Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

SOS · · · — — — · · · SOS · · · — — — · · · SOS

Διαβάζω στην "Καθημερινή" το κάτωθι άρθρο:

" Εσωτερική υποτίμηση, τώρα

Tου Μπαμπη Παπαδημητριου

Υποτιμήσεις κάναμε το 1983, το 1985 και το 1998. Και πάρα πολλή «διολίσθηση». Πλην της τελευταίας, δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Δεν μας ωφέλησαν, επειδή το κράτος παρέμενε σπάταλο, οι πολιτικοί εφοβούντο και η κοινωνία απέρριπτε την προσαρμογή σε πρότυπα εντατικότερου ανταγωνισμού.

Από την άποψη αυτή, είναι μάλλον παράξενο πως όσοι ακόμη σήμερα υποστηρίζουν την εξωτερική υποτίμηση βρίσκονται στην Αριστερά. Κάποτε, η αριστερά πτέρυγα είχε την άποψη -και ορθώς- ότι η υποτίμηση ευτελίζει την αξία της εργασίας και διευκολύνει όσους κερδοσκοπούν εναντίον της προσπάθειας αποταμίευσης. Οι καιροί όμως αλλάζουν και οι αριστερές παρατάξεις έχουν υιοθετήσει τη λαϊκίστικη προσέγγιση τριτοκοσμικών σοσιαλιστών παλαιάς κοπής, που ζητούν από το κράτος να «αρνηθεί να πληρώσει». Να ανακοινώσει δηλαδή την πτώχευση, ώστε να εκβιάσει τους πιστωτές μας σε μια νέα διαπραγμάτευση, με την οποία θα τους δώσουμε να καταλάβουν ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να τους πληρώσουμε όσα περιμένουν, όσα δηλαδή χρωστούμε.

Δυστυχώς, μεταξύ των στελεχών της πολιτικής μας ζωής ελάχιστοι έχουν παρακολουθήσει προσεκτικά πώς εξελίχθηκε ο κόσμος τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Θα γνώριζαν ότι μια υποτίμηση όπως εκείνη που έχουν κατά νου, όταν συμμετέχεις σε ενιαία αγορά εμπορευμάτων και κεφαλαίων, δεν έχει καμία διαρκή θετική επίπτωση στην οικονομία. Η «ανάσα» που προσφέρει είναι προσωρινή και, κατά κανόνα, εξατμίζεται από κερδοσκοπικές τοποθετήσεις επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η πρόκληση υψηλού πληθωρισμού. Μόλις το αρχικό θετικό σοκ περάσει, η οικονομία κατρακυλά σε χειρότερη θέση στον ανταγωνισμό.

Η ελληνική εμπειρία πείθει απολύτως για τις καταστροφικές επιπτώσεις που έχουν οι υποτιμήσεις, όταν δεν συνοδεύονται από άγρια μέτρα περιορισμού των κρατικών ελλειμμάτων και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού τομέα.

Η πραγματική λύση βρίσκεται στην «εσωτερική» υποτίμηση, δηλαδή τη μείωση του κόστους παραγωγής και λειτουργίας στο σύνολο της οικονομίας. Το σπουδαίο στην περίπτωση αυτή είναι ότι τα χρηματικά διαθέσιμα και η περιουσιακή θέση των παραγόντων της οικονομίας διατηρούν την αξία τους. Η δυσκολία βρίσκεται στη μεθόδευση. Επειδή το κράτος δεν μπορεί να επηρεάσει τις σχετικές τιμές αλλάζοντας την τρέχουσα αξία του νομίσματος, χρειάζεται η οικειοθελής συμφωνία όσων συμμετέχουν στην παραγωγή.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση ούτε αυτό διευκολύνει. Η αύξηση του ΦΠΑ θα έπρεπε να συνοδεύεται από τη μείωση των υποχρεωτικών επιβαρύνσεων στο κόστος εργασίας, κυρίως των ασφαλιστικών εισφορών και της φορολόγησης του εισοδήματος εργασίας. Η μείωση των μισθών στον δημόσιο τομέα, κίνηση συνεπής με την πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, πρέπει να συνοδευθεί από ακόμη μεγαλύτερη μείωση του κράτους, δηλαδή από μια γιγάντια ιδιωτικοποίηση.

