Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Δεν πρόκειται για αιτιατό, αλλά για συναίτιο

Διαβάζουμε το εξής στην "Καθημερινή":

" Τα σημάδια της κρίσης

Χρειάστηκαν 81 χρόνια και δύο παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις για να διαπιστώσουν οι οικονομολόγοι ότι, όταν αυξάνεται σε επίπεδα ρεκόρ η εισοδηματική ανισότητα, τότε βρισκόμαστε στα πρόθυρα του κραχ. Το εισοδηματικό χάσμα στις ΗΠΑ είχε φτάσει στο ανώτατο επίπεδο το 1928, δηλαδή ένα χρόνο πριν από το κραχ που οδήγησε στη Μεγάλη Υφεση. Σήμερα οι οικονομολόγοι εντόπισαν ότι το 2007, δηλαδή ένα χρόνο πριν από τη διεθνή κρίση, το εισοδηματικό χάσμα στις ΗΠΑ ήταν πάλι σε επίπεδα ρεκόρ. Τυχαίο; Αυτό προσπαθούν να απαντήσουν μελέτες που ξεκίνησαν τώρα, λίγο πριν από την επέτειο της «Μαύρης Τρίτης» της 29ης Οκτωβρίου 1929".

Και πάλι για τα ομόλογα

Παρακαλώ την προσοχή σας στο κάτωθι άρθρο της "Καθημερινής":

" Δημοπρασίες με χαμηλό κόστος

Τα κράτη προτιμούν, κατά κανόνα, να πραγματοποιούν δημοπρασίες για την άντληση κεφαλαίων μέσω ομολογιακών δανείων, διότι το κόστος είναι χαμηλότερο. Η καταβολή προμηθειών σε κοινοπραξία τραπεζών, για την προώθηση ομολόγων απευθείας σε επενδυτές, δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής κίνηση.

Αλλά το κόστος των δημοπρασιών στη Βρετανία είναι πλέον τόσο υψηλό, που έχουν διογκωθεί, παράλληλα, οι κίνδυνοι για τους βασικούς διαπραγματευτές, δηλαδή τις τράπεζες που αγοράζουν τα ομόλογα στις δημοπρασίες και μετέπειτα τα διαθέτουν στους επενδυτές μέσω της δευτερογενούς αγοράς.

Αυτή η πραγματικότητα ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα, των οποίων οι τιμές είναι πολύ πιο ευμετάβλητες και επηρεάζονται από εξωτερικές πιέσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η βρετανική κυβέρνηση άρχισε να συμπληρώνει τις δημοπρασίες ομολόγων με κοινοπρακτικά δάνεια τραπεζών.

Οι διαπραγματευτές, στο μεταξύ, αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερες πιέσεις για να στηρίξουν τις εκδόσεις κρατικών ομολόγων.

Νωρίτερα, φέτος, η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ ενημέρωσε τους βασικούς διαπραγματευτές ότι θα έπρεπε να συμμετέχουν στις δημοπρασίες ανάλογα με το μέγεθος και την κατάταξή τους στον κλάδο.

Ο Ντίνο Κος, πρώην επικεφαλής αγορών στην ομοσπονδιακή τράπεζα της Νέας Υόρκης, υπογραμμίζει ότι ο νέος όρος, σχεδόν, εγγυάται ότι δεν θα αποτύχει μια δημοπρασία.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και η πιο προσεκτική διαχείριση χρέους δεν μπορεί να ενισχύσει το οικονομικό προφίλ μιας χώρας, εάν τα ελλείμματά της συνεχίζουν να αυξάνονται.

Ωστόσο, μερικές πινελιές μπορούν πάντα να παίξουν θετικό ρόλο, όπως θα συνειδητοποιήσει η Ιρλανδία".

