5%. Και από μια άποψη, όσο μεγαλύτερο κράτος έχει κανείς, τόσο μεγαλύτερα περιθώρια έχει για να το «περικόψει».

Το μεγάλο πρόβλημα της ιρλανδικής οικονομίας δεν είναι άλλο από το αδηφάγο τραπεζικό σύστημα που ζητεί διαρκώς περισσότερα για να διασωθεί. Η κυβέρνηση έχει ήδη διαθέσει το 20% του ΑΕΠ για την ενίσχυση των μεγαλύτερων τραπεζών. Εκείνων που πριν από μερικά χρόνια αποτελούσαν τη βιτρίνα μιας ακμάζουσας οικονομίας και τώρα έχουν μετατραπεί σε βρόχο για την οικονομία της «κέλτικης τίγρης» που δεν βρυχάται πια. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αnglo Ιrish Βank, η οποία κατά τη διάρκεια της μεγάλης άνθησης της εγχώριας οικονομίας παρείχε αφειδώς στεγαστικά δάνεια στους καταναλωτές. Χρέη που μετατράπηκαν σε άχθος για τους δανειολήπτες και σε άγος για τους πιστωτές αγγίζοντας (το 2008) το 175% του διαθέσιμου εισοδήματος των κατοίκων της χώρας. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και οι εξίσου υπερχρεωμένοι Αμερικανοί είχαν επωμιστεί αναλογικά λιγότερα «βάρη» την ίδια περίοδο, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό έφθασε το 150%.

Σήμερα το μέλλον της Αnglo Ιrish Βank μοιάζει αμφίβολο. Ακόμη χειρότερα, η κυβέρνηση δεν ξέρει ποια συνταγή είναι καταλληλότερη για να διασώσει ό,τι απέμεινε από την άλλοτε κραταιά και νυν υπό κρατικό έλεγχο καταρρέουσα τράπεζα. Ως πριν από 15 ημέρες το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης υποστήριζε ότι η «κακή τράπεζα» ΝΑΜΑ (Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Κεφαλαίων) που δημιουργήθηκε για να απορροφήσει τα προβληματικά δάνεια και τα υπόλοιπα «τοξικά» στοιχεία ενεργητικού του ιρλανδικού τραπεζικού συστήματος αρκούσε για να αναζωογονήσει τις «ημιθανείς» τράπεζες.

Ωστόσο ύστερα από ώριμη σκέψη και υπό το ολοένα αυξανόμενο βάρος της προβληματικής τράπεζας ο ιρλανδός υπουργός Οικονομικών Μπράιαν Λένιχαν αποφάσισε ότι η μόνη λύση για να διασωθεί η Αnglo Ιrish Βank είναι η «διχοτόμηση». Ο διαχωρισμός δηλαδή των «υγιών» ενεργητικών από τα προβληματικά δάνεια της τράπεζας. Δημιουργούνται έτσι δύο τράπεζες. Η μία θα συνεχίσει να τελεί υπό κρατικό έλεγχο, όπως και η «παλαιά» Αnglo Ιrish Βank από τον Ιανουάριο του 2009. Η δεύτερη, η «προβληματική», θα δημιουργηθεί με απώτερο σκοπό να διαλυθεί «εις τα εξ ων συνετέθη», δηλαδή να πωληθεί ή να πτωχεύσει. Αυτή ήταν και η μόνη ρεαλιστική λύση, αφού τα 23 δισ. ευρώ που είχαν δοθεί ως σήμερα στην τράπεζα πετάχτηκαν στην ουσία σε ένα βαρέλι δίχως πάτο.

Η τράπεζα συνέχισε να καταγράφει απώλειες (8,2 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους) ενώ είχε ήδη μεταβιβάσει προβληματικά δάνεια ύψους 36 δισ. ευρώ στη ΝΑΜΑ. Μάλιστα ο ίδιος ο ιρλανδός πρωθυπουργός δήλωσε ότι η διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος και η διάσωση της τράπεζας θα στοίχιζαν στο δημόσιο ταμείο σχεδόν 70 δισ. ευρώ! Με άλλα λόγια, σχεδόν το μισό ακαθάριστο προϊόν ενός έτους της χώρας (το ΑΕΠ για το ιρλανδικό 2010 υπολογίζεται στα 160 δισ. ευρώ).

Αλώβητη από το σκάσιμο της «φούσκας» του Ιnternet, το 2001 η Ιρλανδία απολάμβανε τα oφέλη της στρατηγικής οικονομικής «στροφής» που είχε κάνει τη δεκαετία του 1990: της μετατροπής της δηλαδή από μια πρωτογενή, γεωργική οικονομία σε μια σύγχρονη οικονομία που στήριζε την ανάπτυξη και την ευημερία της στην παροχή υπηρεσιών- μαζί με την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, τη δεκαετία του 1980 η Ιρλανδία επωφελείτο από τα περίφημα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) που είχε πετύχει να καθιερώσει στην τότε ΕΟΚ ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η επιτυχία του εγχειρήματος είχε κάνει την παραδοσιακά φτωχή Ιρλανδία πρότυπο ανάπτυξης για άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως της Ελλάδας.

Και ξαφνικά το ζηλευτό «ιρλανδικό μοντέλο» κατέρρευσε. Το σάρωσε σαν αμμουδένιο πύργο η χρηματοπιστωτική κρίση.

Τι συνέβη στον «κέλτικο τίγρη» που προ ολίγων ετών ανακοίνωνε «ασιατικά» νούμερα ανάπτυξης και ανεργία γύρω στο 3%; Τι συνέβη στη μικρή νησιωτική χώρα των μόλις 4,5 εκατομμυρίων κατοίκων που προσείλκυε σαν το μέλι τα αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια; Διότι η Μicrosoft, η ΙΒΜ, η Ηewlett- Ρackard, η Dell και σχεδόν όλες οι κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας αλλά και οι τράπεζες και πλήθος αμερικανικών επιχειρήσεων είχαν δημιουργήσει... προγεφυρώματα στην Ιρλανδία για την προώθηση των συμφερόντων τους στην Ευρώπη.

Τα χρόνια των παχιών αγελάδων πιστευόταν ότι το «κλειδί» της επιτυχίας της Ιρλανδίας ήταν η μείωση των εταιρικών φόρων. Οντως, από το 1988 άρχισε να μειώνεται σταδιακά ο συντελεστής των εταιρικών φόρων. Από το 47%, που ήταν τότε, έφθασε στο 12,5% σήμερα. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό απ΄ όλες τις ανεπτυγμένες χώρες της υφηλίου, αν εξαιρεθεί η Κύπρος που έχει ποσοστό 10%. «Οι φόροι αποτελούν ζήτημα“κλειδί” για μας» είχε παραδεχθεί ο Τζόε Μάκρι, επικεφαλής, τότε, της ιρλανδικής θυγατρικής της Μicrosoft, η οποία και μετά το σκάσιμο της «φούσκας» του Ιnternet απασχολούσε 1.200 εργαζομένους στη μονάδα του Δουβλίνου. Με την πάροδο των ετών αποδείχθηκε ότι η Ιρλανδία είχε γίνει η «Σίλικον Βάλεϊ» της Ευρώπης, όχι τόσο λόγω της χαμηλής φορολόγησης αλλά λόγω άλλων, σημαντικότερων, συγκριτικών πλεονεκτημάτων που διέθετε, όπως σύγχρονες υποδομές, ευνοϊκή νομοθεσία, υψηλή επαγγελματική κατάρτιση του πληθυσμού, αγγλική γλώσσα και επίσης απόσταση μόλις τεσσάρων ωρών με το αεροπλάνο από τη Νέα Υόρκη!