Τέλος, το κράτος οφείλει να καταργήσει όλα τα εμπόδια στην ελεύθερη διαπραγμάτευση και προσδιορισμό των συγκριτικών τιμών σε όλες τις αγορές και να άρει κάθε τύπου παρέμβαση, μέχρι να εξευρεθεί μια νέα ισορροπία. Αντιθέτως, η κυβέρνηση συνεχίζει να παρεμβαίνει στην ελευθερία διαπραγμάτευσης μισθών και άλλων πληρωμών που συνυπολογίζονται στο εργατικό κόστος.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου δεν επιθυμεί μια εσωτερική υποτίμηση όπως αυτή που επιχειρούν οι βαλτικές χώρες, η οποία προκάλεσε μεγάλη βύθιση του ΑΕΠ και σοβαρή αύξηση της ανεργίας. Ομως, εσωτερική υποτίμηση χωρίς καμία ζημιά δεν έχει εφευρεθεί. Αν όμως βιαστεί και παράσχει περισσότερα και πραγματικά κίνητρα αύξησης της παραγωγικότητας στην οικονομία, τότε θα έχουμε γρήγορα και χειροπιαστά αποτελέσματα. Το χειρότερο σενάριο θα είναι να κάνουμε τα πάντα από λίγο. Με κάθε σιγουριά, ακόμη και αν η οικονομία σταματήσει να κατρακυλά, θα κινείται με ασθενικούς ρυθμούς για πολλά - πολλά χρόνια. Στην παρούσα φάση η οικονομία χρειάζεται θάρρος, αποφασιστικότητα και, βεβαίως, εσωτερική υποτίμηση"!



Αναμένω πλήρη και λεπτομερή ανάλυση του άρθρου.

Ξανά: αναμένω πλήρη και λεπτομερή ανάλυση του άρθρου.


Θεωρήστε το ως ένα από τα σημαντικότερα tests που έχετε.

Η οικονομική ανάλυση στην Εντατική...

Διαβάζουμε στο Bloomberg:

" Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στα ευρωπαϊκά ομόλογα διάσωσης

Bloomberg

Η λέξη «πάταγος» δεν ακούγεται συχνά για να περιγράψει την αγορά ομολόγων. Αν, όμως, υπήρχαν και εκεί διαγράμματα αντίστοιχα με εκείνα της δισκογραφικής βιομηχανίας, τότε τα πρώτα ομόλογα που εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) θα βρίσκονταν στην κορυφή. Η έκδοση, με στόχο τη διάσωση του ευρώ μέσω της στήριξης των μελών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στους επενδυτές. Θα λέγαμε, επομένως, ότι το πρόβλημα λύθηκε. Το μόνο που έχουν να κάνουν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης είναι να εκδώσουν από κοινού ομόλογα, για να καθησυχάσουν τις αγορές.

Λύθηκε πράγματι; Το γεγονός ότι οι επενδυτές συρρέουν σε κάποια αγορά δεν σημαίνει ότι πρόκειται περί υγιούς επένδυσης. Ζήτηση είχαν και οι μετοχές του Internet πριν από το σκάσιμο της φούσκας του 2000. Στην πραγματικότητα, τα ομόλογα διάσωσης του ευρώ είναι εξίσου επικίνδυνα. Και οι επενδυτές μπορούν και πάλι να «καούν».

Αναμφίβολα, η πρώτη έκδοση είχε τεράστια επιτυχία. Τα πενταετή ομόλογα αξίας 5 δισ. ευρώ υπερκαλύφθηκαν. Πεντακόσιοι υποψήφιοι προσφέρθηκαν να αγοράσουν ομόλογα αξίας 44,5 δισ. ευρώ, ποσότητα σχεδόν 10πλάσια της διαθέσιμης. Το EFSF μπορεί επομένως να σώσει όχι μόνο την Ιρλανδία, αλλά και την Πορτογαλία και την Ισπανία.

Επιφανειακά, τα ομόλογα αυτά μοιάζουν με ευκαιρία. Εχουν την ανώτατη βαθμολογία και στηρίζονται από τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης. Αλλωστε, θα αποφέρουν εύκολα κέρδη. Τα 5 δισ. ευρώ που συγκεντρώθηκαν την περασμένη εβδομάδα κόστισαν 2,89%, αλλά ο δανεισμός στην Ιρλανδία θα γίνει με επιτόκιο 6%. Ακόμα και η πιο αδίστακτη εταιρεία πιστωτικών καρτών θα θεωρούσε το περιθώριο εξαιρετικά γενναιόδωρο.