Των φρονίμων τα παιδιά

Στο άρθρο του "Economist" αναλύεται η ενέργεια της Ιρλανδίας να αντλήσει περισσότερα δανειακά κεφάλαια, προκειμένου να ανταπεξέλθει ευκολότερα στις μελλοντικές αποπληρωμές:

" Τα όρια του δημοσίου χρέους
Γιατί η Ιρλανδία κατάφερε να δανειστεί από τις αγορές, ενώ η Ελλάδα κατέφυγε στο ΔΝΤ

Oταν η χρηματοπιστωτική κρίση απείλησε εκ νέου την ιρλανδική οικονομία, τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση έλαβε πρωτόγνωρα μέτρα. Ακύρωσε κατ' αρχάς όλες τις δημοπρασίες ομολόγων που είχαν δρομολογηθεί μέχρι τα τέλη του έτους. Η υλοποίηση αυτής της απόφασης, όμως, ήταν εφικτή επειδή η χώρα διαθέτει επαρκή κεφάλαια μέχρι τον επόμενο Μάιο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών, η υπηρεσία διαχείρισης του κρατικού χρέους (ΝΤΜΑ), η οποία λειτουργεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Οικονομικών, έχει συντηρήσει ένα εφεδρικό «ταμείο» κεφαλαίων, της τάξεως των 20 δισ. ευρώ, αντίστοιχο του 12% του ΑΕΠ. Ωστόσο, δεν περιόρισε το εύρος της έκθεσης σε τίτλους μακροπρόθεσμης λήξης, με αποτέλεσμα να μη δέχεται άμεσες και συχνές πιέσεις αναχρηματοδότησης.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) εκτιμά ότι μέσα στον επόμενο χρόνο, η Ιρλανδία θα είναι η μοναδική χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου που θα πρέπει να αντεπεξέλθει στην πρόκληση της χρηματοδότησης του υψηλότερου δημοσιονομικού ελλείμματος ως προς το ΑΕΠ. Αλλά οι ανάγκες δανεισμού αφορούν μόνο ένα μετριοπαθές κομμάτι του χρέους, που προσεγγίζει τις ημερομηνίες ωρίμασης. Αντίθετα, οι μεγάλες ανάγκες δανεισμού της Ελλάδας ανάγκασαν τη χώρα να στραφεί στο ΔΝΤ.

Η επιδεξιότητα της Ιρλανδίας στην άντληση κεφαλαίων δεν είναι μια αρετή με χαμηλό κόστος. Κοστίζει περισσότερο να εκδίδει μια χώρα μακροπρόθεσμα αντί για βραχυπρόθεσμα ομόλογα. Ο Aντονι Λένιχαμ της ΝΤΜΑ υπογραμμίζει ότι η συντήρηση ενός εφεδρικού ταμείου κεφαλαίων εξυπηρετείται με την καταβολή υψηλών τόκων και οδηγεί σε υψηλότερο χρέος ως προς το ΑΕΠ, σύμφωνα με τα λογιστικά κριτήρια της Eurostat. Αλλά οι αγορές, τουλάχιστον, γνωρίζουν ότι η Ιρλανδία έχει εξασφαλίσει τις άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας.

Ο τρόπος που δανείζονται οι χώρες δεν προσελκύει την προσοχή των επενδυτών όσο το ύψος του χρέους. Ακόμη και οι διαχειριστές χρέους στις πλουσιότερες οικονομίες του κόσμου επικεντρώνονταν στο κόστος του δανεισμού, δηλαδή στο ύψος των τοκομεριδίων. Oχι πια. Πολλοί δίνουν πλέον βάρος στην εξασφάλιση μιας συνεχούς ροής χρηματοδότησης. Ορισμένοι, για παράδειγμα, περιορίζουν τον όγκο των βραχυπρόθεσμων ομολόγων ούτως ώστε να μην καταφεύγουν συστηματικά στις αγορές για την αναχρηματοδότηση χρέους. Οι ΗΠΑ ήταν το 2008 εξαρτώμενες σε βραχυπρόθεσμους τίτλους του Δημοσίου για να χρηματοδοτήσουν ένα αυξανόμενο χρέος. Eκτοτε έχουν μεταφέρει τις περισσότερες υποχρεώσεις του κράτους σε μακροπρόθεσμα ομόλογα. Το ποσοστό του χρέους των ΗΠΑ, που ωριμάζει εντός δωδεκαμήνου, μειώθηκε από το 45% που ίσχυε το 2008 στο, μόλις, 30%, δηλαδή σε ένα ιστορικά χαμηλό επίπεδο.