Ξαφνικά όλα κατέρρευσαν! Από το 2008 η Ιρλανδία βιώνει τη χειρότερη ύφεση απ΄ όλες τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι αν η αμερικανική αγορά εργασίας ήταν υγιής, θα γινόμασταν μάρτυρες ενός νέου ρεύματος οικονομικών μεταναστών από την Ιρλανδία προς τις ΗΠΑ. Κάτι τέτοιο όμως μάλλον δεν θα γίνει. Ακριβώς επειδή η προ ετών «ευχή» της Ιρλανδίας μετετράπη σε «κατάρα». Η κρίση ξεκίνησε από τις αμερικανικές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και την αμερικανική αγορά ακινήτων. Και η Ιρλανδία αυτό είναι που πληρώνει: την προσκόλλησή της στο εν ευρεία εννοία «σύστημα οικονομίας» των ΗΠΑ και την εξάρτησή της από αυτό".

Ανταγωνιστικότητα, ανάπτυξη και διαρθρωτικό έλλειμμα

Γράφει σε άρθρο του στην "Καθημερινή" ο κ. Θοδωρής Πελαγίδης (καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης Πανεπιστημίου Πειραιώς):

" Διαρθρωτικό έλλειμμα και χρέος

Του Θοδωρή Πελαγίδη

Παρά τη μεγάλη μείωση των εισαγωγών και την «αντοχή» των εξαγωγών, που έστω και για λίγα ποσοστά αυξάνονται, το μεγάλο έλλειμμα που σχηματίζεται στο λεγόμενο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας δεν μπορεί να κρυφτεί. Αυτό υπολογίζεται ότι για το 2010 θα βρίσκεται μεταξύ 8-9% του ΑΕΠ. Σε περιόδους ισχυρής οικονομικής μεγέθυνσης, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι τουλάχιστον ένα μέρος αυτού του ελλείμματος δημιουργείται από την υπερβάλλουσα οικονομική μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με τους εμπορικούς εταίρους.

Ομως, σε κάθε περίπτωση, η σημερινή εικόνα μάς δείχνει ένα «διαρθρωτικό έλλειμμα», το οποίο είναι ίσως πιο ανησυχητικό από τα γνωστά δημόσια ελλείμματα. Κι αυτό γιατί το εξωτερικό αυτό έλλειμμα «δημιουργεί» την ανάγκη για δανειστικές κεφαλαιακές εισροές.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι οι κεφαλαιακές ροές «θα μπορούσε να είναι αυτόνομες κι όχι δανειακές. Δηλαδή, ξένες επενδύσεις. Ομως ούτε αυτό είναι εφικτό, κι όχι μόνο λόγω ύφεσης. Δεν είναι, για τον ίδιο λόγο που έχουμε και το τόσο μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο.

Πιο συγκεκριμένα, στην ελληνική αγορά κυριαρχούν διεθνείς κυρίως μεγάλες εταιρείες και συνήθως συγκροτούν στην ουσία ιδιότυπα μονοπώλια ή δυοπώλια. Ετσι οι τιμές κρατιούνται ψηλά, ενώ η εγχώρια παραγωγή παραμένει περιθωριακή και η απασχόληση περιορισμένη. Παρατηρούμε με έκπληξη αγαθά, κατά τα άλλα «εύκολα» και ώριμα να παραχθούν εγχωρίως στην Ελλάδα. Αλλά και ξένες επενδύσεις είναι δύσκολο να γίνουν σε ένα τέτοιο «κλειστό» περιβάλλον με την τεράστια γραφειοκρατία και τα ελεγχόμενα κανάλια παραγωγής και διανομής! Ποια είναι η επίπτωση της κατάστασης αυτής στα δημοσιονομικά; Οπως προαναφέρθηκε, ο αναπόφευκτος δανεισμός υπονομεύει τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη και σε φάση ισχυρών αναπτυξιακών ρυθμών, η διείσδυση των εισαγωγών αυξάνεται και δημιουργεί τις συνθήκες μιας οικονομικής επιδείνωσης σε δεύτερη φάση, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα. Προσθέστε τις εγχώριες κλειστότητες και αγκυλώσεις, τη διαφθορά, την ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος και τους αθρόους διορισμούς στο Δημόσιο, και θα έχετε ένα εκρηκτικό μείγμα.

Ομως, πέρα από τις δικές μας ευθύνες, το πάρτι των πολυεθνικών καταλήγει τελικώς σε εξωτερικό δανεισμό με -σήμερα- φοβερά επαχθείς όρους. Τα χρήματα του Μνημονίου, κατά τα άλλα απαραίτητα και οπωσδήποτε η μόνη λύση εδώ που φτάσαμε, «χρηματοδοτούν» ασφαλιστικά ταμεία και ευρωπαϊκές τράπεζες που το παράκαναν αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα υψηλών αποδόσεων χωρίς φειδώ και περίσκεψη. Αλήθεια, όλοι αυτοί, δηλαδή οι αγορές, δεν έβλεπαν πριν από 10-12 μήνες πού οδηγείται αυτή η παράλογη κατάσταση;

Τη βδομάδα αυτή ανακοινώθηκε το αναπόφευκτο. Η Ελλάδα, αν και θα πετύχει τους περισσότερους στόχους του Μνημονίου, θα είναι αδύνατον να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις αποπληρωμής με το τέλος του προγράμματος του Μνημονίου. Ετσι η «επιμήκυνση» ως ιδιότυπη αναδιάρθρωση του χρέους θα αποτρέψει τη χρεοκοπία. Δεν είναι μόνο ότι εκτός από το χρέος που έτσι κι αλλιώς πρέπει να ανανεωθεί την περίοδο εκείνη (2013), πρέπει να αρχίσει και η αποπληρωμή των δανεικών του Μνημονίου (110 δισ.). Είναι κυρίως το γεγονός ότι για να μπορέσει να βγει η Ελλάδα στις αγορές, πρέπει να «αποκτήσει» έως τότε ρυθμούς μεγέθυνσης ονομαστικού ΑΕΠ υψηλότερους του ονομαστικού επιτοκίου για δάνεια που πληρώνει. Αυτό είναι φυσικά αδύνατο να γίνει. Κι όχι μόνο λόγω της αναπόφευκτης αφαίρεσης ρευστότητας από την οικονομία που ρίχνει το ΑΕΠ κάτω, δηλαδή αύξηση φόρων και μείωση δαπανών. Το ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι και θα είναι στάσιμο προσεχώς, καθώς θα συνεχιστεί η «μετανάστευση» ρυθμών μεγέθυνσης και θέσεων εργασίας στις νέες οικονομικές υπερδυνάμεις, ενώ μόνο από την πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ η γερμανική οικονομία αναμένεται να απολέσει 2% ΑΕΠ από τη μείωση των εξαγωγών της.

Σ’ αυτό το κλίμα, ως ανέκδοτο μόνο ακούγεται ότι από τα τέλη του 2011 θα αρχίσει η αποκλιμάκωση της ανεργίας εδώ στην Ελλάδα μαζί με την ταυτόχρονη έξοδό μας από το τούνελ της λιτότητας. Το πιθανότερο είναι, εάν δεν έχουμε προχωρήσει σε μια κάποια εγχώρια παραγωγική αναγέννηση, να έχουμε κι εμείς μια κάποια μορφή «αποπληθωριστικής μεγέθυνσης», όπου με περίπου 1% αύξηση του ΑΕΠ θα έχουμε την ανεργία να αυξάνεται συνεχώς μαζί με μια μικρή παραγωγική βάση που θα έχει επιζήσει μεν, αλλά θα είναι πολύ περιορισμένη για να περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή οικονομία και κοινωνία του… 1/3".

Περί καταναλωτικής, επιχειρηματικής και τραπεζικής πίστης (και ένα "φρεσκάρισμα" της θεωρίας του χρήματος)

Τρείς ενότητες άρθρων της "Καθημερινής" σχετικά με θέματα πίστης (καταναλωτικής, επιχειρηματικής, τραπεζικής).

Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στην καταναλωτική πίστη, και ειδικότερα στις πιστωτικές κάρτες:

" Μεγάλο θύμα της ύφεσης οι πιστωτικές κάρτες
Ηταν ένα εκατ. λιγότερες το 2009, ενώ αναμένεται περαιτέρω μείωση 10% φέτος

Της Ευγενιας Tζωρτζη

Ενα εκατομμύριο λιγότερες πιστωτικές κάρτες κυκλοφορούσαν στην ελληνική αγορά το 2009, σε σχέση με το 2008, λόγω της οικονομικής κρίσης. Την ίδια στιγμή οι προϋπολογισμοί για την έκδοση νέων καρτών περικόπτονται δραστικά και οι παλιές πολιτικές και προωθητικές ενέργειες στον τομέα των καρτών αποτελούν πλέον ιστορία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι πιστωτικές κάρτες που κυκλοφορούν στη χώρα μας περιορίστηκαν στο τέλος του 2009 στις 6.007.392 από τις 7.040.012 που ήταν στο τέλος του 2008. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι το πλαστικό χρήμα, ως μέσο πίστωσης, αποτελεί το μεγάλο θύμα της κρίσης σε αντίθεση με τον τομέα των χρεωστικών καρτών, που ως μέσο συναλλαγής κερδίζουν έδαφος, καταγράφοντας αύξηση κατά 1 εκατομμύριο, στα 9.152.765.

Τα στοιχεία της Visa, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εκδότη πιστωτικών καρτών στη χώρα μας, επιβεβαιώνουν ότι η πτώση του τζίρου των αγορών που γίνεται μέσω πιστωτικών καρτών υποχώρησε κατά 9% το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ αντίστοιχη μείωση είχε καταγραφεί και το πρώτο εξάμηνο του 2009, ανεβάζοντας το ποσοστό πτώσης του τζίρου την επίμαχη διετία στο 20% περίπου.

Υποχώρηση τζίρου 12%

Η σταδιακή επιδείνωση της κατάστασης τους τελευταίους μήνες, μετά και την υπογραφή του Μνημονίου, αποτυπώνεται στην τριμηνιαία εξέλιξη του τζίρου, που το δεύτερο τρίμηνο του 2010 μειώθηκε κατά 12% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, ενώ πτωτικά διαμορφώνεται και το ποσό της μέσης συναλλαγής ανά πιστωτική κάρτα που υποχώρησε στα 83 ευρώ από 86 ευρώ το 2009. Η αιτία δεν είναι παρά η κλιμάκωση της ύφεσης και η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος από την πλευρά των νοικοκυριών, που οδηγεί στη συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών που γίνονται με πιστωτικές κάρτες. Οι τράπεζες από την πλευρά τους έχουν μειώσει δραστικά τις εκδόσεις νέων καρτών, στοιχείο που σε συνδυασμό με τη φυσική απόσυρση από την αγορά ενός μεγάλου αριθμού πιστωτικών καρτών, οδηγεί σε ετήσια συρρίκνωση της τάξης του 10%. Οι οχλήσεις από τις τράπεζες για τη διάθεση του προϊόντος είναι πλέον ανύπαρκτες, ενώ οι όποιες αιτήσεις αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη και με αυστηρά κριτήρια δανειοδότησης. Την ίδια στιγμή «στον πάγο» έχουν μπει και τα προγράμματα μεταφοράς υπολοίπων σε πιστωτικές κάρτες, που παλαιότερα αποτελούσαν τον κράχτη του πλαστικού χρήματος, με μηδενικά επιτόκια ακόμα και για περίοδο ενός έτους. Οι λιγοστές μεταφορές υπολοίπων γίνονται πλέον με αυστηρά και μόνο κριτήρια, ενώ τα επιτόκια διαμορφώνονται στο 9% κατά μέσο όρο, επίπεδο που αν και υπολείπεται του μέσου επιτοκίου που ισχύει για τις κάρτες και το οποίο διαμορφώνεται σήμερα μεταξύ 15% και 18%, σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στο «τζάμπα χρήμα», που ίσχυε πριν από την κρίση.

Yπεροχή των χρεωστικών

Οι τράπεζες υπεραμύνονται πλέον της λελογισμένης χρήσης της πιστωτικής κάρτας, κυρίως ως μέσου συναλλαγών, αξιοποιώντας παράλληλα και τις δυνατότητες των προγραμμάτων επιβράβευσης που προωθούν στην αγορά. Οπως παραδέχονται η χρήση της ως μέσου πίστωσης, που κυριάρχησε ως αντίληψη στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, υπήρξε στρέβλωση και οδήγησε ένα μέρος των νοικοκυριών στην υπερχρέωση.

Αποκαθιστώντας τα λάθη του παρελθόντος οι ίδιες πλέον δείχνουν τον δρόμο των χρεωστικών καρτών, που είναι άλλωστε το πιο διαδεδομένο μέσο συναλλαγών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μέσος Ευρωπαίος πραγματοποιεί 78 συναλλαγές τον χρόνο με τη χρεωστική του κάρτα σε αντίθεση με τον Ελληνα, που πραγματοποιεί μόλις 3. Αντίστοιχα η υπεροχή του πλαστικού χρήματος ως μέσου πληρωμής αποδεικνύεται και από τον αριθμό των συναλλαγών ανά κάρτα που πραγματοποιεί ο Ελληνας κάτοχος σε σχέση με τον Ευρωπαίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Visa ο Ελληνας πραγματοποιεί 16 συναλλαγές ανά κάρτα, ενώ ο Ευρωπαίος 61 συναλλαγές, επιβεβαιώνοντας ότι η χρήση της κάρτας δεν συνεπάγεται και δανεισμό.

Οι αριθμοί

3 μόλις συναλλαγές με χρεωστική κάρτα πραγματοποιεί κατά μέσο όρο ο Ελληνας καταναλωτής έναντι 78 συναλλαγών που πραγματοποιεί ο μέσος Ευρωπαίος.

9,3 δισ. τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών στο τέλος Μαΐου.

6 εκατ. μειώθηκαν οι πιστωτικές κάρτες που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά.

9,1 εκατ. αυξήθηκαν οι χρεωστικές κάρτες.

9% μειώθηκε η αξία των συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες Visa το πρώτο εξάμηνο του έτους.

17% αυξήθηκε η αξία των συναλλαγών με χρεωστικές κάρτες Visa την ίδια περίοδο.

83 ευρώ μειώθηκε η μέση συναλλαγή με πιστωτική κάρτα Visa"

" Αγοράζουν τα απολύτως αναγκαία και τοις μετρητοίς

Δημητρα Mανιφαβα

«Μέχρι εκεί που φτάνει η τσέπη μου». Αυτή είναι η αντίληψη που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στους καταναλωτές, οι οποίοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αγοράζουν τα απολύτως αναγκαία και κυρίως μετρητοίς. Η εποχή της κυριαρχίας των αγορών μέσω πιστωτικής κάρτας και των άπειρων άτοκων δόσεων αποτελεί πλέον παρελθόν και 95% όσων επισκέπτονται τα καταστήματα είναι εν δυνάμει αγοραστές: έχουν μετρητά ή ανήκουν στη μικρή εκείνη μειοψηφία καταναλωτών που δεν έχουν υπερβεί το πιστωτικό τους όριο. Eστω και λόγω ανάγκης, οι καταναλωτές πλέον αντιλαμβάνονται ότι οι πιστωτικές κάρτες αποτελούν μέσο συναλλαγών και όχι πίστωσης.

Η αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς ως προς τον τρόπο πληρωμής αποτυπώνεται και στα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας που πραγματοποίησε ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών για την αγοραστική κίνηση κατά την περίοδο των θερινών εκπτώσεων.

Σύμφωνα με την έρευνα, μόλις το 17,95% των καταναλωτών χρησιμοποίησε πιστωτική κάρτα για τις αγορές του, ενώ το 82% προτίμησε για τις αγορές του τη χρήση μετρητών.

Τα στοιχεία της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ) που προέρχονται βεβαίως από πληροφορίες εμπορικών συλλόγων και της περιφέρειας κατεβάζουν τη χρήση πιστωτικής κάρτας σε ακόμη χαμηλότερα ποσοστά. Σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, λοιπόν, στη διάρκεια των φετινών θερινών εκπτώσεων πιστωτικές κάρτες χρησιμοποιήθηκαν μόνο για το 10% των αγορών.