Από κοντά, ωστόσο, η εικόνα δεν είναι τόσο όμορφη. Στη χρηματοοικονομική, όπως και σε τόσα άλλα στη ζωή, είναι καλό να επιστρέφουμε στις πρώτες αρχές. Που σημαίνει ότι, εν τέλει, πρόκειται για κρατικό ομόλογο. Η μόνη διαφορά είναι ότι στηρίζεται όχι από ένα κράτος, αλλά από περισσότερα. Οι επενδυτές σε κρατικά ομόλογα εξετάζουν δύο πράγματα: Πρώτον, τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των οικονομικών της κυβέρνησης που τα εκδίδει. Δεύτερον, την προθυμία της να πληρώσει τα χρέη της, προκειμένου να μην ταπεινωθεί με μια στάση πληρωμών. Τίποτε άλλο. Οι κάτοχοι κρατικών ομολόγων δεν έχουν ρεαλιστικές αξιώσεις επί των περιουσιακών στοιχείων ενός έθνους. Αν η κυβέρνηση της Βρετανίας αποφασίσει να μην πληρώσει τα χρέη της, οι επενδυτές δεν μπορούν να ζητήσουν τον Πύργο του Λονδίνου.

Πόσο ασφαλές μοιάζει, λοιπόν, το ομόλογο του ΕFSF; Οχι πολύ. Το EFSF δεν είναι τίποτε άλλο από μεταφορά χρέους από ένα σημείο σε άλλο. Και σε περίπτωση κραχ, ποιος θα στηρίξει το ομόλογο; Φινλανδία και Λουξεμβούργο είναι πολύ μικρές. Αυστρία και Ολλανδία δεν μπορούν μόνες να στηρίξουν το ευρώ: συνολικά, ο πληθυσμός τους φθάνει μόλις τα 25 εκατομμύρια, ο μισός από της Ισπανίας. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των γαλλικών δημοσίων οικονομικών αμφισβητείται. Η μόνη σταθερή χώρα είναι η Γερμανία. Και πίσω από αυτά τα ομόλογα βρίσκεται η γερμανική κοινή γνώμη.

Εγγύηση στα ομόλογα δίνει μόνο η προθυμία των Γερμανών να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το κοινό νόμισμα. Τώρα μπορεί να το κάνουν. Αν, όμως, Ελληνες, Ιρλανδοί, κι έπειτα Πορτογάλοι και Ισπανοί συνεχίσουν να ζητούν χρήματα, η στήριξη αυτή θα εξανεμισθεί πολύ γρήγορα".


Υ.Γ.: Ελεγε ο Πλάτωνας: "Πάσα επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται".

Το haircur ως εφιάλτης

Σημειώνει, σε άρθρο του στην "Καθημερινή" ο κ. Γιάννης Παπαδογιαννης :

" Απομακρύνεται ο εφιάλτης του «κουρέματος»

Τη συγκρατημένη αισιοδοξία τους για την ταχύτερη ομαλοποίηση των συνθηκών στο τραπεζικό σύστημα και κατ’ επέκταση στην εγχώρια οικονομία εκφράζουν επιτελικά στελέχη τραπεζών, σχολιάζοντας τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εξεύρεση συνολικής λύσης στο πρόβλημα χρέους.

Οπως σημειώνουν, όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι οι αξιωματούχοι των κρατών-μελών της Eυρωζώνης έχουν λάβει την πολιτική απόφαση για την επίλυση του προβλήματος χρέους που ταλανίζει τη συνοχή της Ε.Ε., με την ανάπτυξη δράσεων που θα απαντούν αποτελεσματικά στις ανησυχίες των αγορών. H ενίσχυση του ευρώ αλλά και η σημαντική αποκλιμάκωση του spread των ελληνικών ομολόγων, σε συνδυασμό με την ισχυρή άνοδο των τιμών των μετοχών, αντανακλά την πεποίθηση ότι τουλάχιστον τα χειρότερα -που εν πολλοίς ισοδυναμούν με την οικονομική καταστροφή της χώρας- απομακρύνονται από τον ορίζοντα. Το πλέον εφιαλτικό σενάριο για τις τράπεζες αποτελεί το ενδεχόμενο «κουρέματος» (haircut) των ελληνικών ομολόγων λόγω της πολύ μεγάλης έκθεσής τους σε ελληνικό χρέος. Μια τέτοια βίαιη κίνηση θα εξανέμιζε την κεφαλαιακή βάση των περισσότερων τραπεζών, οδηγώντας πολλές από αυτές στην ύστατη λύση της προσφυγής στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Η προσφυγή στο ταμείο για τις περισσότερες τράπεζες θα αποτελούσε κίνηση χωρίς επιστροφή, οδηγώντας εντέλει στον αφελληνισμό του τραπεζικού συστήματος και μάλιστα για «ένα κομμάτι ψωμί».