Ο μεγαλύτερος φόβος για την κυβέρνηση μιας χώρας είναι να μην καταφέρει να αντλήσει χρήματα από την αγορά, διότι συμβολίζει την απώλεια της ψήφου εμπιστοσύνης των επενδυτών. Η έλλειψη ρευστού που μπορεί να προκύψει δεν είναι τόσο ανησυχητική. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, συνέβη ακριβώς αυτό τον Μάρτιο του 2009. Αν και αποτέλεσε μια μικρή ανωμαλία, προκλήθηκε αναστάτωση στις αγορές και διόλου κολακευτικά σχόλια από τον Τύπο".

Περί του προστατευτισμού

Γράφει ο κ. Θοδωρής Πελαγίδης (καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς) σε άρθρο του στην "Καθημερινή":

" Προστατευτισμός μέσω ύφεσης

Στην περίπτωση του John Osborn, του νέου και νεαρού Βρετανού υπουργού του Προϋπολογισμού, «η ιδεολογία γίνεται ανάγκη». Η δήλωση αυτή του Α. Darling, προκατόχου του στην κυβέρνηση των Εργατικών, για τη σημαντική μεταστροφή της οικονομικής πολιτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο, την τελευταία χώρα που ανθίστατο στο ρεύμα περιοριστικών πολιτικών που σαρώνει την Ε.Ε., δείχνει το κλίμα μεταστροφής διεθνώς. Ολα αυτά ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να καθιερώσει μηχανισμό επιβολής εξοντωτικών προστίμων στις χώρες που, όπως αναφέρουν πηγές της, «δαπανούν υπερβολικά». Ερώτηση: εάν οι δαπάνες μιας χώρας περιορίζονται δραστικά, αλλά το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανεβαίνει λόγω κατάρρευσης του ΑΕΠ της, τότε θα επιβάλλονται πρόστιμα λόγω της... σπάταλης κυβέρνησης;

Ας υπερβούμε όμως τη ρητορική αυτή ερώτηση, για να τονίσουμε ότι η άναρχη αυτή καταφυγή σε ένα σύστημα «ανταγωνισμού μέσω λιτότητας», και επικίνδυνη είναι και δεν οδηγεί πουθενά. Η επίτευξη, με άλλα λόγια, ανταγωνιστικότητας με τη μέθοδο του περιορισμού της εγχώριας δαπάνης ώστε να περισταλούν οι εισαγωγές των άλλων και να αυξηθούν οι εγχώριες -για κάθε χώρα- εξαγωγές, οδηγεί τις χώρες της Ευρώπης σε μια κατάσταση όπου κυβερνήσεις σαν εκείνη της Βρετανίας στην ουσία προσπαθούν να προστατευτούν από την ύφεση, επιβάλλοντας δραστικές περιοριστικές πολιτικές για να τιμωρήσουν τελικώς τους εμπορικούς τους εταίρους μέσω της εισοδηματικής περιστολής στο εσωτερικό τους. Με άλλα λόγια, η επιβολή λιτότητας σε μια χώρα στην Ε.Ε. δρα σήμερα ως ιδιότυπος προστατευτισμός, αφού περιορίζει τη ζήτηση για εισαγωγές, περιορίζοντας ταυτόχρονα την παραγωγή, τα εισοδήματα και την απασχόληση στους εμπορικούς εταίρους. Το σύγχρονο πρόσωπο του προστατευτισμού δεν είναι λοιπόν μόνον οι γνωστές από το παρελθόν ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Είναι η προστασία μέσω της ύφεσης. Προστασία που περιορίζει ακόμη και το εμπόριο, για το οποίο κατά τα άλλα όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να διατηρηθεί και να αυξηθεί, ακριβώς γιατί είναι η βάση της ευημερίας της Ε.Ε., και όχι μόνο.