Ο εμπορικός κόσμος αποδίδει την αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς τόσο στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, καθώς και στην αρνητική τους ψυχολογία, όσο και στη διαφορετική πρακτική που εφαρμόζουν πλέον τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. «Μέχρι και πριν από δύο χρόνια οι περισσότερες τράπεζες αύξαιναν το πιστωτικό όριο κατά 20% - 30% άτυπα.

Τώρα γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Μειώνουν τα πιστωτικά όρια με συνέπεια οι κάρτες να “γεμίζουν” πιο εύκολα», επισημαίνουν χαρακτηριστικά οι έμποροι. Προσθέτουν δε ότι τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών παραμένουν στην Ελλάδα σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. (Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, το ΣΕΠΠΕ για τις πιστωτικές κάρτες κυμαίνεται από 15,74% έως 21,80%).

Μια άλλη αιτία της υπερφόρτωσης των πιστωτικών καρτών είναι, σύμφωνα με τους εμπόρους, και ο πρόσφατος νόμος για τη ρύθμιση χρεών των φυσικών προσώπων. «Πολλοί πίστεψαν ότι ακόμη κι αν υπερβούν κατά πολύ τα πιστωτικά τους όρια, θα μπορέσουν να ρυθμίσουν μετά τις οφειλές τους βάσει του νέου νόμου», επισημαίνεται από τον εμπορικό κόσμο. Βεβαίως, ο εν λόγω νόμος βρίσκει εφαρμογή σε πολύ ειδικές περιπτώσεις και επιπλέον απαιτεί μια χρονοβόρα διαδικασία. Αποτέλεσμα; Οι κάρτες έχουν «γεμίσει», οι τράπεζες απαιτούν –δικαιολογημένα– τα χρήματά τους και οι καταναλωτές έχουν σταματήσει να προβαίνουν σε αγορές, διότι το ταμείο είναι μείον.

Ο περιορισμός της χρήσης των πιστωτικών καρτών, σε συνδυασμό με τη μείωση της διαφημιστικής δαπάνης από πλευράς των επιχειρήσεων, έχουν οδηγήσει τις τελευταίες να μη διαφημίζουν πλέον τις διευκολύνσεις που έκαναν με τις πολλές άτοκες δόσεις.

Πάντως, οι εκπρόσωποι των εμπόρων θεωρούν ότι η χρήση της πιστωτικής κάρτας δεν έχει φτάσει στο τέλος της στην Ελλάδα και πιστεύουν ότι η κατάσταση που παρατηρείται τώρα στην αγορά είναι παροδική. «Σίγουρα η πιστωτικά κάρτα έχει ζωή. Σε αυτό, άλλωστε, θα συμβάλει η εφαρμογή από το νέο έτος της ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία οι συναλλαγές των ιδιωτών για ποσά πάνω από 1.500 ευρώ θα πρέπει υποχρεωτικά να γίνονται με πιστωτική κάρτα ή επιταγή», εκτιμά ο κ. Αντώνης Μακρής, εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πώλησης Ελλάδος (ΣΕΛΠΕ)".


Περί των επισφαλειών της καταναλωτικής πίστης η επόμενη ενότητα:


" Στο 1,8 δισ. ευρώ έφθασαν τα «κόκκινα» δάνεια

Οι υψηλές επισφάλειες αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα της καταναλωτικής πίστης, που ωθεί άλλωστε τα επιτόκια ανοδικά, ειδικά στην περίοδο της κρίσης.

Τα τελευταία στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος διαμορφώνουν το ύψος των επισφαλειών στην ευρύτερη κατηγορία της καταναλωτικής πίστης στο 14,7%, ανεβάζοντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα 5,6 δισ. ευρώ, στο σύνολο των 38 δισ. ευρώ περίπου που είναι τα συνολικά υπόλοιπα από καταναλωτικά δάνεια και κάρτες στη χώρα μας.

Η εικόνα εμφανίζεται δυσχερέστερη σε ό,τι αφορά ειδικά τις πιστωτικές κάρτες, οι επισφάλειες των οποίων υπολογίζονται στο 20% περίπου και μεταφράζονται σε κόκκινα δάνεια ύψους 1,8 δισ. ευρώ περίπου στο χαρτοφυλάκιο των 9,3 δισ. ευρώ, που ήταν τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών στο τέλος Μαΐου.

Τα στοιχεία της ΤτΕ πιστοποιούν ότι τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών ακολουθούν πτωτική πορεία όλο το 2010 και μειώθηκαν κατά 1 δισ. ευρώ, από τα υψηλά επίπεδα των 10 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2008.

Εκτιμήσεις από τις τράπεζες κάνουν λόγο για «εσωτερική φυγή» ενός μέρους των υπολοίπων των καρτών μέσα από τις αναχρηματοδοτήσεις δανείων. Κι αυτό γιατί αρκετοί δανειολήπτες αποπληρώνουν τις οφειλές από τις κάρτες, μέσα από ένα νέο δάνειο συγκέντρωσης και άλλων οφειλών, το οποίο κατατάσσεται πλέον στην ευρύτερη κατηγορία της καταναλωτικής πίστης.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απροθυμία ή η δυσχέρεια στην ομαλή αποπληρωμή της πιστωτικής κάρτας, αποτελεί την πρώτη αντίδραση των καταναλωτών, που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

Οι τράπεζες άλλωστε προχωρούν σε γενναίες αναχρηματοδοτήσεις, μέσα από προγράμματα επιμήκυνσης της διάρκειας αποπληρωμής της οφειλής, αλλά και διαγραφών τόκων ή κεφαλαίου, όταν πρόκειται για παλιά δάνεια.

Η διαγραφή επιστρατεύεται κυρίως για παλιά δάνεια, που δεν εξυπηρετούνται για ένα και πλέον χρόνο, με αποτέλεσμα να θεωρούνται οριστικά επισφαλή και φθάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και το 80% του κεφαλαίου.

Στόχος είναι να εισπραχθεί έστω ένα μικρό μέρος της οφειλής πριν διαγραφεί οριστικά από τα βιβλία της τράπεζας".


Ως κατακλείδα, η επόμενη ενότητα που αφορά στην τραπεζική πίστη, όπως πλέον αυτή διαμορφώνεται (με την κάκιστη πρακτική):

"Πόρτες ερμητικά κλειστές για τους μικρομεσαίους

Ανεστης Nτοκας

Σκληρές διαπραγματεύσεις με μικρές τράπεζες για τη διάσωση πάγιων περιουσιακών στοιχείων διεξάγουν αυτή την περίοδο δεκάδες εισηγμένες με κεφαλαιοποίηση από 10 έως 50 εκατ. ευρώ που είναι εκτεθειμένες στον δανεισμό και θέλουν πάση θυσία να διατηρήσουν ανοιχτές τις γραμμές πίστωσης. Ουσιαστικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Χρηματιστηρίου οι πόρτες των μεσαίων ελληνικών τραπεζών είναι ερμητικά κλειστές εάν δεν έχουν να προσφέρουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων περιουσιακά στοιχεία προς υποθήκευση. Είναι χαρακτηριστική η συνάντηση που είχε την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος εισηγμένης με τον επικεφαλής πιστώσεων μικρομεσαίας τράπεζας για δάνειο 10 εκατ. ευρώ. Του ζητήθηκε να δεσμεύσει μία γραμμή παραγωγής ως αντιστάθμισμα για την τράπεζα! Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ξεπερνάει τα όρια της ασφυξίας, αφού πολλές επιχειρήσεις δεν έχουν συγκεντρώσει τη μισθοδοσία για τον μήνα που ολοκληρώνεται.