Η εφιαλτική αυτή προοπτική απομακρύνεται -κατά τα φαινόμενα- οριστικά από τον ορίζοντα, καθώς η Ε.Ε., υπό την οικονομική ηγεμονία της Γερμανίας, φαίνεται αποφασισμένη να δώσει μια ενιαία λύση. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν επιτελικά στελέχη τραπεζών, η λύση δεν σημαίνει ότι η περιπέτεια τελείωσε και ότι θα επιστρέψουμε στην εποχή της αμέριμνης, δανειακής, ανάπτυξης. Εξαιρετικά σημαντικό είναι να δούμε την εξειδίκευση του τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος, κάτι που στην καλύτερη περίπτωση αναμένεται στο τέλος Μαρτίου. Μόνο τότε θα αποσαφηνιστεί η κατάσταση και θα αποκατασταθεί η ορατότητα για το τι μέλλει γενέσθαι. «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι εν αναμονή της λύσης, στο πλαίσιο του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών των χωρών της Ευρωζώνης, να εφησυχάσουμε», υπογραμμίζουν στελέχη τραπεζών. Αντίθετα, σημειώνουν, θα απαιτηθεί εντατικοποίηση της προσπάθειας τόσο σε ό,τι αφορά την αναδιάρθρωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα όσο και την επανεκκίνηση της ανάπτυξης με την ενεργό συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Οπως εκτιμούν οι τραπεζίτες, ο συντονισμός των δημοσιονομικών πολιτικών θα διασφαλίσει τη συνοχή της Ευρωζώνης, ωστόσο θα επιβάλει εξαιρετική πειθαρχία και προσαρμογή στα πιο ατίθασα μέλη της Ενωσης. Σημειώνουν ότι τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικότατα βήματα -που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητα- για την εξυγίανση του Δημοσίου, ωστόσο είναι απαραίτητο η κυβέρνηση να κινηθεί δυναμικότερα και στο σκέλος της ανάπτυξης. Υπογραμμίζουν ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο δεν έχει γίνει ούτε μία αποκρατικοποίηση, δεν έχει γίνει καμία κίνηση αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας και δεν έχει γίνει καμία επένδυση. Βέβαια με το φάσμα της χρεοκοπίας να πλανάται πάνω από τη χώρα, η υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Ωστόσο η αναμενόμενη ευρωπαϊκή λύση, αν συνδυαστεί με την εντατικοποίηση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και της προώθησης των μεταρρυθμίσεων, μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη ομαλοποίηση των συνθηκών επιτρέποντας τη σταδιακή επιστροφή των τραπεζών στις αγορές χρήματος. Η μείωση της εξάρτησης από την ΕΚΤ και η ομαλοποίηση των συνθηκών ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα θα έχουν άμεση επίδραση στην οικονομία αμβλύνοντας την ένταση και τη διάρκεια της ύφεσης".

Αγορά εργασίας

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" Μία στις δύο εταιρείες μείωσε τον αριθμό των εργαζομένων το 2009-2010