Και αν μια δραστική περιστολή ή, καλύτερα, αναδιοργάνωση των δημοσίων δαπανών στην Ελλάδα είναι απολύτως επιβεβλημένη, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το βρετανικό Δημόσιο πρέπει να απολύσει μισό εκατομμύριο υπαλλήλων. Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει φυσικά. Η Βρετανία διαθέτει, ως γνωστόν, μια από τις καλύτερες ίσως δημόσιες διοικήσεις στον κόσμο. Είναι απλώς η ιδεολογία που επικρατεί, ότι η ύφεση καταπολεμάται με την ύφεση. Η δε προσέγγιση αυτή είναι και απαισιόδοξη κατά βάσιν, διότι υποθέτει ότι ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας δεν μπορεί σε γενικές γραμμές στην Ε.Ε. να ανταγωνιστεί τις νέες οικονομικές δυνάμεις (Κίνα, Βραζιλία κ. λπ.), οι οποίες έχουν ήδη συγκεντρώσει περί τα $6,8 τρισ. αποθεματικά από τα εμπορικά ελλείμματα των ανεπτυγμένων, και τείνουν να γίνουν οι διεθνείς ρυθμιστές του παιχνιδιού. Επομένως, πρέπει μοιραίως η δαπάνη και τα εισοδήματα στην ευρωπαϊκή οικονομία να μειωθούν για να προσαρμοστούν στη νέα... πραγματικότητα.

Ομως, η καταφυγή αυτή της Βρετανίας στις δραστικές περικοπές και το τέλος της απόλυτης σχεδόν κυριαρχίας του προέδρου Ομπάμα στις ΗΠΑ πρέπει να μας προετοιμάζει για τα χειρότερα. Η αδυναμία του Aμερικανού προέδρου να επιβάλει ένα νέο δημοσιονομικό πακέτο τόνωσης της ζήτησης για επενδύσεις, οδηγεί σε πολιτική νομισματικής διευκόλυνσης, γεγονός το οποίο επιδεινώνει τις ήδη έντονες ανισορροπίες στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση, ενώ βρίσκεται στα σκαριά ένας νέος νομισματικός πόλεμος που θυμίζει όλο και περισσότερο την εποχή της δεκαετίας του '30, το ευρώ έχει αφεθεί στην τύχη του. Σύμφωνα με τους σχετικούς δείκτες, ενώ το γουάν σε σχέση με το δολάριο φαίνεται υποτιμημένο κατά 40%, η ίδια σχέση του κινεζικού νομίσματος με το ευρώ πλησιάζει το 70%. Καταλαβαίνει κανείς ότι σε ένα σύστημα όπου οι Kινέζοι υπερεργάζονται χωρίς κράτος πρόνοιας, φόρους και εισφορές, ενώ στην ουσία κρατούν το νόμισμά τους τρομερά υποτιμημένο, με σχεδόν $300 δισ. ετήσιο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το εμπορικό παιχνίδι είναι στημένο και γι' αυτό δεν θα αργήσει ο προστατευτισμός μέσω υφεσιακών πολιτικών, που περιγράψαμε παραπάνω, να γενικευτεί περαιτέρω. Δυστυχώς, όμως εις βάρος της Ευρώπης. Εκτός και αν η κατάσταση χειροτερέψει τόσο, που θα επιβάλει τουλάχιστον στους βασικούς ευρωπαϊκούς παίκτες να καθίσουν στο τραπέζι και να συμφωνήσουν σε κοινά μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης και ειδικότερα της επενδυτικής δαπάνης τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο".


Επί του θέματος του προστατευτισμού και το επόμενο άρθρο της "Καθημερινής":