Οπως υποστήριξε στην «Κ» χρηματιστής θυγατρικής τραπεζικού ομίλου, σχεδόν 30% των εισηγμένων βρίσκονται σε διαδικασία αναχρηματοδότησης, με μοναδικό στόχο να παραμένουν συνεπείς στην έγκαιρη καταβολή των τραπεζικών τους δόσεων για να έχουν την ευχέρεια αργότερα να ξαναζητήσουν νέες πιστώσεις. Η σκληρή στάση των μικρομεσαίων τραπεζών οφείλεται, λένε επιχειρηματίες, στη μεγάλη αύξηση των επισφαλών δανείων. Πλέον δεν εμπιστεύονται καμία επιχείρηση και την απορρίπτουν πριν ακόμη ενημερωθούν για επιχειρηματικά σχέδια. «Μην περιμένετε οι τράπεζες να οδηγήσουν σε ανάπτυξη τη χώρα. Οι τράπεζες θα υποστηρίξουν τα ισχυρά επιχειρηματικά σχήματα που θα ξαναδημιουργήσουν πλούτο στη χώρα». Αυτό δηλώνει στην «Κ» ο πρόεδρος της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής εταιρείας «Efg Eurobank Equities» Κώστας Μητρόπουλος, τονίζοντας ότι «υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια και κεφάλαια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να επενδύσουν σε εταιρείες-ηγέτες του ελληνικού χρηματιστηρίου». Οπως αποκάλυψε ο επικεφαλής της Eurobank Equities, «ήδη έχουμε εντοπίσει και συνεργαζόμαστε με ελληνικές εταιρείες που οι εξαγωγές τους ξεπερνούν το 70%, ενώ υπάρχει μία εταιρεία που εξάγει κυριολεκτικά το 99%. Είμαστε έτοιμοι για την επόμενη μέρα της ανάπτυξης που θα προέλθει από τις υγιείς επιχειρήσεις».

Ο επικεφαλής του τμήματος ανάλυσης της Eurobank Εquities κ. Καλαντζής, «η έλλειψη παροχής ρευστότητας από τις τράπεζες, σε συνδυασμό με την ύφεση και τον ήδη υψηλό δανεισμό των επιχειρήσεων σε μία περίοδο που οι πωλήσεις βρίσκονται υπό πίεση, αναμένεται να οδηγήσουν πολλές εταιρείες σε αναζήτηση συμμαχιών και συγχωνεύσεων».

Η τάση για συγχωνεύσεις θα ενισχυθεί και λόγω του «κατακερματισμένου» χαρακτήρα των περισσοτέρων κλάδων της ελληνικής οικονομίας, κυρίως σε τομείς που έχουν επηρεαστεί ιδιαιτέρως από την κρίση (π. χ. λιανεμπόριο, τουρισμός, κατασκευές).

Οι μικρές τράπεζες ασκούν πιέσεις

Σε αδιέξοδο και πρόωρο επιχειρηματικό θάνατο οδηγούνται πολλές επιχειρήσεις, καθώς μερίδα μικρομεσαίων τραπεζών ακολουθώντας μια παρελκυστική πολιτική εμποδίζει την εφαρμογή προγραμμάτων αναδιάρθρωσης υποχρεώσεων. Σε μια κρίσιμη περίοδο που η επιβίωση πολλών επιχειρήσεων εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα πάρουν τις απαραίτητες χρηματοδοτικές «ανάσες», οι μικρού μεγέθους τράπεζες ή αυτές που έχουν τη μικρότερη συμμετοχή στον συνολικό δανεισμό μιας επιχείρησης δημιουργούν εμπόδια και πλήθος δυσκολιών, απορρίπτοντας τα προτεινόμενα σχέδια αναδιάρθρωσης. Με τον τρόπο αυτόν ουσιαστικά «εκβιάζουν» τους μεγάλους δανειστές να αναλάβουν και τα μικρότερου ύψους δάνεια, ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν τα σχέδια αναδιάρθρωσης υποχρεώσεων των επιχειρήσεων.

Ομως, η ευκαιριακή αυτή τακτική έχει σοβαρές επιπτώσεις, καθώς η μη έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων εξασθενεί τις ούτως ή άλλως οικονομικά αποδυναμωμένες επιχειρήσεις και φέρνει πολλές εταιρείες αντιμέτωπες με το φάσμα του επιχειρηματικού θανάτου. Σύμφωνα με αναλυτές περίπου το 30% των εισηγμένων εταιρειών βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με τράπεζες για την αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεών τους με κύριο στόχο να μειώσουν το κόστος δανεισμού ώστε να μπορέσουν να παραμείνουν συνεπείς στην ομαλή αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους.

Στην πράξη, όπως αναφέρουν πολλοί επιχειρηματίες, οι πόρτες των τραπεζών είναι ερμητικά κλειστές για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν έχουν να προσφέρουν πρόσθετες εξασφαλίσεις. Πολλές επιχειρήσεις για να απαλύνουν τις επιπτώσεις της κρίσης προχωρούν σε μεταφορά έδρας και δραστηριοτήτων σε γειτονικές χώρες όπου οι συνθήκες είναι φιλικότερες στις επιχειρήσεις και πιο εύκολη η χρηματοδότηση. Η κρίση πάντως, πέραν της αναποτελεσματικότητος μερίδας του τραπεζικού συστήματος, αναδεικνύει και το μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία. Η αφαίρεση του αναπτυξιακού πέπλου των προηγούμενων ετών, ανάπτυξη που τροφοδοτήθηκε από το συνεχή δανεισμό του Δημοσίου και των νοικοκυριών, αποκαλύπτει μια ρηχή και αδύναμη επιχειρηματικότητα. Μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, εσωστρεφείς, μη ανταγωνιστικές και μια επιχειρηματικότητα που δεν στηρίζεται στην καινοτομία και δεν μπορεί να σταθεί στο παγκόσμιο χωριό. Ολες αυτές με την κρίση βλέπουν το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια τους.

Οι λόγοι που εφαρμόζουν αυτήν τη σκληρή πολιτική

Του Γιαννη Παπαδογιαννη

Ενα σκληρό διαπραγματευτικό παιχνίδι εξελίσσεται καθημερινά μεταξύ των εμπορικών τραπεζών και των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεών τους που λόγω της κρίσης βρίσκονται σε πίεση. Θύμα της ιδιότυπης αυτής σύγκρουσης είναι δεκάδες επιχειρήσεις οι οποίες σε μια κρίσιμη περίοδο, που η επιβίωσή τους εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα πάρουν τις απαραίτητες χρηματοδοτικές «ανάσες», βλέπουν τις τράπεζες να «τρώγονται», τον χρόνο να κυλάει άσκοπα και τα προβλήματα να συσσωρεύονται φέρνοντάς τες αντιμέτωπες με το φάσμα της επιβίωσης.

Πολλές τράπεζες αντιμετωπίζουν τα σχέδια αναδιάρθρωσης ως «χρυσό αλεξίπτωτο», μια μεγάλη ευκαιρία για να πάρουν τα κεφάλαιά τους πίσω «φορτώνοντας» τα δάνεια που έχουν χορηγήσει στους μεγάλους δανειστές της επιχείρισης. Οι μικρού μεγέθους τράπεζες ή αυτές που έχουν τη μικρότερη συμμετοχή στον συνολικό δανεισμό μιας επιχείρησης δημιουργούν συστηματικά εμπόδια, απορρίπτουν σχέδια εξυγίανσης που έχουν εγκρίνει οι περισσότερες εμπλεκόμενες τράπεζες, θέτουν διαρκώς νέους όρους, προκαλούν μεγάλες καθυστερήσεις με ένα και μόνο στόχο: να εκβιάσουν τους μεγάλους δανειστές να αποπληρώσουν τους «μικρούς» ώστε να μπορέσουν να ολοκληρωθούν τα σχέδια εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η τακτική αυτή έχει επικίνδυνες προεκτάσεις καθώς η μη έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων εντείνει τις πιέσεις, εξασθενεί τις ούτως ή άλλως περιορισμένες αντοχές και φέρνει πολλές εταιρείες πιο κοντά στο φάσμα του επιχειρηματικού θανάτου. Στη σημερινή εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία για τη χώρα και τον επιχειρηματικό κόσμο μερίδα του τραπεζικού συστήματος λειτουργεί αρπακτικά και όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, αλλά με τη στάση του τα πολλαπλασιάζει οδηγώντας σε πρόωρο τέλος πολλές επιχειρήσεις. Την απαράδεκτη αυτή τακτική ακολουθούν τόσο μικρές όσο και μεγάλες τράπεζες στις περιπτώσεις που η έκθεσή τους σε κάποια επιχείρηση είναι μικρή. Την τελευταία διετία οι αναχρηματοδοτήσεις και η αναδιάρθρωση υποχρεώσεων επιχειρήσεων αποτελούν ρουτίνα για τις τράπεζες. Ομως, δεν είναι όλες οι επιχειρήσεις σε θέση να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και πολλοί με αφορμή την κρίση προσπαθούν απλά να αποσπάσουν περισσότερα κεφάλαια από τις τράπεζες. Η αφαίρεση του αναπτυξιακού πέπλου των προηγουμένων ετών, ανάπτυξη που τροφοδοτήθηκε από τον συνεχή δανεισμό του Δημοσίου και των νοικοκυριών, αποκαλύπτει μια ρηχή και αδύναμη επιχειρηματικότητα. Μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, εσωστρεφείς, μη ανταγωνιστικές και μια επιχειρηματικότητα που δεν γεννά νέες ιδέες, δεν στηρίζεται στην καινοτομία και δεν μπορεί να σταθεί στο παγκόσμιο χωριό. Ολες αυτές με την κρίση βλέπουν το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια τους".