Σε μείωση των θέσεων εργασίας προχώρησε μία στις δύο ελληνικές επιχειρήσεις το 2009 και το 2010, ενώ περίπου μία στις τρεις έδωσε μηδενικές αυξήσεις το 2010. Αυτά μεταξύ άλλων προκύπτουν από την ετήσια Γενική Ερευνα Αποδοχών και Παροχών για το 2010 που εκπόνησε η εταιρεία KPMG σε δείγμα 234 ελληνικών και πολυεθνικών εταιρειών. Ειδικότερα, το 43% των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα μείωσαν τον αριθμό των εργαζομένων τους, ενώ το 48% δήλωσε ότι σκοπεύει να επανεξετάσει την πολιτική των εταιρικών αυτοκινήτων, βάσει της νέας φορολογικής νομοθεσίας. Το 32% του δείγματος έδωσε μηδενικές μισθολογικές αυξήσεις τη χρονιά που πέρασε, ενώ από τις εταιρείες που έδωσαν αύξηση, αυτή κινήθηκε στο 3,3%, ποσοστό αρκετά μειωμένο σε σχέση με τις προβλέψεις που οι ίδιες οι εταιρείες είχαν διατυπώσει το 2009. Για το 2011 ωστόσο, η προβλεπόμενη αύξηση αναμένεται να περιοριστεί στο 2,7%. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κλάδος των ασφαλειών έδωσε τις πλέον γενναιόδωρες αυξήσεις τη χρονιά που πέρασε, με 4,5%, έναντι αρχικής πρόβλεψης 4,8%, ενώ η μικρότερη αύξηση δόθηκε στον κλάδο του λιανεμπορίου, με 2,5% έναντι αρχικής πρόβλεψης 4,1%. Ο δε μέσος όρος διαμορφώθηκε σε 3% έναντι αρχικής πρόβλεψης 4,5%.

Η έρευνα της KPMG περαιτέρω πιστοποιεί ότι το 17% των εταιρειών του δείγματος στράφηκε στη μερική ή πλήρη ανάθεση μιας ή περισσότερων δραστηριοτήτων σε τρίτους (outsourcing) τη διετία 2009-2010, ενώ αυξήθηκε σε 12% το ποσοστό των εταιρειών που παρέχουν Υπηρεσίες Επαγγελματικής Αποκατάστασης στους εργαζομένους που απολύονται, έναντι 8% που ήταν το 2009. Το τελευταίο στοιχείο ωστόσο διαφοροποιεί ελληνικές και ξένες εταιρείες, καθώς ισχύει μόλις στο 3% των πρώτων έναντι 17% των δεύτερων. Σε ό,τι αφορά τις οικειοθελείς αποχωρήσεις, όλοι οι κλάδοι παρουσίασαν πτωτική τάση το 2009, δίνοντας μία ένδειξη για την ανασφάλεια που επικρατεί στην αγορά εργασίας, η οποία οδηγεί στον περιορισμό των μετακινήσεων των στελεχών. Πτωτική πορεία ακολούθησε τέλος και η συμμετοχή του μεταβλητού πριμ απόδοσης στον συνολικό μισθό των διευθυντών Πωλήσεων, οι αποδοχές των οποίων το 2010 παρέμειναν στα επίπεδα του 2009, συνέπεια των περιορισμένων αυξήσεων που δόθηκαν στις βασικές αποδοχές μέσα στο έτος".

Και πάλι για την ποσοτική χαλάρωση

Γράφει, σε άρθρο του στο "Κέρδος" ο κ. Σαράντος Λέκκας:

"Η ποσοτική νομισματική χαλάρωση της Fed

Οπως είναι γνωστό η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ στο πλαίσιο της ποσοτικής νομισματικής χαλάρωσης από την άνοιξη του 2009 και επί έναν χρόνο μέχρι την έναρξη του καλοκαιριού 2010 είχε αγοράσει τιτλοποιημένα στεγαστικά δάνεια αξίας 1,25 τρισ. δολ., τίτλους στεγαστικών δανείων αξίας 175 δισ. δολ. από τους κολοσσούς Fannie Mae και Freddie Mac και ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου αξίας 300 δισ. δολ. Συνολικά είχε αγοράσει τίτλους 1,7 τρισ. δολ.

Το δεύτερο πακέτο ποσοτικής χαλάρωσης εντοπίζεται στις αρχές Νοεμβρίου 2010 όταν εγκρίθηκε η αγορά κρατικών ομολόγων αξίας 600 δισ. δολ., η οποία θα γίνεται σταδιακά μέχρι το καλοκαίρι του 2011.

Ταυτόχρονα θα επανατοποθετηθούν τόκοι αξίας 300 δισ. δολ. που έχουν προκύψει από ανάλογες τοποθετήσεις του παρελθόντος. Δηλαδή, συνολικά θα αγοράσει μέσο-μακροπρόθεσμα ομόλογα διάρκειας 5-10 ετών, ύψους 900 δισ. δολ., με συχνότητα περίπου 100 δισ. δολ. τον μήνα.