"Plan B... ο προστατευτισμός

Του Γιαννη Kοτοφωλου

Απέναντι στην άκρατη –χωρίς κανόνες και θεσμικές βάσεις ελέγχου– παγκοσμιοποίηση, ένας νέου τύπου προστατευτισμός φαίνεται ότι κερδίζει συνεχώς έδαφος στη διεθνή σκηνή. Οι μεγάλες δυνάμεις του κόσμου δείχνουν τη στιγμή αυτή απρόθυμες να συνεργαστούν μεταξύ τους για τη διαμόρφωση μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης, ενώ και οι υπόλοιπες βλέπουν την εφαρμογή ορισμένων προστατευτικών μέτρων ως αναγκαία –από τη στιγμή που δεν θεσπίζονται διεθνείς κανόνες– για την προάσπιση των εθνικών τους οικονομιών. Κατά τη γνώμη μας, η τάση αυτή θα ενισχυθεί στο προσεχές μέλλον, ιδίως μάλιστα εάν οι οικονομίες δυσκολευτούν να ξεπεράσουν τη σημερινή ύφεση, και αναπόφευκτα θα οδηγηθούμε σε μία νέα περίοδο, ενός ρυθμισμένου μοντέλου προστατευτισμού.

Είναι λογικά αδύνατο να πιστέψουμε ότι τη στιγμή τούτη της κρίσης, όπου ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαία οντότητα πολιτικά, θα τα καταφέρει ο κόσμος όλος να παραμερίσει τις οικονομικές αντιθέσεις και τους εθνικούς ανταγωνισμούς, προκειμένου να διαμορφώσει μία μίνιμουμ παγκόσμια βάση διακυβέρνησης. Δεν πείθει ούτε η εμπειρία του G20 ούτε οι πολιτικές που εφαρμόζουν οι ηγεσίες των ισχυρότερων κρατών ούτε η ιστορία της ανθρωπότητας. Οι ανισότητες στον συσχετισμό των δυνάμεων είναι, αντιθέτως, αυτές που κυριαρχούν στη διαμόρφωση της πολιτικής των διαφόρων κρατών και όχι η αναζήτηση της ισορροπίας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, μέσω της συνεννόησης και μιας καινούργιας αρχιτεκτονικής του. Οι περισσότερες δυνάμεις κινούνται, λοιπόν, αυτόνομα, μέσα στη δίνη της κρίσης που επιτείνει τα προβλήματα, προτάσσοντας έναν οικονομικό εθνικισμό, κόντρα στις υπόλοιπες. Eνας άτυπος προστατευτισμός είναι απ’ ό, τι φαίνεται το plan B απέναντι στην κρίση. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Κίνα, η οποία ακολουθεί μια πολύ εγωκεντρική πολιτική στις συναλλαγματικές σχέσεις της, η Γαλλία, που προσπαθεί να συμπιέσει τον μεταναστευτικό της όγκο, η Γερμανία, η οποία ενδιαφέρεται για την τόνωση της δικής της μόνο εξαγωγικής μηχανής, η Ρωσία, που διαμορφώνει την τακτική και τις συμμαχίες της με βάση τα ενεργειακά συμφέροντά της κ. ο. κ. Αναφέρουμε τα παραδείγματα αυτά για να δείξουμε ότι διαπερνούν όλο το φάσμα της παγκόσμιας πολιτικής και των νέων μεγάλων θεμάτων που άνοιξε η παγκοσμιοποίηση. Από τη συναλλαγματική πολιτική και την υφαρπαγή υπεραξιών έως την αγορά εργασίας, την ενέργεια και κυρίως τη χρηματοπιστωτική αγορά.

Στον χρηματοοικονομικό τομέα ειδικότερα, όπου κυριαρχεί μία αχαλίνωτη ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων, η τάση είναι να σχηματιστούν νέοι κανόνες, που θα περιορίζουν και τις πολλαπλάσιες των πραγματικών κεφαλαίων πιστώσεις (βλέπε hedge funds) και την είσοδο ή έξοδο, σε άλλες αγορές, τεραστίων κερδοσκοπικών κεφαλαίων από τη μια στιγμή στην άλλη. Το φαινόμενο αυτό ήταν, άλλωστε, που πυροδότησε τη διεθνή κρίση κι έφτασε να διαλύσει οικονομίες. Οι περισσότερες χώρες σήμερα επιδιώκουν τη δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα θέτει ορισμένους φραγμούς. Κι αυτό, παρά τις αντιδράσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία, που πριμοδοτούν την (τραυματισμένη) χρηματοοικονομική μηχανή τους. Στο νέο σκηνικό, προβάλλονται πλέον τα πολιτικά όπλα της κάθε εθνικής δύναμης, ανάλογα με τη δική της ατζέντα. Η περίπτωση της Ιαπωνίας, η οποία από δεύτερη οικονομία στον κόσμο βυθίστηκε στην ύφεση για μία εικοσαετία, αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγήν..."