Αντιλαμβανόμαστε, βεβαίως, τις συνέπειες αυτών των φαινομένων, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, που είναι αδύνατρη η άσκηση ειδικής νομισματικής πολιτικής. Περιμένω τις αναλύσεις και τα συμπεράσματά σας, όσον αφορά στις νομισματικές εξελίξεις (ποσότητα και κόστος χρήματος), αλλά και το γενικότερο μακροοικονομικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί. Μάλιστα, προκειμένου να προβούμε σε πληρέστερη ανάλυση, καλό είναι να συνδέσουμε τα παραπάνω θέματα (της πίστης) με το ζήτημα της μείωσης των δημοσίων επενδύσεων, με το οποίο ασχολείται το επόμενο άρθρο:


" Μαχαίρι στο ΠΔΕ το 2011 κατά 5,43%, στα 8,7 δισ. ευρώ

Νέα περικοπή στο πρόγραμμα λόγω της δυσκολίας επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων


Της Ευγενιας Τζωρτζη

Σε νέα περικοπή στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποχρεώνεται η κυβέρνηση υπό το βάρος της δυσκολίας επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων τόσο στο σκέλος των εσόδων όπως και στο σκέλος των εξόδων.

Η περικοπή του ΠΔΕ κατά 1,1 δισ. ευρώ από το αρχικώς προϋπολογισθέν ποσό των 10,3 δισ. ευρώ, στα 9,2 δισ. ευρώ το 2010 ήταν μόνο η αρχή. Η προσγείωση των δαπανών του Προγράμματος στα 8,2 δισ. ευρώ έχει ήδη αποτυπωθεί στην πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και οι φόβοι επικεντρώνονται πλέον στο ΠΔΕ του 2011, που έχει ήδη υποστεί την πρώτη μείωση κατά 5,43%. Οι πόροι για τη στήριξη της ανάπτυξης είναι δυσεύρετοι, αποδυναμώνοντας τα χρηματοδοτικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση για τη στήριξη της οικονομίας, όπως είναι το Εθνικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ) και ο αναπτυξιακός νόμος.

Η δημοσιονομική δυσκολία είναι άλλωστε και η αιτία που σύμφωνα με το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο δεν έχει ενεργοποιηθεί ακόμα η εκταμίευση του δανείου των 2 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Η σχετική σύμβαση υπεγράφη τον Ιούνιο και σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το δάνειο προορίζεται να καλύψει σημαντικό μέρος της εθνικής συμμετοχής του ΕΣΠΑ, οι πόροι του οποίου «λιμνάζουν» λόγω της έλλειψης χρημάτων και αδυναμιών της κρατικής μηχανής.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις που είχαν γίνει από την αρμόδια τότε υπουργό κ. Λούκα Κατσέλη, το δάνειο θα συμβάλει στην επίτευξη του στόχου της απορροφητικότητας που για το 2010 έχει τοποθετηθεί στο 15% και αποτελεί το μεγαλύτερο δάνειο που έχει συμβασιοποιήσει μέχρι σήμερα η ΕΤΕπ στη χώρα μας. Η σύμβαση προβλέπει τη σταδιακή χορήγηση του δανείου και στόχος ήταν η προκαταβολή που μπορεί να φτάσει το 30%, δηλαδή έως και τα 600 εκατ ευρώ, να εκταμιευθεί άμεσα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ενεργοποίηση της σύμβασης προσκρούει στους στόχους του Μνημονίου και τον φόβο αύξησης του δημοσίου χρέους, το οποίο το 2011 θα επιβαρυνθεί από το χρέος των ΔΕΚΟ, όπως ο ΟΣΕ, μέρος των εγγυήσεων του Δημοσίου και τα swaps των ομολόγων που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν.

Η προοπτική μείωσης του ΠΔΕ και το 2011 κατά 5,43% στα 8,7 δισ. ευρώ, θίγει κατά κύριο λόγο τον προϋπολογισμό των συγχρηματοδοτούμενων έργων του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, δυσκολεύοντας κάθε πρωτοβουλία για τη στήριξη της ανάπτυξης. Το πρόβλημα εντοπίζεται στη δυνατότητα χρηματοδότησης επενδυτικών σχεδίων που θα κατατεθούν στο πλαίσιο του νέου αναπτυξιακού νόμου, στον βαθμό που η ουρά των 3.000 περίπου αιτήσεων που εκκρεμούν προς χρηματοδότηση από τον προηγούμενο αναπτυξιακό νόμο, εξαντλεί τους διαθέσιμους πόρους των 6 δισ. ευρώ σε βάθος της προσεχούς τριετίας.

Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του ΠΔΕ για το 2011, οι πόροι του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας θα υποστούν δραστική περικοπή της τάξης του 50,86% και ο προϋπολογισμός του Προγράμματος μόλις που θα υπερβεί το 1 δισ. ευρώ, στερώντας τη δυνατότητα μιας εμπροσθοβαρούς στήριξης της οικονομίας. Στον αντίποδα είναι οι δαπάνες του υπουργείου Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο προϋπολογισμός του οποίου προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 146,45%, ξεπερνώντας τα 2 δισ. ευρώ από 831 εκατ. ευρώ το 2010. Στα επίπεδα του 2010 προβλέπεται ότι θα διατηρηθεί ο προϋπολογισμός του υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, οι δαπάνες του οποίου θα διαμορφωθούν στα 2,5 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι οι δαπάνες των τριών επίμαχων υπουργείων αντιπροσωπεύουν το 65% του συνολικού προϋπολογισμού του ΠΔΕ, ενώ αμέσως μετά ακολουθεί το υπουργείο Παιδείας και Διά Βίου Μάθησης, οι δαπάνες του οποίου προβλέπεται να αυξηθούν κατά 71,64% και να διαμορφωθούν στα 944 εκατ. ευρώ.

Χωρίς περικοπές προς το παρόν είναι και οι δαπάνες του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 665 εκατ. ευρώ, ενώ αυξημένες κατά 3,45% είναι και οι δαπάνες του υπουργείου Υγείας και κατά 45% του υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής.

Το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση παραμένει η υλοποίηση του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς που θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. Στο πλαίσιο, άλλωστε, του Μνημονίου η κυβέρνηση έχει αναλάβει τη δέσμευση για την απορρόφηση κονδυλίων ύψους 13,7 δισ. ευρώ.

Οι στόχοι είναι ποσοτικοποιημένοι ανά εξάμηνο και όπως προβλέπεται στο Μνημόνιο η απορρόφηση των πόρων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής θα παρακολουθείται αυστηρά σε εξαμηνιαία και ετήσια βάση. Ο στόχος για το 2010 είναι η απορρόφηση 2,7 δισ. ευρώ, ποσό που κλιμακώνεται στα 3,3 δισ. ευρώ για το 2011, τα 3,7 δισ. ευρώ το 2012 και τα 3,9 δισ. ευρώ για το 2013."