Σωρευτικά τα δύο πακέτα οδηγούν σε μία ποσοτική χαλάρωση της τάξεως των 2,6 τρισ. δολ.

Τεράστιο ποσό, όμως αναγκαίο κατά την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ για τη στήριξη της ασθενούσας αμερικανικής οικονομίας. Η ασθενική αναπτυξιακή δυναμική καθώς και η αύξηση της ανεργίας κοντά στα επίπεδα του 10% δεν άφηνε πολλά περιθώρια. Για πολλούς τέτοια ποσοτική χαλάρωση, τέτοιο κόψιμο χρήματος, αποτελεί το απόλυτο πληθωριστικό υπόβαθρο.

Πόσο δίκιο όμως έχουν;

Τα εγχειρίδια οικονομικής θεωρίας είναι ξεκάθαρα.

Τη νομισματική βάση μιας οικονομίας αποτελούν η νομισματική κυκλοφορία, δηλαδή τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα που διακρατά το μη τραπεζικό κοινό και τα ρευστά διαθέσιμα των τραπεζών, δηλαδή αυτά που διατηρούν είτε στην κεντρική τράπεζα είτε στα ταμεία τους. Οταν μία κεντρική τράπεζα αγοράζει χρεόγραφα από τις ιδιωτικές τράπεζες, εκείνο που στην ουσία συμβαίνει είναι να πιστώνονται οι λογαριασμοί που έχουν οι ιδιωτικές στην κεντρική τράπεζα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτα για την πραγματική οικονομία, αφού ήδη όπως είπαμε τα διαθέσιμα των τραπεζών αποτελούν τμήμα της νομισματικής βάσης.
Η πρακτική αυτή στην ουσία οδηγεί στην αύξηση της νομισματικής βάσης, δηλαδή στην αύξηση του πρωτογενούς χρήματος, το οποίο ελέγχει η κεντρική τράπεζα.
Για να υπάρξει αύξηση της προσφοράς χρήματος, δηλαδή για να υπάρξει αύξηση του χρήματος που κυκλοφορεί στην πραγματική οικονομία πρέπει να δημιουργηθεί δευτερογενές ή τραπεζικό χρήμα.

Αυτό δημιουργείται όταν οι τράπεζες από τα πλεονάζοντα διαθέσιμά τους χορηγούν δάνεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Εάν αυτό δεν συμβεί τότε όσες ποσότητες χρήματος και εάν κόψει η κεντρική τράπεζα η προσφορά χρήματος δεν θα αυξηθεί.
To πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική κρίση έχει δημιουργήσει προβλήματα στην πραγματική οικονομία με αποτέλεσμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να μην ζητούν δάνεια, ενώ από την άλλη η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών συνεχώς να υποβαθμίζεται από τα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται κανονικά.

Στην ουσία μικρή ποσότητα κεφαλαίων μετουσιώνεται σε νέο δανεισμό, οπότε η προσφορά χρήματος δεν αυξάνεται με ρυθμούς που σχεδιάζουν οι τεχνοκράτες της κεντρικής τράπεζας. Το μεγαλύτερο τμήμα των κεφαλαίων τοποθετείται από τις τράπεζες ξανά σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου.

Ετσι παρατηρείται το οξύμωρο η κεντρική διοίκηση των ΗΠΑ να δημιουργεί ελλείμματα και χρέη τα οποία διά μέσω των εμπορικών τραπεζών αγοράζει η κεντρική τράπεζα. Δηλαδή η κεντρική τράπεζα κόβει χρήμα, το οποίο εκ των πραγμάτων αγοράζει δημόσιο χρέος. Αποτέλεσμα, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ να κατέχει σήμερα μετά την Κίνα το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της χώρας.
Στην κυριολεξία οι Αμερικάνοι δημιουργούν χρέη, τα οποία αγοράζουν και οι ίδιοι, οπότε εκ των πραγμάτων είναι αναγκασμένοι να κόβουν χρήμα το οποίο αντί να πηγαίνει στην πραγματική οικονομία αυξάνει το ενεργητικό της κεντρικής τράπεζας.
Πάντως, ακόμη και εάν όλο το χρήμα που κόβει η κεντρική τράπεζα πήγαινε στην πραγματική οικονομία το πληθωριστικό υπόβαθρο για να δημιουργηθεί προϋποθέτει συνθήκες πλήρους απασχόλησης.