Λιτότητα παντού

Συνέπειες της λιτότητας

Γράφει σε άρθρο του o λόρδος Robert Skidelsky (μέλος της Βουλής των Λόρδων στη Βρετανία και επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ):

"Πόλεμοι λιτότητας (The Wars of Austerity)

Βλέπω συνεχώς τις ελπίδες μου για ταχεία ανάκαμψη να γκρεμίζονται. Η συντονισμένη δημοσιονομική επέκταση (ύψους 5 τρισ. δολαρίων) από τις μεγαλύτερες κυβερνήσεις του κόσμου ανέκοψαν την πτωτική πορεία αλλά δεν κατόρθωσαν να φέρουν μια υγιή ανάκαμψη. Η απογοήτευση που ζούμε σήμερα απεικονίζεται στο πρόσφατο εξώφυλλο του περιοδικού «The Economist» με τίτλο «Grow, dammit, grow».

Υπάρχουν δύο λόγοι για να είναι κανείς απαισιόδοξος: Ο πρώτος αφορά στην πρόωρη απόσυρση των μέτρων τόνωσης που αποφασίστηκε στη σύσκεψη του G20 τον Απρίλιο 2009. Όλες οι μεγάλες χώρες δεσμεύονται πλέον να μειώσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν έχει γίνει τίποτα για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών σε επίπεδο ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Πράγματι, η συζήτηση που γίνεται τελευταία περί συναλλαγματικών πολέμων που οδηγούν σε εμπορικούς πολέμους φέρνει στο νου το παράδειγμα της δεκαετίας του 1930.

Το πρόβλημα των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών συνδέεται στενά με την υπεραφθονία των παγκόσμιων αποταμιεύσεων. Η μία πλευρά του πλανήτη –με πρώτη και καλύτερη την Κίνα –κερδίζει περισσότερα απ’ όσα ξοδεύει, ενώ η άλλη πλευρά –ιδίως οι ΗΠΑ– ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα βγάζει. Εάν τα πλεονασματικά κράτη επενδύουν στα ελλειμματικά κράτη, οι ανισορροπίες αυτές δεν θα συνιστούσαν μακροοικονομικό πρόβλημα.

Αυτό ακριβώς είναι το μοτίβο που ίσχυε τον 19ο αιώνα. Ένα σύστημα ξένων επενδύσεων, με επίκεντρο το Λονδίνο, διοχέτευε τις αποταμιεύσεις των πλούσιων (πλεονασματικών) κρατών στα φτωχά (ελλειμματικά) κράτη. Παρά τις διάφορες οικονομικές κρίσεις και πτωχεύσεις, αυτή η σχέση πιστωτή-δανειστή λειτουργούσε εν τέλει προς όφελος και των δύο πλευρών. Οι επενδυτές των πλούσιων κρατών πετύχαιναν μεγαλύτερη απόδοση απ’ ότι θα κέρδιζαν στη χώρα τους, ενώ οι αποδέκτες των κεφαλαίων στα φτωχά κράτη συγκέντρωναν τα αναπτυξιακά κεφάλαια που χρειάζονταν χωρίς να παρατηρείται επίμονη τάση για αποπληθωρισμό.

Με μια πρώτη ματιά, το σημερινό σύστημα θυμίζει αυτό το μοτίβο, ωστόσο, έχει μια ουσιαστική διαφορά: η ροή των αποταμιεύσεων κατευθύνεται από τις αναπτυσσόμενες χώρες –όπως η Κίνα– στις πλούσιες χώρες –όπως οι ΗΠΑ –δηλαδή, από τις χώρες όπου τα κεφάλαια είναι λιγοστά στις χώρες όπου τα κεφάλαια είναι άφθονα. Αποτέλεσμα της παράλογης αυτής σχέσης είναι η παγκόσμια υπεραφθονία αποταμιεύσεων.

Σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βρετανία του 19ου αιώνα, η Κίνα δεν βλέπει το πλεόνασμά της σαν μια μηχανή επενδύσεων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 άρχισε να συσσωρεύει αποθεματικά ως ένα μέτρο αυτασφάλισης ενάντια τις εκροές κεφαλαίων. Η συσσώρευση αποθεματικών ήταν, επίσης, μια παρενέργεια της σκόπιμης υποτίμησης του κινεζικού νομίσματος με στόχο την προώθηση της αναπτυξιακής στρατηγικής της Κίνας που είχε βασικό άξονα τις εξαγωγές.

Ως εκ τούτου, η Κίνα και άλλες χώρες της Ανατολικής Ασίας κατάληξαν να έχουν στη διάθεσή τους ένα μεγάλο και διογκούμενο απόθεμα γραμματίων αμερικανικού δημοσίου. Μέσω της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, οι κρατικοί αυτοί τίτλοι συνέβαλαν στη χρηματοδότηση της «έκρηξης» κατανάλωσης και κερδοσκοπίας που σημειώθηκε στη Δύση και «ξεφούσκωσε» το 2008.

Στη Δύση, το φτηνό χρήμα θεωρούνταν ως η «σωστή» κεϋνσιανή απάντηση στο βομβαρδισμό αποταμιεύσεων από την Ανατολή. Επειδή, όμως, δεν υπήρχαν αρκετές διέξοδοι «πραγματικών» επενδύσεων στις χώρες που διέθεταν ήδη τα κεφάλαια που χρειάζονταν, το φτηνό χρήμα αποδείχθηκε ένας δυσλειτουργικός τρόπος αντιμετώπισης του πλεονάσματος επενδύσεων.

Η ύφεση ενίσχυσε το μοτίβο του δανεισμού των πλούσιων χωρών από τις φτωχές. Με την Ανατολική Ασία να σημειώνει ισχυρούς ρυθμούς ανάκαμψης και τη Δύση να βρίσκεται σε τέλμα, οι παγκόσμιες ανισορροπίες έχουν διευρυνθεί. Όπως επισήμανε πρόσφατα και ο πρώην διοικητής της Fed, Άλαν Γκρίνσπαν, «οι αμερικανικές επενδύσεις σταθερού εισοδήματος υπολείπονται σημαντικά του επιπέδου όπου θα έπρεπε να βρίσκονται βάσει ιστορικών δεδομένων, δεδομένης της κατακόρυφης αύξησης στην κερδοφορία των εταιρειών». Εν ολίγοις, βρισκόμαστε καθ’ οδόν για την επόμενη κατάρρευση.

Υπάρχουν δύο γενικές στρατηγικές που μπορούν να εφαρμοστούν προκειμένου να λυθούν τα συνδεόμενα προβλήματα του ισοζυγίου τρέχοντος συναλλαγών και της ανισορροπίας επενδύσεων-αποταμιεύσεων. Η πρώτη αφορά στην αποδυνάμωση του κινήτρου της Κίνας για συσσώρευση αποθεματικών.

Τον Απρίλιο 2009, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Κίνας, Τζου Ξιάο Τσουάν, πρότεινε τη σύσταση ενός «υπερκρατικού αποθεματικού νομίσματος» για την εξάλειψη των «εγγενών κινδύνων» που εμπεριέχουν τα εθνικά αποθεματικά νομίσματα τα οποία στηρίζονται στις πιστώσεις. Το νέο αυτό νόμισμα, το οποίο θα συστήνονταν στο πλαίσιο των Ειδικών Τραβηχτικών Δικαιωμάτων (SDRs) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου θα αντικαθιστούσε αυτόματα τα εθνικά αποθεματικά νομίσματα.