Θεωρώ ότι η μελέτη όλων των παραπάνω είναι μια καλή ευκαιρία προκειμένου να "φρεσκάρουμε" την νομισματική θεωρία (και ειδικά την IS-LM).

Κονδύλια μετεκπαίδευσης και γραφειοκρατία Βρυξελών

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Στα ντουλάπια των Βρυξελλών κονδύλια 2 δισ. ευρώ για την απασχόληση
Η Ε.Ε. ενέκρινε 52,3 εκατ. ευρώ το 2009 για την επανεκπαίδευση 11.000 ατόμων

Της Κατερινας Σωκου

Τι κοινό έχουν οι εταιρείες Unilever, Peugeot, Nokia, Unilever, Volvo και Dell; Εχουν όλες καταθέσει αίτηση χρηματοδότησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επανεκπαίδευση εργαζομένων, που οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αναγκάσθηκαν να απολύσουν λόγω των δυσμενών συνεπειών της παγκοσμιοποίησης στις ευρωπαϊκές τους δραστηριότητες.

Τα χρήματα προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, που συστάθηκε το 2006 με στόχο την επιστροφή στην αγορά εργασίας, με καλύτερες πιθανότητες απασχόλησης, ανθρώπων που χάνουν μαζικά τη δουλειά τους λόγω αλλαγών στις ροές εμπορίου, τις οποίες προκαλεί η μεταφορά όλο και περισσότερων παραγωγικών δραστηριοτήτων εταιρειών από την Ευρώπη σε φθηνότερες αναπτυσσόμενες χώρες. Στα μέσα του 2009, μάλιστα, η αποστολή του διευρύνθηκε, επεκτείνοντας τα κονδύλια της κατάρτισης και επανεκπαίδευσης και σε όσους εργαζομένους χάνουν τη δουλειά τους λόγω της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν το έχουν ακόμη αξιοποιήσει, παρά το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι προσπάθειες αντιμετώπισης της ανεργίας επικεντρώνονται πλέον στη μαγική λέξη της επανεκπαίδευσης.

Με κεφάλαια 2 δισ. ευρώ, το Ταμείο έχει προικοδοτηθεί αρκετά ώστε να συνδράμει σε αυτήν την προσπάθεια. Ωστόσο, η κατάθεση και η έγκριση των αιτήσεων είναι μία εξαιρετικά γραφειοκρατική και χρονοβόρος διαδικασία, που, σύμφωνα με την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χρειάζεται κατά μέσον όρο 216 ημέρες (δηλαδή, επτά μήνες!), καθώς εκτός από τη δική της έγκριση απαιτείται επίσης η σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Επιπλέον, οι αιτήσεις εγκρίνονται με το σταγονόμετρο. Το 2009, ένα έτος αύξησης της ανεργίας, κατά το οποίο οι αιτήσεις εξαπλασιάσθηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος, φτάνοντας στις 30, η Ευρωπαϊκή Ενωση ενέκρινε μόλις δέκα από αυτές, χορηγώντας συνολικά 52,3 εκατ. ευρώ για την επανεκπαίδευση περίπου 11.000 εργαζομένων που έχασαν τη δουλειά τους.

Εμπνευστής του Ταμείου ήταν ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ Λουκάς Τσούκαλης, που το εισηγήθηκε στον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. Ο κ. Τσούκαλης, όμως, εμφανίζεται απογοητευμένος από την αποτελεσματικότητα του Ταμείου. Οπως επισημαίνει, ο ίδιος, μετά τις πολιτικές διαπραγματεύσεις για τον τρόπο της υλοποίησής του, το ταμείο κατέληξε συμβολικό. Αυτό το αποδίδει κυρίως στη δυσκολία εκταμίευσης των χρημάτων, λόγω μιας γραφειοκρατίας που κρύβει τον φόβο ότι η Επιτροπή θα κατακλυσθεί από αιτήσεις, χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Επιτροπής, από το 2007 μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί 65 αιτήσεις για το συνολικό ποσό των 373 εκατ. ευρώ, για την επανεκπαίδευση 70.000 εργαζομένων σε 22 βιομηχανικούς τομείς, σε 18 κράτη-μέλη της Ε. Ε. Κι ενώ τις περισσότερες αιτήσεις έχει καταθέσει η Ισπανία, η οποία βρίσκεται άλλωστε αντιμέτωπη με την υψηλότερη ανεργία μεταξύ των χωρών της Ε. Ε., το ποσό που ζητάει είναι σχετικά μικρό, στα 34 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, η Γαλλία ζητάει 97 εκατ. ευρώ, καθώς έχει αιτηθεί ποσά που φτάνουν μέχρι και τα 18.000 ευρώ ανά εργαζόμενο και προορίζονται κυρίως για την επανακατάρτιση των απολυμένων από τις αυτοκινητοβιομηχανίες Peugeot και Renault. Mε 65 εκατ. ευρώ ακολουθεί η Ιρλανδία και με 45 εκατ. ευρώ η Ιταλία.

Οσο για την Ελλάδα, το Ταμείο έχει χαθεί στην αφάνεια, ενώ οι αρμοδιότητες για την προώθηση των αιτήσεων μοιράζονται μεταξύ υπουργείων... Ευθύνη για τη διαχείριση του Ταμείου έχει η Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού και Παρακολούθησης Δράσεων ΕΚΤ, που υπάγεται στη Γ. Γ. Διαχείρισης Κοινοτικών και Αλλων Πόρων του υπουργείου Εργασίας και συνεργάζεται για το θέμα με τον ΟΑΕΔ, ενώ την ευθύνη για την εποπτεία και την προώθηση των αιτήσεων έχει η Διεύθυνση Δ41 του υπουργείου Οικονομικών. Ακούγεται σαν μία περίπτωση που χρειάζεται επειγόντως άνωθεν πολιτικό συντονισμό. Το υπουργείο Εργασίας, πάντως, σχεδιάζει κάποιες πρωτοβουλίες για την ενεργοποίηση του Ταμείου και στην Ελλάδα.

Οσο για τις εταιρείες που αναφέρονται στην αρχή του κειμένου, πλην των εργαζομένων στην Unilever Τσεχίας, όσοι απολύθηκαν από τις υπόλοιπες πολυεθνικές εταιρείες έλαβαν ήδη χρηματοδότηση από το Ταμείο για την επανεκπαίδευσή τους. Σε μία εποχή αύξησης της ανεργίας, ωστόσο, ζητούμενο παραμένει το να φτάσουν αυτά τα πολύτιμα κονδύλια επανεκπαίδευσης στους απολυμένους μικρότερων εταιρειών και χωρών. Ισως τότε να είχαν μία ευκαιρία και οι απολυμένοι του ελληνικού κλωστοϋφαντουργικού κλάδου, για παράδειγμα..."

Περί πληθωρισμού

Γράφει, σε άρθρο του στην "Καθημερινή" ο κ. Κώστας Μηλας (καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο University of Keele):

"Η διέξοδος από τη δίνη του πληθωρισμού

Tου Κωστα Μηλα

Πολλά έχουν γραφτεί για την αναζωπύρωση του πληθωρισμού τη στιγμή που η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Πράγματι, με την οικονομία να υστερεί το 2010 κατά περίπου 8% σε σχέση με τις πραγματικές της δυνατότητες και την προοπτική περαιτέρω υστέρησης κατά 10% για το 2011, εκείνο που κανείς δεν περίμενε ήταν η εκτόξευση του πληθωρισμού πάνω από το 5%, σημειώνοντας τη χειρότερη επίδοση των τελευταίων 13 ετών. Η δυσμενής αυτή εξέλιξη, η οποία αιφνιδίασε το οικονομικό επιτελείο αλλά και τους τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΔΝΤ, οδήγησε σε αναθεώρηση των προβλέψεων για πληθωρισμό της τάξης 4% στο τέλος του τρέχοντος έτους. Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού δικαιολογήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση της έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ).