Με ανεργία περί το 10%, η όποια αύξηση της προσφορά χρήματος δεν οδηγεί σε ισόποση αύξηση των τιμών. Σύμφωνα με την ποσοτική θεωρία του χρήματος το γενικό επίπεδο τιμών αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση της προσφοράς χρήματος. Δηλαδή εάν η προσφορά χρήματος αυξηθεί κατά 3,5%, τότε οι τιμές θα αυξηθούν σύντομα κατά 3,5% με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει ανεργία.
Εάν όμως υπάρχει μη αξιοποιήσιμο παραγωγικό δυναμικό, τότε ένα μέρος από την αύξηση της προσφοράς χρήματος θα κατευθυνθεί στην τόνωση της παραγωγής και όχι στην κατανάλωση".

Η ανάπτυξη απαιτεί δημιουργία υποδομών και μακροχρόνιο σχεδιασμό


(click στην εικόνα για μεγέθυνση - για επεξήγηση των προεκτάσεων του γραφήματος, αναμένω απορίες σας)

Το "all inclusive", το συγκριτικό πλεονέκτημα και η έλλειψη ανταγωνιστικότητας...

Οπως διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

" TUI: Στροφή στις διακοπές πέντε αστέρων
Η ζήτηση για ξενοδοχεία πολυτελείας δίνει ώθηση στις κρατήσεις της TUI, που βλέπει τις κρατήσεις να αυξάνονται από 8% έως 16%.

Σε ρυθμούς καλοκαιριού μπαίνει ο τουριστικός κλάδος σε όλο τον κόσμο, με τη ζήτηση για διακοπές πολυτελείας να ανεβαίνει κατακόρυφα. Μεγάλη κερδισμένη από αυτή την τάση, είναι η μεγαλύτερη ταξιδιωτική εταιρεία στην Ευρώπη η TUI Travel, που ανακοίνωσε ότι οι κρατήσεις για το καλοκαίρι του 2011 και τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου έχουν βελτιωθεί σημαντικά σε σχέση με το 2010, καθώς οι πελάτες της ζητούν όλο και περισσότερο διακοπές πέντε αστέρων.

Η βρετανική TUI Travel, μέλος του γερμανικού ομίλου TUI AG, αναφέρει ότι έχει περιορίσει τις ζημίες στις 20 εκατ. λίρες (31,8 εκατ. δολάρια) για το πρώτο τρίμηνο, από 107 εκατ. εκατομμύρια το 2010. Υπογραμμίζει επίσης ότι οι κρατήσεις έχουν αυξηθεί κατά 8% με 16% στις βασικές αγορές της για διαφοροποιημένα προϊόντα υψηλής κερδοφορίας, όπως τα πέντε αστέρων ξενοδοχεία Sensatori ή σε τουριστικά χωριά σχεδιασμένα για οικογένειες.

«Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι κρατήσεις για διαφοροποιημένα προϊόντα παρουσιάζουν αύξηση 26% και περιμένουμε ότι θα αποτελέσουν τα μισά πακέτα διακοπών που θα πουληθούν καθ' όλη τη σαιζόν», αναφέρει η εταιρεία.

Επέκταση σε νέα πιο κερδοφόρα προϊόντα

Ο διευθύνων σύμβουλος της TUI Travel, Πίτερ Λονγκ δήλωσε ότι η εταιρεία του θα εστιάσει και θα επεκτείνει αυτή τη γκάμα προϊόντα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την πίεση που δέχεται από τα προϊόντα μαζικού τουρισμού.

Επιπλέον, η εταιρεία σχεδιάζει να επεκταθεί στο Διαδίκτυο και να επενδύσει σε ξενοδοχειακές μονάδες. Παρόλα αυτά, ο κ. Λονγκ δηλώνει ότι θα είναι υπομονετικός εξαιτίας του αβέβαιου οικονομικού και γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Οι ταραχές στην Τυνησία οδήγησαν στον επαναπατρισμό πελατών, ενώ η συστολή στο τέταρτο τρίμηνο του ΑΕΠ, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη βρετανική οικονομία το 2011".