Ένας «λογαριασμός υποκατάστασης» που θα τηρούσε το ΔΝΤ θα παρείχε στις χώρες τη δυνατότητα να μετατρέπουν τις υφιστάμενες τοποθετήσεις τους σε αποθεματικά νομίσματα σε SDRs. Η αρχή που βρίσκεται πίσω από αυτό είναι ότι η συνολική ασφάλιση θα ήταν φτηνότερη άρα και λιγότερο αποπληθωριστική σε σύγκριση με την αυτασφάλιση. Η υποχώρηση της Κίνας από την τάση της να συσσωρεύει αποθεματικά θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατίμηση του νομίσματός της και τη μείωση του εμπορικού της πλεονάσματος.

Η διορατική αυτή πρόταση της Κίνας δεν έτυχε ποτέ σοβαρής αντιμετώπισης. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ ασκούν τώρα ισχυρές πιέσεις στην Κίνα για ανατίμηση του γιουάν. Το αποτέλεσμα είναι ένας λεκτικός πόλεμος που μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε κάτι χειρότερο. Οι ΗΠΑ κατηγορούν την Κίνα για υποτίμηση του νομίσματός της, ενώ η Κίνα κατηγορεί τη χαλαρή νομισματική πολιτική των ΗΠΑ για το ότι οι αναδυόμενες χώρες έχουν πλημμυρίσει στα δολάρια. Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει ψηφίσει έναν νόμο που επιτρέπει την επιβολή δασμών στις εισαγωγές από χώρες που χειραγωγούν το νόμισμά τους – όπως η Κίνα– αποβλέποντας στο εμπορικό τους πλεονέκτημα.

Εν τω μεταξύ , η υποτίμηση του δολαρίου ως αποτέλεσμα των προσδοκιών για περαιτέρω ποσοτική χαλάρωση έχει αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες της Ανατολικής Ασίας να επισπεύσουν την αγορά δολαρίων και να επιβάλλουν ελέγχους στις εισροές κεφαλαίων προκειμένου να αποτρέψουν την ανατίμηση του νομίσματός τους. Καθώς οι ασιατικές χώρες προσπαθούν να κρατήσουν μακριά τα κεφάλαια, η Δύση στρέφεται στον προστατευτισμό.

Μπορούμε να πάρουμε ένα σημαντικό μάθημα από το παράδειγμα της δεκαετίας του 1930. Όπως ξέρουμε, η παλίρροια σηκώνει όλες –ανεξαιρέτως– τις βάρκες ενώ η άμπωτη ρίχνει τη μία πάνω στην άλλη. Αυτό επαναφέρει το ζήτημα της πρόωρης απόσυρσης των δημοσιονομικών κινήτρων. Με τη συνολική ζήτηση να εξασθενεί σε Ευρώπη και ΗΠΑ, οι κυβερνήσεις στρέφονται όπως είναι λογικό στις εξαγωγικές αγορές για μείωση της εγχώριας ανεργίας. Δεν γίνεται, όμως, να έχουν όλες οι χώρες ταυτόχρονα εμπορικά πλεονάσματα. Η προσπάθεια για κάτι τέτοιο οδηγεί σε υποτίμηση των ανταγωνιστικών νομισμάτων και σε προστατευτισμό.

Όπως είχε πολύ εύστοχα παρατηρήσει ο Κέυνς, «εάν τα κράτη μπορούσαν να βρουν έναν τρόπο να επιτύχουν πλήρη απασχόληση μέσω των μέτρων εγχώριας πολιτικής… δεν θα υπήρχε ισχυρό κίνητρο για να προωθούν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό ή να αρνούνται τα προσφερόμενα αγαθά των γειτόνων τους». Το εμπόριο μεταξύ των κρατών «δεν θα ήταν πια το ίδιο –δηλαδή, μια απεγνωσμένη προσπάθεια διατήρησης της απασχόλησης εντός των συνόρων με προώθηση των πωλήσεων στις ξένες αγορές και με περιορισμό των αγορών προϊόντων». Αντ’ αυτού, θα ήταν «μια πρόθυμη και ανεμπόδιστη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών υπό συνθήκες αμοιβαίου οφέλους».

Με άλλα λόγια, η σημερινή αναταραχή στην αγορά του συναλλάγματος και του διεθνούς εμπορίου είναι άμεση επίπτωση της αποτυχίας μας να λύσουμε το πρόβλημα της ανεργίας".

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010