Προφανώς, οι τεχνοκράτες του Μνημονίου «πιάστηκαν αδιάβαστοι» αφού αψήφησαν σε μεγάλο βαθμό τις πληθωριστικές πιέσεις των προταθέντων φορολογικών μέτρων. Η εξήγηση αυτή αποτελεί μικρό μέρος της ιστορίας. Ο πληθωρισμός επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από δύο βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος παράγοντας έχει να κάνει με την απόδοση της οικονομίας συγκριτικά με τις δυνατότητές της (το καλούμενο παραγωγικό κενό). Σε περιόδους κατά τις οποίες η οικονομία αποδίδει τα μέγιστα σε σχέση με τις δυνατότητές της (κλείνοντας επομένως το παραγωγικό κενό), ο πληθωρισμός αυξάνεται. Από την άλλη πλευρά, όμως, και λόγω ακαμψίας των τιμών, ο πληθωρισμός εμφανίζει βραδεία σημάδια μείωσης σε περιόδους ύφεσης.

Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με την αγοραστική δύναμη του ευρώ, η οποία καθορίζει τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Πράγματι, η αποδυνάμωση, το τρέχον έτος, του ευρώ κατά περίπου 15% έχει μερίδιο ευθύνης στην αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων. Τόσο η ακαμψία των τιμών στην παρούσα οικονομική ύφεση, όσο και η διολίσθηση του ευρώ εξηγούν μέρος των πληθωριστικών πιέσεων. Η διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα καταγράφει, από τη μία πλευρά, τη βούληση των επιχειρήσεων να αποφύγουν συμπίεση των κερδών τους. Από την άλλη πλευρά, όμως, αποτελεί τροχοπέδη στην ανεξέλεγκτη αύξηση της ανεργίας καθώς η αύξηση των τιμών προτάσσεται σε βάρος του εναλλακτικού σεναρίου των εντατικών απολύσεων. Κάτι ανάλογο, το οποίο φαίνεται να λησμονούν οικονομικοί αναλυτές, αλλά και Ευρωπαίοι τεχνοκράτες, σημειώθηκε στα μέσα του 1980, όταν σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης και υποτίμησης της δραχμής (λόγω των σταθεροποιητικών μέτρων του 1983 και του 1985), ο πληθωρισμός μόλις και μειώθηκε από 21% σε 19%, την ίδια στιγμή που η ανεργία ναι μεν αυξήθηκε, αλλά όχι ανεξέλεγκτα, από 6% σε 8%.

Με βάση προσωπικούς ποσοτικούς υπολογισμούς, οι παραπάνω παράγοντες εξηγούν περίπου 50% του πληθωρισμού για το 2010, επαληθεύοντας μόνο εν μέρει τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου ότι το 70% του τρέχοντος πληθωρισμού οφείλεται στην αύξηση των φόρων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού το 2010-2011 θα επιτευχθεί, κατά κύριο λόγο, μέσω της αντιμετώπισης του προβλήματος της ακαμψίας τιμών. Στον βαθμό που η ακαμψία τιμών συνιστά οξύτατο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας στο εσωτερικό της ελληνικής οικονομίας, επιτακτική κρίνεται, χωρίς περαιτέρω χρονοτριβές, η επιτάχυνση ανοίγματος όλων των κλειστών επαγγελμάτων, η άρση των περιορισμών του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων και των τραπεζών και η ενθάρρυνση της μερικής απασχόλησης. Τέλος, το φιάσκο εκτίμησης του πληθωρισμού, με τις όποιες συνέπειες για την αξιοπιστία των τεχνοκρατών του Μνημονίου, θα πρέπει να ληφθεί ως πάθημα προς μάθημα. Προτού οι τεχνοκράτες επεξεργασθούν νέα μελλοντικά μέτρα, καλό θα είναι να μελετήσουν και λίγο τις συνέπειες παρελθόντων σταθεροποιητικών μέτρων της Ελληνικής οικονομίας".

Και πάλι για την ανάπτυξη

Οπως διαβάζουμε στην "Ελευθεροτυπία":

"Γιατί δεν πιάνουν τόπο τα ευρωπαϊκά κονδύλια
ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΥΠΕΡΑΞΙΕΣ, ΕΔΩ ΟΜΩΣ ΟΧΙ!

ΜΠΟΡΕΙ μια χώρα να πάρει ως «δώρο» 100 ευρώ και να βάλει στην τσέπη της 94; «Ναι» είναι, δυστυχώς, η απάντηση στην περίπτωση της Ελλάδας όσον αφορά τα κοινοτικά κονδύλια, τον βασικό δηλαδή πυλώνα στον οποίο επιχειρείται να στηριχθεί η πολυπόθητη ανάπτυξη.

Μια σειρά από λόγους οδηγούν σε αυτή την αρνητική πρωτιά. Πολλά από τα κοινοτικά κονδύλια αξίας 20,2 δισ. ευρώ που θα δοθούν τα επόμενα χρόνια δεν θα διατεθούν σε δράσεις που δημιουργούν προστιθέμενη αξία και έχουν κέρδη για τη χώρα (νέες τεχνολογίες, καινοτομία και επιχειρηματικότητα), αλλά σε βαριές υποδομές οι οποίες απαιτούν εξοπλισμό που θα αγοράσουμε από το εξωτερικό.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων εκτιμά ότι ενώ σχεδόν όλα τα κράτη αποκομίζουν σημαντικές υπεραξίες, στην Ελλάδα αυτό δεν συμβαίνει: Για κάθε 100 ευρώ κοινοτικών κονδυλίων που έρχονται, «καταφέρνουμε» όχι μόνο να μην έχουμε κέρδος αλλά και να «επιστρέφουμε» στο εξωτερικό 6 ευρώ. Δηλαδή, μας μένουν 94 ευρώ (πολλαπλασιαστής 0,94%).

Αυτό δεν συμβαίνει σε κανένα από τα «παλαιά» κράτη της Ε.Ε., που λαμβάνουν ακόμη κοινοτικά κονδύλια. Εκτιμάται ότι το 2016 στην Ισπανία θα έχουν για κάθε 100 ευρώ κέρδος 12 ευρώ και στην περίπτωση της Πορτογαλίας 16 ευρώ από την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα.

Θα αλλάξει αυτή η εικόνα; Ναι, αλλά στο μακρινό 2025. Τότε η οικονομία της Ελλάδος θα έχει κέρδος 162 ευρώ. Πάλι θα είμαστε φτωχοί συγγενείς. Στην Ισπανία τα κέρδη θα είναι σχεδόν διπλάσια στα 267 ευρώ και στην Πορτογαλία στα 216 ευρώ.

Η αιτία για την υστέρηση της χώρας μας είναι ότι τοποθετεί τα λεφτά σε έργα που δεν έχουν υπεραξία. Ετσι, μεγάλο μέρος των χρημάτων «γύρισε» στο εξωτερικό. Τροφοδότησε δηλαδή ογκωδέστατες εισαγωγές εξοπλισμού, πρώτων υλών κ.λπ., οι οποίες προκάλεσαν ένα ακόμη πλήγμα: αύξησαν το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου της χώρας, το οποίο πλέον θα επιβλέπει η Ε.Ε., ζητώντας μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα (τον Μάιο ξεφύγαμε προσωρινά μόνον τον κίνδυνο).

Το πρόβλημα περιγράφεται αναλυτικά στην έκθεση της Επιτροπής. Οπως αναφέρεται, τα λεφτά είναι κατανεμημένα πολύ άνισα.

Ετσι μία ακόμη φορά οδεύει για υποδομές η μερίδα του λέοντος των κονδυλίων, το 63,52% αναλογία από τις μεγαλύτερες στην Ε.Ε., έναντι 50% στην Κύπρο και στην Ισπανία, αλλά και μόνο 40% στην Πορτογαλία. Αντιθέτως, μόνο το 6,8% καταλήγει στη στήριξη της βιομηχανίας και των υπηρεσιών".